αρχίζω  Verb  [archizo, arxizw]


Beispielsätze αρχίζω

... ένα πολυφωνικό έργο στο οποίο όλες οι φωνές τραγουδούν την ίδια μελωδία, αρχίζουν όμως ή μία μετά την άλλη με διαφορά φάσης κάποιων μέτρων. Από τον 16ο αιώνα ...

... 9,15 μέτρα. Κάθετα προς τη γραμμή τέρματος χαράσσονται δύο γραμμές που αρχίζουν από απόσταση 5,50 μέτρων από το εσωτερικό κάθε κάθετου δοκαριού. Οι γραμμές ...

... Ο τρίτος κύκλος της Ελληνικής τηλεοπτικής κωμικής σειράς του Alpha Μην αρχίζεις τη μουρμούρα, έκανε πρεμιέρα στις 20 Σεπτεμβρίου 2015. Ο ηθοποιός της σειράς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ich fange an

... Alternativbezeichnung sind unter anderem Abfangen, Fange, Fanger, Fangerl(e), Fang(k)us, Fangis, Fanger, Fangerles, Fangermandel, Kriegen, Haschen, Packen ...

... veröffentlicht. CD Single Fang mich an – 4:04 Fang mich an (Hoopieshnoopie Remix) – 3:48 Fang mich an (LCAW Remix) – 6:26 Fang mich an (Markus Ganter Remix) ...

... Fang steht für: Fang (Arbeitssicherheit), Gefährdung durch rotierende ungeschützte Teile Fang (Ethnie), ethnische Gruppierung in Westafrika Fang (Sprache) ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΡΧΙΖΩ
sinexizo">I begin
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αρχίζωαρχίζουμε, αρχίζομε
αρχίζειςαρχίζετε
αρχίζειαρχίζουν(ε)
Imper
fekt
άρχιζααρχίζαμε
άρχιζεςαρχίζατε
άρχιζεάρχιζαν, αρχίζαν(ε)
Aoristάρχισααρχίσαμε
άρχισεςαρχίσατε
άρχισεάρχισαν, αρχίσαν(ε)
Per
fect
έχω αρχίσειέχουμε αρχίσει
έχεις αρχίσειέχετε αρχίσει
έχει αρχίσειέχουν αρχίσει
Plu
per
fect
είχα αρχίσειείχαμε αρχίσει
είχες αρχίσειείχατε αρχίσει
είχε αρχίσειείχαν αρχίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αρχίζωθα αρχίζουμε, θα αρχίζομε
θα αρχίζειςθα αρχίζετε
θα αρχίζειθα αρχίζουν(ε)
Fut
ur
θα αρχίσωθα αρχίσουμε, θα αρχίζομε
θα αρχίσειςθα αρχίσετε
θα αρχίσειθα αρχίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αρχίσειθα έχουμε αρχίσει
θα έχεις αρχίσειθα έχετε αρχίσει
θα έχει αρχίσειθα έχουν αρχίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αρχίζωνα αρχίζουμε, να αρχίζομε
να αρχίζειςνα αρχίζετε
να αρχίζεινα αρχίζουν(ε)
Aoristνα αρχίσωνα αρχίσουμε, να αρχίσομε
να αρχίσειςνα αρχίσετε
να αρχίσεινα αρχίσουν(ε)
Perfνα έχω αρχίσεινα έχουμε αρχίσει
να έχεις αρχίσεινα έχετε αρχίσει
να έχει αρχίσεινα έχουν αρχίσει
Imper
ativ
Presάρχιζεαρχίζετε
Aoristάρχισεαρχίστε
Part
izip
Presαρχίζοντας
Perfέχοντας αρχίσει
InfinAoristαρχίσει








Griechische Definition zu αρχίζω

αρχίζω [arxízo] .1α : 1.βρίσκομαι στις πρώτες στιγμές ή στο πρώτο στάδιο μιας ενέργειας (ενός έργου ή μιας διαδικασίας). ANT τελειώνω: αρχίζω τη δουλειά μου / να δουλεύω πολύ νωρίς. αρχίζω το μαγείρεμα / το διάβασμα. Δεν αρχίσαμε ακόμα να τρώμε. Άρχισε τη συγγραφή ενός βιβλίου. αρχίζω αγγλικά, αρχίζω να μαθαίνω αγγλικά. αρχίζω τη ζωή μου από την αρχή / μια νέα ζωή. || (οικ.): αρχίζω κπ. στο ξύλο / στις κλοτσιές / στις μπουνιές / στα χαστούκια, αρχίζω να τον δέρνω. || (προφ.): Tο γιο μου τον άρχισα αγγλικά, είχα την πρωτοβουλία, την ευθύνη. || για κτ. που βρίσκεται στις πρώτες στιγμές ή στο πρώτο στάδιο της εκτέλεσής του ή της εξέλιξής του: H διάλεξη αρχίζει στις εννέα. Άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. ΦΡ άρχισαν τα όργανα*. || (απρόσ.): Άρχισε να βρέχει. ANT σταμάτησε. Ο χειμώνας άργησε φέτος να αρχίσει. ANT να τελειώσει. α. για να δηλώσουμε τη μετάβαση από μια κατάσταση σε κάποια άλλη: αρχίζω να γερνάω / να ασπρίζω. Σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω. Άρχισε να νυχτώνει / να χειμωνιάζει. β. κάνω κτ. για πρώτη φορά: Aπό πότε άρχισε να πίνει; Άρχισε να κλέβει από μικρός. Tο μωρό άρχισε να περπατάει / να μιλάει. γ. χρησιμοποιώ κτ. για πρώτη φορά: Δεν άρχισα ακόμα το λάδι της νέας σοδειάς. Άρχισα καινούριο τενεκέ λάδι. δ. είμαι ο πρωταίτιος ή ο δημιουργός μιας κατάστασης: Aυτός άρχισε να φωνάζει / να βρίζει. Ποιος άρχισε (πρώτος) τον καβγά; Mην αρχίζεις (πάλι) / άρχισε (πάλι) τα ίδια, για κτ. δυσάρεστο που συνεχίζεται. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αρχίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15