πιάνω  Verb  [piano, pianw]


Beispielsätze πιάνω

... Συντεταγμένες: 37°34′27″N 22°14′17″E / 37.5742°N 22.2380°E / 37.5742; 22.2380 Η Πιάνα είναι ένα ιστορικό χωριό της Αρκαδίας. Εχει χαρακτηριστεί Παραδοσιακός Οικισμός ...

... του εμφυσήσει την αγάπη της για τη μουσική (η ίδια έπαιζε ερασιτεχνικά πιάνο). Πέντε χρόνια αργότερα (1932) ο πατέρας του τον έστειλε μαζί με τα αδέλφια ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anfangen

... Ich werde am ersten Juli anfangen zu arbeiten. ...

... Um wie viel Uhr wird die Band anfangen zu spielen? ...

... Er weiß nicht, was er mit seinem Geld anfangen soll. ...

Quelle: MUIRIEL, Nero, Hans_Adler

Grammatik


ΠΙΑΝΩ
I catch
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πιάνωπιάνουμε, πιάνομεπιάνομαιπιανόμαστε
πιάνειςπιάνετεπιάνεσαιπιάνεστε, πιανόσαστε
πιάνειπιάνουν(ε)πιάνεταιπιάνονται
Imper
fekt
έπιαναπιάναμεπιανόμουν(α)πιανόμαστε, πιανόμασταν
έπιανεςπιάνατεπιανόσουν(α)πιανόσαστε, πιανόσασταν
έπιανεέπιαναν, πιάναν(ε)πιανόταν(ε)πιάνονταν, πιανόντανε, πιανόντουσαν
Aoristέπιασαπιάσαμεπιάστηκαπιαστήκαμε
έπιασεςπιάσατεπιάστηκεςπιαστήκατε
έπιασεέπιασαν, πιάσαν(ε)πιάστηκεπιάστηκαν, πιαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω πιάσει
έχω πιασμένο
έχουμε πιάσει
έχουμε πιασμένο
έχω πιαστεί
είμαι πιασμένος, -η
έχουμε πιαστεί
είμαστε πιασμένοι, -ες
έχεις πιάσει
έχεις πιασμένο
έχετε πιάσει
έχετε πιασμένο
έχεις πιαστεί
είσαι πιασμένος, -η
έχετε πιαστεί
είστε πιασμένοι, -ες
έχει πιάσει
έχει πιασμένο
έχουν πιάσει
έχουν πιασμένο
έχει πιαστεί
είναι πιασμένος, -η, -ο
έχουν πιαστεί
είναι πιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πιάσει
είχα πιασμένο
είχαμε πιάσει
είχαμε πιασμένο
είχα πιαστεί
ήμουν πιασμένος, -η
είχαμε πιαστεί
ήμαστε πιασμένοι, -ες
είχες πιάσει
είχες πιασμένο
είχατε πιάσει
είχατε πιασμένο
είχες πιαστεί
ήσουν πιασμένος, -η
είχατε πιαστεί
ήσαστε πιασμένοι, -ες
είχε πιάσει
είχε πιασμένο
είχαν πιάσει
είχαν πιασμένο
είχε πιαστεί
ήταν πιασμένος, -η, -ο
είχαν πιαστεί
ήταν πιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πιάνωθα πιάνουμεθα πιάνομαιθα πιανόμαστε
θα πιάνειςθα πιάνετεθα πιάνεσαιθα πιάνεστε
θα πιανόσαστε
θα πιάνειθα πιάνουνθα πιάνεταιθα πιάνονται
Fut
ur
θα πιάσωθα πιάσουμεθα πιαστώθα πιαστούμε
θα πιάσειςθα πιάσετεθα πιαστείςθα πιαστείτε
θα πιάσειθα πιάσουνθα πιαστείθα πιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πιάσει
θα έχω πιασμένο
θα έχουμε πιάσει
θα έχουμε πιασμένο
θα έχω πιαστεί
θα είμαι πιασμένος, -η
θα έχουμε πιαστεί
θα είμαστε πιασμένοι, -ες
θα έχεις πιάσει
θα έχεις πιασμένο
θα έχετε πιάσει
θα έχετε πιασμένο
θα έχεις πιαστεί
θα είσαι πιασμένος, -η
θα έχετε πιαστεί
θα είστε πιασμένοι, -ες
θα έχει πιάσει
θα έχει πιασμένο
θα έχουν πιάσει
θα έχουν πιασμένο
θα έχει πιαστεί
θα είναι πιασμένος, -η, -ο
θα έχουν πιαστεί
θα είναι πιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πιάνωνα πιάνουμενα πιάνομαινα πιανόμαστε
να πιάνειςνα πιάνετενα πιάνεσαινα πιάνεστε
να πιανόσαστε
να πιάνεινα πιάνουννα πιάνεταινα πιάνονται
Aoristνα πιάσωνα πιάσουμενα πιαστώνα πιαστούμε
να πιάσειςνα πιάσετενα πιαστείςνα πιαστείτε
να πιάσεινα πιάσουννα πιαστείνα πιαστούν(ε)
Perfνα έχω πιάσει
να έχω πιασμένο
να έχουμε πιάσει
να έχουμε πιασμένο
να έχω πιαστεί
να είμαι πιασμένος, -η
να έχουμε πιαστεί
να είμαστε πιασμένοι, -ες
να έχεις πιάσει
να έχεις πιασμένο
να έχετε πιάσει
να έχετε πιασμένο
να έχεις πιαστεί
να είσαι πιασμένος, -η
να έχετε πιαστεί
να είστε πιασμένοι, -ες
να έχει πιάσει
να έχει πιασμένο
να έχουν πιάσει
να έχουν πιασμένο
να έχει πιαστεί
να είναι πιασμένος, -η, -ο
να έχουν πιαστεί
να είναι πιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπιάνεπιάνετεπιάνεστε
Aoristπιάσεπιάσετε, πιάστεπιάσουπιαστείτε
Part
izip
Presπιάνοντας
Perfέχοντας πιάσει
έχοντας πιασμένο
πιασμένος, -η, -οπιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristπιάσειπιαστεί







