anpacken
 (ugs.)  Verb

αρπάζω Verb
(0)
αντιμετωπίζω Verb
(0)
βοηθώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Glauben Sie mir, Mr. Leehman, wenn Nails und seine Leute die Sache anpacken, ist der Job schon erledigt.Πιστέψτε με, κύριε Λήμαν, όταν o Νέιλς κι η παρέα τoυ αναλαμβάνoυν κάτι... είναι κιόλας τελειωμένo.

Übersetzung nicht bestätigt

Sie müssen ihn fest anpacken.Είναι αρκετά σκληρός. Ίσως του χρειαστεί ξύλο.

Übersetzung nicht bestätigt

Die Gehilfen werden ihren hübschen Körper anpacken und in eine Kuhle werfen.Οι δικαστές θα στείλουν αυτή την κοπέλα στο θάνατο.

Übersetzung nicht bestätigt

Es kommt eine Zeit, da muss man die Sache anpacken, und die ist jetzt.Φτάνει η στιγμή που πρέπει να πάρεις τον έλεγχο κι αυτή είναι τώρα.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn wir vernünftig sind, die Dinge richtig anpacken und nicht den Kopf verlieren, dann wird alles gut.Αν είμαστε λογικοί, αν δεν πανικοβληθούμε... θα τα πάμε καλά.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
anfassen
anrühren
anpacken
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αρπάζωαρπάζουμε, αρπάζομεαρπάζομαιαρπαζόμαστε
αρπάζειςαρπάζετεαρπάζεσαιαρπάζεστε, αρπαζόσαστε
αρπάζειαρπάζουν(ε)αρπάζεταιαρπάζονται
Imper
fekt
άρπαζααρπάζαμεαρπαζόμουν(α)αρπαζόμαστε, αρπαζόμασταν
άρπαζεςαρπάζατεαρπαζόσουν(α)αρπαζόσαστε, αρπαζόσασταν
άρπαζεάρπαζαν, αρπάζαν(ε)αρπαζόταν(ε)αρπάζονταν, αρπαζόντανε, αρπαζόντουσαν
Aoristάρπαξααρπάξαμεαρπάχτηκααρπαχτήκαμε
άρπαξεςαρπάξατεαρπάχτηκεςαρπαχτήκατε
άρπαξεάρπαξαν, αρπάξαν(ε)αρπάχτηκεαρπάχτηκαν, αρπαχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αρπάξειέχουμε αρπάξειέχω αρπαχτείέχουμε αρπαχτεί
έχεις αρπάξειέχετε αρπάξειέχεις αρπαχτείέχετε αρπαχτεί
έχει αρπάξειέχουν αρπάξειέχει αρπαχτείέχουν αρπαχτεί
Plu
per
fekt
είχα αρπάξειείχαμε αρπάξειείχα αρπαχτείείχαμε αρπαχτεί
είχες αρπάξειείχατε αρπάξειείχες αρπαχτείείχατε αρπαχτεί
είχε αρπάξειείχαν αρπάξειείχε αρπαχτείείχαν αρπαχτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αρπάζωθα αρπάζουμε, θα αρπάζομεθα αρπάζομαιθα αρπαζόμαστε
θα αρπάζειςθα αρπάζετεθα αρπάζεσαιθα αρπάζεστε, θα αρπαζόσαστε
θα αρπάζειθα αρπάζουν(ε)θα αρπάζεταιθα αρπάζονται
Fut
ur
θα αρπάξωθα αρπάξουμε, θα αρπάξομεθα αρπαχτώθα αρπαχτούμε
θα αρπάξειςθα αρπάξετεθα αρπαχτείςθα αρπαχτείτε
θα αρπάξειθα αρπάξουν(ε)θα αρπαχτείθα αρπαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αρπάξειθα έχουμε αρπάξειθα έχω αρπαχτείθα έχουμε αρπαχτεί
θα έχεις αρπάξειθα έχετε αρπάξειθα έχεις αρπαχτείθα έχετε αρπαχτεί
θα έχει αρπάξειθα έχουν αρπάξειθα έχει αρπαχτείθα έχουν αρπαχτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αρπάζωνα αρπάζουμε, να αρπάζομενα αρπάζομαινα αρπαζόμαστε
να αρπάζειςνα αρπάζετενα αρπάζεσαινα αρπάζεστε, να αρπαζόσαστε
να αρπάζεινα αρπάζουν(ε)να αρπάζεταινα αρπάζονται
Aoristνα αρπάξωνα αρπάξουμε, να αρπάξομενα αρπαχτώνα αρπαχτούμε
να αρπάξειςνα αρπάξετενα αρπαχτείςνα αρπαχτείτε
να αρπάξεινα αρπάξουν(ε)να αρπαχτείνα αρπαχτούν(ε)
Perfνα έχω αρπάξεινα έχουμε αρπάξεινα έχω αρπαχτείνα έχουμε αρπαχτεί
να έχεις αρπάξεινα έχετε αρπάξεινα έχεις αρπαχτείνα έχετε αρπαχτεί
να έχει αρπάξεινα έχουν αρπάξεινα έχει αρπαχτείνα έχουν αρπαχτεί
Imper
ativ
Presάρπαζεαρπάζετεαρπάζεστε
Aoristάρπαξεαρπάξτε, αρπάχτεαρπάξουαρπαχτείτε
Part
izip
Presαρπάζοντας
Perfέχοντας αρπάξειαρπαγμένος, -η, -οαρπαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristαρπάξειαρπαχτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βοηθάω, βοηθώβοηθάμε, βοηθούμεβοηθιέμαιβοηθιόμαστε
βοηθείς, βοηθάςβοηθάτεβοηθιέσαιβοηθιέστε, βοηθιόσαστε
βοηθεί, βοηθάει, βοηθάβοηθάν(ε), βοηθούν(ε)βοηθιέταιβοηθιούνται, βοηθιόνται
Imper
fekt
βοηθούσα, βοήθαγαβοηθούσαμε, βοηθάγαμεβοηθιόμουν(α)βοηθιόμαστε, βοηθιόμασταν
βοηθούσες, βοήθαγεςβοηθούσατε, βοηθάγατεβοηθιόσουν(α)βοηθιόσαστε, βοηθιόσασταν
βοηθούσε, βοήθαγεβοηθούσαν(ε), βοήθαγαν, βοηθάγανεβοηθιόταν(ε)βοηθιόνταν(ε), βοηθιούνταν, βοηθιόντουσαν
Aoristβοήθησα, βόηθησαβοηθήσαμεβοηθήθηκαβοηθηθήκαμε
βοήθησες, βόηθησεςβοηθήσατεβοηθήθηκεςβοηθηθήκατε
βοήθησε, βόηθησεβοήθησαν, βόηθησαν, βοηθήσαν(ε)βοηθήθηκεβοηθήθηκαν, βοηθηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω βοηθήσει
έχω βοηθημένο
έχουμε βοηθήσει
έχουμε βοηθημένο
έχω βοηθηθεί
είμαι βοηθημένος, -η
έχουμε βοηθηθεί
είμαστε βοηθημένοι, -ες
έχεις βοηθήσει
έχεις βοηθημένο
έχετε βοηθήσει
έχετε βοηθημένο
έχεις βοηθηθεί
είσαι βοηθημένος, -η
έχετε βοηθηθεί
είστε βοηθημένοι, -ες
έχει βοηθήσει
έχει βοηθημένο
έχουν βοηθήσει
έχουν βοηθημένο
έχει βοηθηθεί
είναι βοηθημένος, -η, -ο
έχουν βοηθηθεί
είναι βοηθημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα βοηθήσει
είχα βοηθημένο
είχαμε βοηθήσει
είχαμε βοηθημένο
είχα βοηθηθεί
ήμουν βοηθημένος, -η
είχαμε βοηθηθεί
ήμαστε βοηθημένοι, -ες
είχες βοηθήσει
είχες βοηθημένο
είχατε βοηθήσει
είχατε βοηθημένο
είχες βοηθηθεί
ήσουν βοηθημένος, -η
είχατε βοηθηθεί
ήσαστε βοηθημένοι, -ες
είχε βοηθήσει
είχε βοηθημένο
είχαν βοηθήσει
είχαν βοηθημένο
είχε βοηθηθεί
ήταν βοηθημένος, -η, -ο
είχαν βοηθηθεί
ήταν βοηθημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βοηθάω, θα βοηθώθα βοηθάμε, θα βοηθούμεθα βοηθιέμαιθα βοηθιόμαστε
θα βοηθάςθα βοηθάτεθα βοηθιέσαιθα βοηθιέστε, θα βοηθιόσαστε
θα βοηθάει, θα βοηθάθα βοηθάν(ε), θα βοηθούν(ε)θα βοηθιέταιθα βοηθιούνται, θα βοηθιόνται
Fut
ur
θα βοηθήσωθα βοηθήσουμε, θα βοηθήσομεθα βοηθηθώθα βοηθηθούμε
θα βοηθήσειςθα βοηθήσετεθα βοηθηθείςθα βοηθηθείτε
θα βοηθήσειθα βοηθήσουνεθα βοηθηθείθα βοηθηθούνε
Fut
ur II
θα έχω βοηθήσει
θα έχω βοηθημένο
θα έχουμε βοηθήσει
θα έχουμε βοηθημένο
θα έχω βοηθηθεί
θα είμαι βοηθημένος, -η
θα έχουμε βοηθηθεί
θα είμαστε βοηθημένοι, -ες
θα έχεις βοηθήσει
θα έχεις βοηθημένο
θα έχετε βοηθήσει
θα έχετε βοηθημένο
θα έχεις βοηθηθεί
θα είσαι βοηθημένος, -η
θα έχετε βοηθηθεί
θα είστε βοηθημένοι, -ες
θα έχει βοηθήσει
θα έχει βοηθημένο
θα έχουν βοηθήσει
θα έχουν βοηθημένο
θα έχει βοηθηθεί
θα είναι βοηθημένος, -η, -ο
θα έχουν βοηθηθεί
θα είναι βοηθημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βοηθάω, να βοηθώνα βοηθάμε, να βοηθούμενα βοηθιέμαινα βοηθιόμαστε
να βοηθάςνα βοηθάτενα βοηθιέσαινα βοηθιέστε
να βοηθάει, να βοηθάνα βοηθάνε, να βοηθούνενα βοηθιέταινα βοηθιούνται, να βοηθιόνται
Aoristνα βοηθήσωνα βοηθήσουμε, να βοηθήσομενα βοηθηθώνα βοηθηθούμε
να βοηθήσειςνα βοηθήσετενα βοηθηθείςνα βοηθηθείτε
να βοηθήσεινα βοηθήσουννα βοηθηθείνα βοηθηθούνε
Perfνα έχω βοηθήσει
να έχω βοηθημένο
να έχουμε βοηθήσει
να έχουμε βοηθημένο
να έχω βοηθηθεί
να είμαι βοηθημένος, -η
να έχουμε βοηθηθεί
να είμαστε βοηθημένοι, -ες
να έχεις βοηθήσει
να έχεις βοηθημένο
να έχετε βοηθήσει
να έχετε βοηθημένο
να έχεις βοηθηθεί
να είσαι βοηθημένος, -η
να έχετε βοηθηθεί
να είστε βοηθημένοι, -η
να έχει βοηθήσει
να έχει βοηθημένο
να έχουν βοηθήσει
να έχουν βοηθημένο
να έχει βοηθηθεί
να είναι βοηθημένος, -η, -ο
να έχουν βοηθηθεί
να είναι βοηθημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβοήθα, βοήθαγεβοηθάτεβοηθιέστε
Aoristβοήθησε, βοήθαβοηθήστεβοηθήσουβοηθηθείτε
Part
izip
Presβοηθώντας
Perfέχοντας βοηθήσει, έχοντας βοηθημένοβοηθημένος, -η, -οβοηθημένοι, -ες, -α
InfinAoristβοηθήσειβοηθηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback