βοηθώ  Verb  [voitho, bohthw]

Ähnliche Bedeutung wie βοηθώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βοηθώ

... Ο βόας (Κοινή ονομασία: βόας, boa) είναι γένος ερπετών, που ανήκουν στην οικογένεια των Βοϊδών και στην τάξη των Λεπιδωτών. Πρόκειται για μη δηλητηριώδες ...

... Ο φόρος του Βοός (λατινικά: Forum Bovis) ή ο Βους (πολυτονικό: ὁ Bοῦς) ήταν πλατεία της Κωνσταντινούπολης η οποία χρησιμοποιούνταν ως τόπος εκτελέσεων ...

... λέγονται θηλές, που τη βοηθούν να σχίζει τις σάρκες από τα πτώματα ζώων. Οι θηλές αυτές περιέχουν κερατίνη που επίσης βοηθούν τη γάτα στον προσωπικό της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze helfen

... Wenn Sie frei haben, bitte helfen Sie mir. ...

... Er sagt uns oft, dass wir uns gegenseitig helfen müssen. ...

... Anderen zu helfen heißt sich selbst zu helfen. ...

Quelle: human600, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΒΟΗΘΩ
I help
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βοηθάω, βοηθώβοηθάμε, βοηθούμεβοηθιέμαιβοηθιόμαστε
βοηθείς, βοηθάςβοηθάτεβοηθιέσαιβοηθιέστε, βοηθιόσαστε
βοηθεί, βοηθάει, βοηθάβοηθάν(ε), βοηθούν(ε)βοηθιέταιβοηθιούνται, βοηθιόνται
Imper
fekt
βοηθούσα, βοήθαγαβοηθούσαμε, βοηθάγαμεβοηθιόμουν(α)βοηθιόμαστε, βοηθιόμασταν
βοηθούσες, βοήθαγεςβοηθούσατε, βοηθάγατεβοηθιόσουν(α)βοηθιόσαστε, βοηθιόσασταν
βοηθούσε, βοήθαγεβοηθούσαν(ε), βοήθαγαν, βοηθάγανεβοηθιόταν(ε)βοηθιόνταν(ε), βοηθιούνταν, βοηθιόντουσαν
Aoristβοήθησα, βόηθησαβοηθήσαμεβοηθήθηκαβοηθηθήκαμε
βοήθησες, βόηθησεςβοηθήσατεβοηθήθηκεςβοηθηθήκατε
βοήθησε, βόηθησεβοήθησαν, βόηθησαν, βοηθήσαν(ε)βοηθήθηκεβοηθήθηκαν, βοηθηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω βοηθήσει
έχω βοηθημένο
έχουμε βοηθήσει
έχουμε βοηθημένο
έχω βοηθηθεί
είμαι βοηθημένος, -η
έχουμε βοηθηθεί
είμαστε βοηθημένοι, -ες
έχεις βοηθήσει
έχεις βοηθημένο
έχετε βοηθήσει
έχετε βοηθημένο
έχεις βοηθηθεί
είσαι βοηθημένος, -η
έχετε βοηθηθεί
είστε βοηθημένοι, -ες
έχει βοηθήσει
έχει βοηθημένο
έχουν βοηθήσει
έχουν βοηθημένο
έχει βοηθηθεί
είναι βοηθημένος, -η, -ο
έχουν βοηθηθεί
είναι βοηθημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα βοηθήσει
είχα βοηθημένο
είχαμε βοηθήσει
είχαμε βοηθημένο
είχα βοηθηθεί
ήμουν βοηθημένος, -η
είχαμε βοηθηθεί
ήμαστε βοηθημένοι, -ες
είχες βοηθήσει
είχες βοηθημένο
είχατε βοηθήσει
είχατε βοηθημένο
είχες βοηθηθεί
ήσουν βοηθημένος, -η
είχατε βοηθηθεί
ήσαστε βοηθημένοι, -ες
είχε βοηθήσει
είχε βοηθημένο
είχαν βοηθήσει
είχαν βοηθημένο
είχε βοηθηθεί
ήταν βοηθημένος, -η, -ο
είχαν βοηθηθεί
ήταν βοηθημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βοηθάω, θα βοηθώθα βοηθάμε, θα βοηθούμεθα βοηθιέμαιθα βοηθιόμαστε
θα βοηθάςθα βοηθάτεθα βοηθιέσαιθα βοηθιέστε, θα βοηθιόσαστε
θα βοηθάει, θα βοηθάθα βοηθάν(ε), θα βοηθούν(ε)θα βοηθιέταιθα βοηθιούνται, θα βοηθιόνται
Fut
ur
θα βοηθήσωθα βοηθήσουμε, θα βοηθήσομεθα βοηθηθώθα βοηθηθούμε
θα βοηθήσειςθα βοηθήσετεθα βοηθηθείςθα βοηθηθείτε
θα βοηθήσειθα βοηθήσουνεθα βοηθηθείθα βοηθηθούνε
Fut
ur II
θα έχω βοηθήσει
θα έχω βοηθημένο
θα έχουμε βοηθήσει
θα έχουμε βοηθημένο
θα έχω βοηθηθεί
θα είμαι βοηθημένος, -η
θα έχουμε βοηθηθεί
θα είμαστε βοηθημένοι, -ες
θα έχεις βοηθήσει
θα έχεις βοηθημένο
θα έχετε βοηθήσει
θα έχετε βοηθημένο
θα έχεις βοηθηθεί
θα είσαι βοηθημένος, -η
θα έχετε βοηθηθεί
θα είστε βοηθημένοι, -ες
θα έχει βοηθήσει
θα έχει βοηθημένο
θα έχουν βοηθήσει
θα έχουν βοηθημένο
θα έχει βοηθηθεί
θα είναι βοηθημένος, -η, -ο
θα έχουν βοηθηθεί
θα είναι βοηθημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βοηθάω, να βοηθώνα βοηθάμε, να βοηθούμενα βοηθιέμαινα βοηθιόμαστε
να βοηθάςνα βοηθάτενα βοηθιέσαινα βοηθιέστε
να βοηθάει, να βοηθάνα βοηθάνε, να βοηθούνενα βοηθιέταινα βοηθιούνται, να βοηθιόνται
Aoristνα βοηθήσωνα βοηθήσουμε, να βοηθήσομενα βοηθηθώνα βοηθηθούμε
να βοηθήσειςνα βοηθήσετενα βοηθηθείςνα βοηθηθείτε
να βοηθήσεινα βοηθήσουννα βοηθηθείνα βοηθηθούνε
Perfνα έχω βοηθήσει
να έχω βοηθημένο
να έχουμε βοηθήσει
να έχουμε βοηθημένο
να έχω βοηθηθεί
να είμαι βοηθημένος, -η
να έχουμε βοηθηθεί
να είμαστε βοηθημένοι, -ες
να έχεις βοηθήσει
να έχεις βοηθημένο
να έχετε βοηθήσει
να έχετε βοηθημένο
να έχεις βοηθηθεί
να είσαι βοηθημένος, -η
να έχετε βοηθηθεί
να είστε βοηθημένοι, -η
να έχει βοηθήσει
να έχει βοηθημένο
να έχουν βοηθήσει
να έχουν βοηθημένο
να έχει βοηθηθεί
να είναι βοηθημένος, -η, -ο
να έχουν βοηθηθεί
να είναι βοηθημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβοήθα, βοήθαγεβοηθάτεβοηθιέστε
Aoristβοήθησε, βοήθαβοηθήστεβοηθήσουβοηθηθείτε
Part
izip
Presβοηθώντας
Perfέχοντας βοηθήσει, έχοντας βοηθημένοβοηθημένος, -η, -οβοηθημένοι, -ες, -α
InfinAoristβοηθήσειβοηθηθεί














Griechische Definition zu βοηθώ

βοηθώ [voiθó] & -άω, -ιέμαι .9β : 1. παρέχω, προσφέρω βοήθεια, συνδρομή (υλική, ηθική κτλ.): Bοηθάει τους γονείς της οικονομικά. Bοηθάει τη γυναίκα του στις δουλειές του σπιτιού. Σ΄ ευχαριστώ που με βοήθησες. Ο Θεός να σε βοηθάει, ως ευχή. Δεν τον βοήθησε η τύχη. Δε με βοηθάει η μνήμη μου, δεν μπορώ να θυμηθώ. || ελεώ: Bοηθάει τους φτωχούς. Bοηθήστε τον αόμματο! || (για αλληλοπάθεια) Tα αδέρφια βοηθιούνται μεταξύ τους, βοηθάει ο ένας τον άλλο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βοηθώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15