Person Wortform
Präsens ich packe
du packst
er, sie, es packt
Präteritum ich packte
Konjunktiv II ich packte
Imperativ Singular pack!
packe!
Plural packt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gepackt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:packen





Person Wortform
Präsens ich nehme
du nimmst
er, sie, es nimmt
Präteritum ich nahm
Konjunktiv II ich nähme
Imperativ Singular nimm!
Plural nehmt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genommen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:nehmen












Griechische Definition zu πιάνω

πιάνω [páno] -ομαι Ρ αόρ. έπιασα, απαρέμφ. πιάσει, παθ. αόρ. πιάστηκα, απαρέμφ. πιαστεί, μππ. πιασμένος : 1α. απλώνω το χέρι / τα χέρια και παίρνω, κρατώ, ακουμπώ κτ. ή κπ., παίρνω στο χέρι μου κτ. για να το μεταχειριστώ: Έπιασε την κιθάρα και άρχισε να παίζει. Mην πιάνεις την πρίζα με βρεγμένα χέρια. Δεν πιάνει βιβλίο στο χέρι του, δε διαβάζει καθόλου. Πρέπει να μάθεις πώς να πιάνεις το μαχαίρι / το πιρούνι / το μολύβι. Tης έπιασε τρυφερά το χέρι. Tην έπιασε απαλά από τη μέση. Πιάσε το τραπέζι να το πάμε πιο εκεί. Tο ΄πιασα προσεκτικά για να μη λερωθώ. Mη με πιάνεις με βρόμικα χέρια. Πιάσε γερά τη λαβή. Δεν έχω πιάσει πο τέ χαρτιά στα χέρια μου, δεν έχω παίξει χαρτιά. πιάνω τη μύτη* μου. (προφ.) Πιάσε πιάσε το ΄καναν μαύρο από τη λέρα. (έκφρ.) πιάνω το χέρι κάποιου, κάνω χειραψία. πιάνω ζύμη*. έπιασε τον πάπα* από τα γένια. …να τον πιάνεις με την τσιμπίδα*! || (πηγαίνω και) φέρνω κτ. σε κπ.: Πιάσε μου, σε παρακαλώ, εκείνο το βιβλίο από το ράφι. Γκαρσόν, πιάσε δυο ούζα με μεζέ. ΦΡ πιάνω το σφυγμό* κάποιου. πιάνω το Mάη*. πιάνω μαγιά*. δεν πιάνω μπάζα* / χαρτωσιά* (μπροστά σε κπ.). πιάνουν τα χέρια* μου. πιάνω κπ. στο στόμα* μου. απ΄ όπου κι αν τον πιάσεις, λερώνεσαι* / βρομάει*. μου έπιασε τον κώλο*. β. απλώνω το χέρι / τα χέρια και (με μια λίγο πολύ ορμητική κίνηση) αρπάζω, αδράχνω, κρατώ σφιχτά κτ.: Tον έπιασα από το αυτί / το γιακά / το κεφάλι / τα πέτα / τα μαλλιά. Ο τερματοφύλακας έπιασε την μπάλα στον αέρα. πιάνω κπ. από το λαιμό και ως ΦΡ πιέζω, ζορίζω, εκβιάζω κπ. πιάνω τον ταύρο* από τα κέρατα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πιάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15