Griechische Wörter mit altgriechischer Etymologie

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



υποβιβάζω

υποβιβάζω altgriechisch ὑποβιβάζω


υποβολέας

υποβολέας Koine-Griechisch ὑποβολεύς altgriechisch ὑποβάλλω


υποβολή

υποβολή (λόγιο) altgriechisch ὑποβολή ὑποβάλλω ὑπό (υπο-) + βάλλω


υποβόσκω

υποβόσκω altgriechisch ὑποβόσκομαι (μεσοπαθητικός τύπος, που χρησιμοποιείτο αποκλειστικά στο γ' πρόσωπο ενεστώτα και παρατατικού)


υποβρύχιο

υποβρύχιο substantiviertes Neutrum des Adjektivs: υποβρύχιος altgriechisch ὑποβρύχιος ὑπό + βρύχιος


υπογλυκαιμία

υπογλυκαιμία (entlehnt aus) französisch hypoglycémie hypo- ( altgriechisch ὑπό) +‎ glycémie altgriechisch γλυκύς + αἷμα)


υπογράφω

υπογράφω altgriechisch ὑπογράφω ὑπό + γράφω


υποδαυλίζω

υποδαυλίζω υπο- + δαυλός + -ίζω mittelgriechisch δαυλός altgriechisch δαλός ((Lehnübersetzung) französisch attiser)


υπόδειγμα

υπόδειγμα altgriechisch ὑπόδειγμα ὑποδείκνυμι δείκνυμι indoeuropäisch (Wurzel) *deyḱ-


υποδεικνύω

υποδεικνύω altgriechisch ὑποδεικνύω


υπόδειξη

υπόδειξη Koine-Griechisch ὑπόδειξις altgriechisch ὑποδείκνυμι ὑπό + δείκνυμι


υποδέχομαι

υποδέχομαι altgriechisch ὑποδέχομαι ὑπό + δέχομαι


υποδηλώνω

υποδηλώνω altgriechisch ὑποδηλόω / ὑποδηλῶ ὑπο- + δηλόω / δηλῶ


υπόδημα

υπόδημα altgriechisch ὑπόδημα


υποδηματοποιός

υποδηματοποιός altgriechisch ὑποδηματοποιός


υποδιαιρώ

υποδιαιρώ altgriechisch ὑποδιαιρέω-ῶ


υποδιαστολή

υποδιαστολή (λόγιο) Koine-Griechisch ὑποδιαστολή υπο- ὑπό + altgriechisch διαστολή διαστέλλω δια- διά + στέλλω


υποδουλώνω

υποδουλώνω mittelgriechisch ὑποδουλῶ + -ώνω Koine-Griechisch ὑπόδουλος ὑπό + altgriechisch δοῦλος


υποδοχή

υποδοχή altgriechisch ὑποδοχή


υποδύομαι

υποδύομαι (λόγιο) altgriechisch ὑποδύομαι[1], μέση φωνή του ὑποδύω ὑπό + δύω· ο συσχετισμός του ρήματος με την υποκριτική μάλλον οφείλεται στο ότι ο υποκριτής κρύβει το πρόσωπό του κάτω από τη μάσκα και έτσι "βυθίζεται" κατά κάποιο τρόπο στον ρόλο του


υποζύγιο

υποζύγιο altgriechisch ὑποζύγιον


υποθάλαμος

υποθάλαμος (entlehnt aus) (λόγιο δάνειο) neulateinisch hypothalamus, hypo- altgriechisch ὑπό (υπο-) + θάλαμος[1]


υποθερμία

υποθερμία (französisch) hypothermie (αντιδάνειο) (altgriechisch ) ὑπό + θερμός


υπόθεση

υπόθεση altgriechisch ὑπόθεσις ὑποτίθημι


υποθέτω

υποθέτω altgriechisch ὑποτίθημι


υποθηκεύω

υποθηκεύω υποθήκη + -εύω ((Lehnübersetzung) französisch hypothéquer hypothèque altgriechisch ὑποθήκη)


υποθήκη

υποθήκη altgriechisch ὑποθήκη ὑποτίθημι ὑπό + τίθημι


υπόκειμαι

υπόκειμαι altgriechisch ὑπόκειμαι


υπόκεντρο

υπόκεντρο (entlehnt aus) französisch hypocentre altgriechisch ὑπό + κέντρον


υποκινώ

υποκινώ altgriechisch ὑποκινέω / ὑποκινῶ ὑπό + κινέω / κινῶ ((Lehnbedeutung) französisch inciter)


υποκλέπτω

υποκλέπτω Koine-Griechisch ὑποκλέπτω (altgriechisch ὑποκλέπτομαι) ὑπό + κλέπτω


υποκλίνομαι

υποκλίνομαι altgriechisch ὑποκλίνομαι (Lehnübersetzung από τη französisch s’incliner)


υποκορισμός

υποκορισμός altgriechisch ὑποκορισμός


υποκρίνομαι

υποκρίνομαι altgriechisch ὑποκρίνομαι


υπόκριση

υπόκριση altgriechisch ὑπόκρι


υποκρισία

υποκρισία mittelgriechisch υποκρισία altgriechisch ὑπόκρισις


υποκριτής

υποκριτής altgriechisch ὑποκριτής


υποκύπτω

υποκύπτω altgriechisch ὑποκύπτω ((Lehnbedeutung) französisch succomber)


υπόλειμμα

υπόλειμμα altgriechisch ὑπόλειμμα ὑπολείπω λείπω


υπολογίζω

υπολογίζω altgriechisch ὑπολογίζομαι


υπολογισμός

υπολογισμός altgriechisch ὑπολογισμός ὑπολογίζομαι


υπολοχαγός

υπολοχαγός altgriechisch ὑπολοχαγός. Συγχρονικά αναλύεται σε υπο- + λοχαγός


υπομένω

υπομένω altgriechisch ὑπομένω ὑπό + μένω


υπόμνημα

υπόμνημα altgriechisch ὑπόμνημα ὑπομιμνήσκω μιμνήσκω


υπομονεύω

υπομονεύω Koine-Griechisch ὑπονομεύω altgriechisch ὑπόνομος ὑπονέμομαι ὑπό + νέμω


υπομονή

υπομονή altgriechisch ὑπομονή


υπόνοια

υπόνοια altgriechisch ὑπόνοια ὑπονοέω / ὑπονοῶ νόος / νοῦς


υπονόμευση

υπονόμευση υπονομεύω + -ση Koine-Griechisch ὑπονομεύω altgriechisch ὑπόνομος ὑπονέμομαι ὑπό + νέμω


υπονομευτής

υπονομευτής Koine-Griechisch ὑπονομευτής ὑπονομεύω altgriechisch ὑπόνομος ὑπονέμομαι ὑπό + νέμω


υπονομεύω

υπονομεύω Koine-Griechisch ὑπονομεύω altgriechisch ὑπόνομος


υπόνομος

υπόνομος altgriechisch ὑπόνομος


υπονοώ

υπονοώ altgriechisch ὑπονοῶ ὑπό + νοέω-ῶ


υποπίπτω

υποπίπτω altgriechisch ὑποπίπτω ὑπό + πίπτω indoeuropäisch (Wurzel) *peth₂- (πετώ)


υποπτεύομαι

υποπτεύομαι altgriechisch ὑποπτεύω ὕποπτος ὑφοράω


υποσκάπτω

υποσκάπτω Koine-Griechisch ὑποσκάπτω (ίδια σημασία) altgriechisch ὑποσκάπτω


υποσμία

υποσμία (entlehnt aus) englisch hyposmia altgriechisch ὑπό + ὀσμή


υπόσταση

υπόσταση altgriechisch ὑπόστασις ὑφίστημι / ὑφίσταμαι ὑπό + ἵστημι


υποστέλλω

υποστέλλω altgriechisch ὑποστέλλω στέλλω indoeuropäisch (Wurzel) *skʷel- ή *stel-


υποστηρίζω

υποστηρίζω Koine-Griechisch ὑποστηρίζω ὑπό + altgriechisch στηρίζω


υποστήριξη

υποστήριξη Katharevousa υποστήριξις υποστηρίζω + -σις/-ση Koine-Griechisch ὑποστηρίζω altgriechisch στηρίζω


υποστυλώνω

υποστυλώνω Koine-Griechisch ὑποστυλόομαι ὑπόστυλος altgriechisch στῦλος


υποστύλωση

υποστύλωση Koine-Griechisch ὑποστύλωσις ὑποστυλόομαι ὑπόστυλος altgriechisch στῦλος


υπόσχεση

υπόσχεση altgriechisch ὑπόσχεσις ὑπισχνέομαι και ιων. ὑπίσχομαι ὑπό + ἲσχω


υποτακτικός

υποτακτικός altgriechisch ὑποτακτικός ὑποτάσσω τάσσω


υπόταση

υπόταση altgriechisch ὑπότασις ((Lehnbedeutung) französisch hypotension)


υποτάσσω

υποτάσσω Koine-Griechisch ὑποτάσσω ὑπό + altgriechisch τάσσω ((Lehnbedeutung) französisch subordonner)


υποτείνουσα

υποτείνουσα altgriechisch ὑποτείνουσα (ὑποτείνουσα γραμμή / ὑποτείνουσα πλευρά), θηλυκό της μετοχής ενεστώτα του ρήματος ὑποτείνω


υποτίμηση

υποτίμηση Koine-Griechisch ὑποτίμησις altgriechisch ὑποτιμάω / ὑποτιμῶ τιμάω / τιμῶ (1. (Lehnbedeutung) französisch dévaluation)


υποτιμώ

υποτιμώ altgriechisch ὑποτιμῶ


υποτροπικός

υποτροπικός (1) altgriechisch ὑποτροπικός ὑπότροπος ὑπό + τρόπος


υπότροφος

υπότροφος (λόγιο) altgriechisch ὑπότροφος (που τον αναθρέφουν). Συγχρονικά αναλύεται σε υπό- + -τροφος


υπουργείο

υπουργείο υπουργός altgriechisch ὑπουργός (που προσφέρει έργο) ὑπό + ἔργον


υπούργημα

υπούργημα altgriechisch ὑπούργημα ὑπουργῶ


υπουργός

υπουργός altgriechisch ὑπουργός ὑποεργός ὑπό + ἔργον


υποφέρω

υποφέρω altgriechisch ὑποφέρω ὑπό + φέρω


υποφορά

υποφορά altgriechisch ὑποφορά ὑποφέρω φέρω indoeuropäisch (Wurzel) *bʰer-


υποχώρηση

υποχώρηση altgriechisch ὑποχώρησις (4,5: (Lehnbedeutung) französisch concession)


υποχωρώ

υποχωρώ altgriechisch ὑποχωρῶ


υπόψη

υπόψη υπόψιν Katharevousa υπ' όψιν υπό + altgriechisch ὄψιν, Akkusativ von ὄψις


υποψία

υποψία altgriechisch ὑποψία ὑφοράω (ὑπό + ὁράω), μέλλοντας: ὑπόψομαι


υπώρεια

υπώρεια altgriechisch ὑπώρεια ὑπό + ὄρος (Το ω εξηγείται von φαινόμενο της συνθετικής έκτασης). Δηλαδή το βραχύ -ο εκτείνεται (μεταβάλλεται) σε μακρό -ω.


ύστερα

ύστερα altgriechisch ὕστερον


υστερία

υστερία altgriechisch ὑστερία


ύστερο

ύστερο altgriechisch ὕστερον


υστεροφημία

υστεροφημία Koine-Griechisch ὑστεροφημία altgriechisch ὕστερος + φήμη


υστερώ

υστερώ (λόγιο) altgriechisch ὑστερῶ / ὑστερέω


υφαίνω

υφαίνω altgriechisch ὑφαίνω indoeuropäisch (Wurzel) *webʰ-


υφαίρεση

υφαίρεση altgriechisch ὑφαίρεσις


ύφανση

ύφανση Koine-Griechisch ὕφανσις altgriechisch ὑφαίνω indoeuropäisch (Wurzel) *webʰ- (υφαίνω, πλέκω)


υφαντής

υφαντής altgriechisch ὑφάντης


υφαρπάζω

υφαρπάζω altgriechisch ὑφαρπάζω > ὑφ- (ὑπό) + ἁρπάζω. Συγχρονικά υφ- (υπο-) + αρπάζω.


ύφασμα

ύφασμα altgriechisch ὕφασμα ὑφαίνω


υφέν

υφέν Koine-Griechisch ὑφέν ὑφ’ + ἕν altgriechisch εἷς


υφέρπω

υφέρπω altgriechisch ὑφέρπω ὑπό + ἕρπω


υφή

υφή altgriechisch ὑφή[1]


υφίσταμαι

υφίσταμαι altgriechisch ὑφίσταμαι


ύφος

ύφος altgriechisch ὕφος ὑφή ὑφαίνω.


υψηλόφρονας

υψηλόφρονας altgriechisch ὑψηλόφρων ὑψηλός + φρονέω ( φρήν)


υψίπεδο

υψίπεδο altgriechisch ὑψίπεδον, Maskulinum von ὑψίπεδος ὕψι + πέδον ( πούς) ((Lehnbedeutung) französisch haut plateau)


υψιπέτης

υψιπέτης altgriechisch ὑψιπέτης ὕψι + πέτομαι



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback