βοηθώ Verb  [voitho, bohthw]

  Verb
(122)
  Verb
(2)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
anpacken (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu βοηθώ

βοηθώ altgriechisch βοηθῶ


GriechischDeutsch
Λόγω της πίεσης χρόνου, επιτρέψτε μου να μην αλλάξω γλώσσα, αλλά πρώτα από όλα να πω στην κ. McGuinness καθώς και στην κ. Παναγιωτοπούλου-Κασσιώτου ότι καταφέρνω να βοηθώ το 70% του 70% που είναι εκτός της εντολής μου.Da die Zeit knapp ist, möchte ich nicht die Sprache wechseln, sondern vor allem Frau McGuinness und Frau Panayotopoulos-Cassiotou sagen, dass es mir gelingt, bei den 70 % der Anfragen, die außerhalb meines Mandats liegen, zu 70 % zu helfen.

Übersetzung bestätigt

Θα το επαναλάβω, έχοντας σπουδάσει Λατινικά για πολλά χρόνια, είμαι πολύ εξοικειωμένος με την έννοια της λέξης, η οποία είναι θετική. Σημαίνει "βοηθώ".Ich werde es wieder sagen, nachdem ich viele Jahre Latein studiert habe, ich bin mit der Bedeutung des Wortes, welche positiv ist, sehr vertraut; es bedeutet "helfen".

Übersetzung bestätigt

Αν καταφέρω να βοηθήσω έστω και ένα άτομο, θα είναι σαν να βοηθώ τη μεγαλύτερη δυνατή μονάδα: ολόκληρο τον κόσμο ενός ατόμου.Wenn ich einem Menschen helfen kann, dann helfe ich der größtmöglichen Einheit: der ganzen Welt eines Menschen.

Übersetzung bestätigt

Για εμάς και για μένα, το να βοηθώ στο σχεδιασμό του χιούμορ, δεν έχει νόημα να συγκρίνω το ένα με το άλλο.Allerdings helfen solche Vergleiche uns und besonders mir beim Entwurf von Humor nicht weiter.

Übersetzung nicht bestätigt

Άρχισα να βοηθώ μια οικογένεια στην Έρημο Καρού τη δεκαετία του '70 να μετατρέψει την έρημο που βλέπετε εκεί στα δεξιά ξανά σε χορτολιβαδική γη και, ευτυχώς, τώρα τα εγγόνια τους βρίσκονται εκεί με ελπίδα για το μέλλον.In den 70er Jahren begann ich, einer Familie in der Wüste Karoo dabei zu helfen, die Wüste, wie rechts zu sehen, wieder in Grasland zu verwandeln. Glücklicherweise bewirtschaften nun deren Enkelkinder das Land und haben Hoffnung für die Zukunft.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu βοηθώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βοηθάω, βοηθώβοηθάμε, βοηθούμεβοηθιέμαιβοηθιόμαστε
βοηθείς, βοηθάςβοηθάτεβοηθιέσαιβοηθιέστε, βοηθιόσαστε
βοηθεί, βοηθάει, βοηθάβοηθάν(ε), βοηθούν(ε)βοηθιέταιβοηθιούνται, βοηθιόνται
Imper
fekt
βοηθούσα, βοήθαγαβοηθούσαμε, βοηθάγαμεβοηθιόμουν(α)βοηθιόμαστε, βοηθιόμασταν
βοηθούσες, βοήθαγεςβοηθούσατε, βοηθάγατεβοηθιόσουν(α)βοηθιόσαστε, βοηθιόσασταν
βοηθούσε, βοήθαγεβοηθούσαν(ε), βοήθαγαν, βοηθάγανεβοηθιόταν(ε)βοηθιόνταν(ε), βοηθιούνταν, βοηθιόντουσαν
Aoristβοήθησα, βόηθησαβοηθήσαμεβοηθήθηκαβοηθηθήκαμε
βοήθησες, βόηθησεςβοηθήσατεβοηθήθηκεςβοηθηθήκατε
βοήθησε, βόηθησεβοήθησαν, βόηθησαν, βοηθήσαν(ε)βοηθήθηκεβοηθήθηκαν, βοηθηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω βοηθήσει
έχω βοηθημένο
έχουμε βοηθήσει
έχουμε βοηθημένο
έχω βοηθηθεί
είμαι βοηθημένος, -η
έχουμε βοηθηθεί
είμαστε βοηθημένοι, -ες
έχεις βοηθήσει
έχεις βοηθημένο
έχετε βοηθήσει
έχετε βοηθημένο
έχεις βοηθηθεί
είσαι βοηθημένος, -η
έχετε βοηθηθεί
είστε βοηθημένοι, -ες
έχει βοηθήσει
έχει βοηθημένο
έχουν βοηθήσει
έχουν βοηθημένο
έχει βοηθηθεί
είναι βοηθημένος, -η, -ο
έχουν βοηθηθεί
είναι βοηθημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα βοηθήσει
είχα βοηθημένο
είχαμε βοηθήσει
είχαμε βοηθημένο
είχα βοηθηθεί
ήμουν βοηθημένος, -η
είχαμε βοηθηθεί
ήμαστε βοηθημένοι, -ες
είχες βοηθήσει
είχες βοηθημένο
είχατε βοηθήσει
είχατε βοηθημένο
είχες βοηθηθεί
ήσουν βοηθημένος, -η
είχατε βοηθηθεί
ήσαστε βοηθημένοι, -ες
είχε βοηθήσει
είχε βοηθημένο
είχαν βοηθήσει
είχαν βοηθημένο
είχε βοηθηθεί
ήταν βοηθημένος, -η, -ο
είχαν βοηθηθεί
ήταν βοηθημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βοηθάω, θα βοηθώθα βοηθάμε, θα βοηθούμεθα βοηθιέμαιθα βοηθιόμαστε
θα βοηθάςθα βοηθάτεθα βοηθιέσαιθα βοηθιέστε, θα βοηθιόσαστε
θα βοηθάει, θα βοηθάθα βοηθάν(ε), θα βοηθούν(ε)θα βοηθιέταιθα βοηθιούνται, θα βοηθιόνται
Fut
ur
θα βοηθήσωθα βοηθήσουμε, θα βοηθήσομεθα βοηθηθώθα βοηθηθούμε
θα βοηθήσειςθα βοηθήσετεθα βοηθηθείςθα βοηθηθείτε
θα βοηθήσειθα βοηθήσουνεθα βοηθηθείθα βοηθηθούνε
Fut
ur II
θα έχω βοηθήσει
θα έχω βοηθημένο
θα έχουμε βοηθήσει
θα έχουμε βοηθημένο
θα έχω βοηθηθεί
θα είμαι βοηθημένος, -η
θα έχουμε βοηθηθεί
θα είμαστε βοηθημένοι, -ες
θα έχεις βοηθήσει
θα έχεις βοηθημένο
θα έχετε βοηθήσει
θα έχετε βοηθημένο
θα έχεις βοηθηθεί
θα είσαι βοηθημένος, -η
θα έχετε βοηθηθεί
θα είστε βοηθημένοι, -ες
θα έχει βοηθήσει
θα έχει βοηθημένο
θα έχουν βοηθήσει
θα έχουν βοηθημένο
θα έχει βοηθηθεί
θα είναι βοηθημένος, -η, -ο
θα έχουν βοηθηθεί
θα είναι βοηθημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βοηθάω, να βοηθώνα βοηθάμε, να βοηθούμενα βοηθιέμαινα βοηθιόμαστε
να βοηθάςνα βοηθάτενα βοηθιέσαινα βοηθιέστε
να βοηθάει, να βοηθάνα βοηθάνε, να βοηθούνενα βοηθιέταινα βοηθιούνται, να βοηθιόνται
Aoristνα βοηθήσωνα βοηθήσουμε, να βοηθήσομενα βοηθηθώνα βοηθηθούμε
να βοηθήσειςνα βοηθήσετενα βοηθηθείςνα βοηθηθείτε
να βοηθήσεινα βοηθήσουννα βοηθηθείνα βοηθηθούνε
Perfνα έχω βοηθήσει
να έχω βοηθημένο
να έχουμε βοηθήσει
να έχουμε βοηθημένο
να έχω βοηθηθεί
να είμαι βοηθημένος, -η
να έχουμε βοηθηθεί
να είμαστε βοηθημένοι, -ες
να έχεις βοηθήσει
να έχεις βοηθημένο
να έχετε βοηθήσει
να έχετε βοηθημένο
να έχεις βοηθηθεί
να είσαι βοηθημένος, -η
να έχετε βοηθηθεί
να είστε βοηθημένοι, -η
να έχει βοηθήσει
να έχει βοηθημένο
να έχουν βοηθήσει
να έχουν βοηθημένο
να έχει βοηθηθεί
να είναι βοηθημένος, -η, -ο
να έχουν βοηθηθεί
να είναι βοηθημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβοήθα, βοήθαγεβοηθάτεβοηθιέστε
Aoristβοήθησε, βοήθαβοηθήστεβοηθήσουβοηθηθείτε
Part
izip
Presβοηθώντας
Perfέχοντας βοηθήσει, έχοντας βοηθημένοβοηθημένος, -η, -οβοηθημένοι, -ες, -α
InfinAoristβοηθήσειβοηθηθεί















Griechische Definition zu βοηθώ

βοηθώ [voiθó] & -άω, -ιέμαι .9β : 1. παρέχω, προσφέρω βοήθεια, συνδρομή (υλική, ηθική κτλ.): Bοηθάει τους γονείς της οικονομικά. Bοηθάει τη γυναίκα του στις δουλειές του σπιτιού. Σ΄ ευχαριστώ που με βοήθησες. Ο Θεός να σε βοηθάει, ως ευχή. Δεν τον βοήθησε η τύχη. Δε με βοηθάει η μνήμη μου, δεν μπορώ να θυμηθώ. || ελεώ: Bοηθάει τους φτωχούς. Bοηθήστε τον αόμματο! || (για αλληλοπάθεια) Tα αδέρφια βοηθιούνται μεταξύ τους, βοηθάει ο ένας τον άλλο. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback