anfangen
 Verb

αρχίζω Verb
(28)
πιάνω Verb
(0)
ορμίζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Also wenn wir uns anschauen, wie die Technologie den Wissensarbeiter betrifft, denke ich langsam, dass diese Idee eines Generallisten gar nicht so besonderes ist, vor allem wenn wir anfangen Dinge zu tun wie Siri an Watson anzuschließen und Technologien zu benutzen, die verstehen können, was wir sagen und die uns antworten.Όταν βλέπουμε λοιπόν, τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία στους γενικούς εργάτες της γνώσης, αρχίζω να σκέφτομαι ότι μπορεί να μην υπάρχει κάτι τόσο ιδιαίτερο μ' αυτήν την ιδέα του ανθρώπου των γενικών καθηκόντων, ειδικά όταν κάνουμε πράγματα όπως το να συνδέουμε τη Σίρι με τον Γουότσον και να έχουμε τεχνολογίες οι οποίες μπορούν να καταλάβουν τι λέμε και αναμεταδίδουν ομιλία πίσω σε εμάς.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αρχίζωαρχίζουμε, αρχίζομε
αρχίζειςαρχίζετε
αρχίζειαρχίζουν(ε)
Imper
fekt
άρχιζααρχίζαμε
άρχιζεςαρχίζατε
άρχιζεάρχιζαν, αρχίζαν(ε)
Aoristάρχισααρχίσαμε
άρχισεςαρχίσατε
άρχισεάρχισαν, αρχίσαν(ε)
Per
fekt
έχω αρχίσειέχουμε αρχίσει
έχεις αρχίσειέχετε αρχίσει
έχει αρχίσειέχουν αρχίσει
Plu
per
fekt
είχα αρχίσειείχαμε αρχίσει
είχες αρχίσειείχατε αρχίσει
είχε αρχίσειείχαν αρχίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αρχίζωθα αρχίζουμε, θα αρχίζομε
θα αρχίζειςθα αρχίζετε
θα αρχίζειθα αρχίζουν(ε)
Fut
ur
θα αρχίσωθα αρχίσουμε, θα αρχίζομε
θα αρχίσειςθα αρχίσετε
θα αρχίσειθα αρχίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αρχίσειθα έχουμε αρχίσει
θα έχεις αρχίσειθα έχετε αρχίσει
θα έχει αρχίσειθα έχουν αρχίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αρχίζωνα αρχίζουμε, να αρχίζομε
να αρχίζειςνα αρχίζετε
να αρχίζεινα αρχίζουν(ε)
Aoristνα αρχίσωνα αρχίσουμε, να αρχίσομε
να αρχίσειςνα αρχίσετε
να αρχίσεινα αρχίσουν(ε)
Perfνα έχω αρχίσεινα έχουμε αρχίσει
να έχεις αρχίσεινα έχετε αρχίσει
να έχει αρχίσεινα έχουν αρχίσει
Imper
ativ
Presάρχιζεαρχίζετε
Aoristάρχισεαρχίστε
Part
izip
Presαρχίζοντας
Perfέχοντας αρχίσει
InfinAoristαρχίσει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πιάνωπιάνουμε, πιάνομεπιάνομαιπιανόμαστε
πιάνειςπιάνετεπιάνεσαιπιάνεστε, πιανόσαστε
πιάνειπιάνουν(ε)πιάνεταιπιάνονται
Imper
fekt
έπιαναπιάναμεπιανόμουν(α)πιανόμαστε, πιανόμασταν
έπιανεςπιάνατεπιανόσουν(α)πιανόσαστε, πιανόσασταν
έπιανεέπιαναν, πιάναν(ε)πιανόταν(ε)πιάνονταν, πιανόντανε, πιανόντουσαν
Aoristέπιασαπιάσαμεπιάστηκαπιαστήκαμε
έπιασεςπιάσατεπιάστηκεςπιαστήκατε
έπιασεέπιασαν, πιάσαν(ε)πιάστηκεπιάστηκαν, πιαστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω πιάσει
έχω πιασμένο
έχουμε πιάσει
έχουμε πιασμένο
έχω πιαστεί
είμαι πιασμένος, -η
έχουμε πιαστεί
είμαστε πιασμένοι, -ες
έχεις πιάσει
έχεις πιασμένο
έχετε πιάσει
έχετε πιασμένο
έχεις πιαστεί
είσαι πιασμένος, -η
έχετε πιαστεί
είστε πιασμένοι, -ες
έχει πιάσει
έχει πιασμένο
έχουν πιάσει
έχουν πιασμένο
έχει πιαστεί
είναι πιασμένος, -η, -ο
έχουν πιαστεί
είναι πιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα πιάσει
είχα πιασμένο
είχαμε πιάσει
είχαμε πιασμένο
είχα πιαστεί
ήμουν πιασμένος, -η
είχαμε πιαστεί
ήμαστε πιασμένοι, -ες
είχες πιάσει
είχες πιασμένο
είχατε πιάσει
είχατε πιασμένο
είχες πιαστεί
ήσουν πιασμένος, -η
είχατε πιαστεί
ήσαστε πιασμένοι, -ες
είχε πιάσει
είχε πιασμένο
είχαν πιάσει
είχαν πιασμένο
είχε πιαστεί
ήταν πιασμένος, -η, -ο
είχαν πιαστεί
ήταν πιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πιάνωθα πιάνουμεθα πιάνομαιθα πιανόμαστε
θα πιάνειςθα πιάνετεθα πιάνεσαιθα πιάνεστε
θα πιανόσαστε
θα πιάνειθα πιάνουνθα πιάνεταιθα πιάνονται
Fut
ur
θα πιάσωθα πιάσουμεθα πιαστώθα πιαστούμε
θα πιάσειςθα πιάσετεθα πιαστείςθα πιαστείτε
θα πιάσειθα πιάσουνθα πιαστείθα πιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πιάσει
θα έχω πιασμένο
θα έχουμε πιάσει
θα έχουμε πιασμένο
θα έχω πιαστεί
θα είμαι πιασμένος, -η
θα έχουμε πιαστεί
θα είμαστε πιασμένοι, -ες
θα έχεις πιάσει
θα έχεις πιασμένο
θα έχετε πιάσει
θα έχετε πιασμένο
θα έχεις πιαστεί
θα είσαι πιασμένος, -η
θα έχετε πιαστεί
θα είστε πιασμένοι, -ες
θα έχει πιάσει
θα έχει πιασμένο
θα έχουν πιάσει
θα έχουν πιασμένο
θα έχει πιαστεί
θα είναι πιασμένος, -η, -ο
θα έχουν πιαστεί
θα είναι πιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πιάνωνα πιάνουμενα πιάνομαινα πιανόμαστε
να πιάνειςνα πιάνετενα πιάνεσαινα πιάνεστε
να πιανόσαστε
να πιάνεινα πιάνουννα πιάνεταινα πιάνονται
Aoristνα πιάσωνα πιάσουμενα πιαστώνα πιαστούμε
να πιάσειςνα πιάσετενα πιαστείςνα πιαστείτε
να πιάσεινα πιάσουννα πιαστείνα πιαστούν(ε)
Perfνα έχω πιάσει
να έχω πιασμένο
να έχουμε πιάσει
να έχουμε πιασμένο
να έχω πιαστεί
να είμαι πιασμένος, -η
να έχουμε πιαστεί
να είμαστε πιασμένοι, -ες
να έχεις πιάσει
να έχεις πιασμένο
να έχετε πιάσει
να έχετε πιασμένο
να έχεις πιαστεί
να είσαι πιασμένος, -η
να έχετε πιαστεί
να είστε πιασμένοι, -ες
να έχει πιάσει
να έχει πιασμένο
να έχουν πιάσει
να έχουν πιασμένο
να έχει πιαστεί
να είναι πιασμένος, -η, -ο
να έχουν πιαστεί
να είναι πιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπιάνεπιάνετεπιάνεστε
Aoristπιάσεπιάσετε, πιάστεπιάσουπιαστείτε
Part
izip
Presπιάνοντας
Perfέχοντας πιάσει
έχοντας πιασμένο
πιασμένος, -η, -οπιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristπιάσειπιαστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback