Griechische Wörter mit albanischer Etymologie

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



αλητάμπουρας

αλητάμπουρας αλήτης + albanisch burrë (άντρας)


αμπάριζα

αμπάριζα Etymologie fehlt (έχει προταθεί von albanisch ambaresë, ίσως όμως να μην υπάρχει τέτοια λέξη στα αλβανικά!)


βλάμης

βλάμης albanisch vëllam


γκιόνης

γκιόνης albanisch gjon


γκορτσιά

γκορτσιά albanisch gorricë πρωτοslawisch *горьцѣ (πικρός) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


ζουλάπι

ζουλάπι aromunisch zlape albanisch zullap


καλαμπόκι

καλαμπόκι mittelgriechisch καλαμπόκι albanisch kallamboq


κατσίκι

κατσίκι mittelgriechisch κατσίκι türkisch keçi αρχαία türkisch eçkü prototürkisch *kü- / *ke- (ή albanisch kats)


κοκορέτσι

κοκορέτσι albanisch kukurec


κοπέλα

κοπέλα mittelgriechisch κοπέλα κοπέλ(ι) (υπηρέτης, προγονός) + -α albanisch kopil (υπηρέτης, δούλος)[1]


κοπέλι

κοπέλι mittelgriechisch κοπέλιν υποκοριστικό του κόπελος albanisch kopil (υπηρέτης, δούλος)[1]


λουλούδι

λουλούδι mittelgriechisch λουλούδι albanisch lule + -ούδι παλαιοαλβανικά *lulā κοπτική ϩⲗⲏⲣⲓ (hlēri) ϩⲣⲏⲣⲉ (hrēre) δημώδης αιγυπτιακή γραφή (ḥrrj) altägyptisch (ḥrrt)


λουλουδίζω

λουλουδίζω mittelgriechisch λουλουδίζω λουλούδι albanisch lule + -ούδι παλαιοαλβανικά *lulā κοπτική ϩⲗⲏⲣⲓ (hlēri) ϩⲣⲏⲣⲉ (hrēre) δημώδης αιγυπτιακή γραφή (ḥrrj) altägyptisch (ḥrrt)


λούλουδο

λούλουδο mittelgriechisch λούλουδον λουλούδι albanisch lule + -ούδι παλαιοαλβανικά *lulā κοπτική ϩⲗⲏⲣⲓ (hlēri) ϩⲣⲏⲣⲉ (hrēre) δημώδης αιγυπτιακή γραφή (ḥrrj) altägyptisch (ḥrrt)


λούμπα

λούμπα albanisch luba


μάγκας

μάγκας μάγκα (θηλυκό, επί Τουρκοκρατίας: ομάδα άτακτων πολεμιστών)[1] albanisch mang(ë) + -ας türkisch manga (μικρό στρατιωτικό σώμα, διμοιρία)[2] παλαιά italienisch banca ή banka (πάγκος κωπηλατών σε γαλέρα)


μαγούλα

μαγούλα albanisch magulë (σωρός, λόφος) slawisch гомила (επιτύμβιος σωρός λίθων, λόφος) πρωτοslawisch *gomyla (επιτύμβιος σωρός λίθων) (πβ. ρουμανικά măgură: λόφος) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


μαλιοβράσι

μαλιοβράσι μάλε βράσε βάλε βράσε (κατά άλλη εκδοχή από albanisch έκφραση σχετική με το θάνατο)


μαρμάγκα

μαρμάγκα albanisch merimangë (αράχνη) mittelgriechisch μυρμήγκι[1] (αντιδάνειο) Koine-Griechisch μυρμήκιον altgriechisch μύρμηξ


μπαμπέσης

μπαμπέσης albanisch pabesë


μπαμπεσιά

μπαμπεσιά μπαμπέσης + -ιά albanisch pabesë


μπέσα

μπέσα albanisch besa (αόριστη μορφή του besë) πρωτοalbanisch *baitši *baidā proto-indogermanisch *bʰeydʰ-


μπεσαλής

μπεσαλής μπέσα + -αλής albanisch besa (αόριστη μορφή του besë) πρωτοalbanisch *baitši *baidā indoeuropäisch (Wurzel) *bʰeydʰ-


μπομπότα

μπομπότα βενετ. bobbota boba ή πιθανόν albanisch bobotë[1]


μπουλούκι

μπουλούκι albanisch buluk + -ι [1] ή απευθείας türkisch bölük (στρατιωτικό σώμα ατάκτων) bölmek (μοιράζω, διανέμω)[2] Διαφορετικής ετυμολογίας το μπουλούκος


μπούρδα

μπούρδα spanisch burda ή albanisch burdhë


ντορός

ντορός τορός από συμπροφορά της αιτιατικής τον τορό→τοντορό→το ντορό→ο ντορός albanisch torua (ντορός, ίχνος)


πίπιζα

πίπιζα albanisch pipëza [1]


πλιάτσικο

πλιάτσικο albanisch plaçkë (=λάφυρο) slawisch pljatška


σβέρκος

σβέρκος albanisch zverk


στρούγκα

στρούγκα aromunisch strunga albanisch shtrungë πρωτοalbanisch *strungā indoeuropäisch (Wurzel) *sterh3- (εξαπλώνω, διασκορπίζω), συγγενές με το (ρουμανικά) strungă.


τζιζ

τζιζ albanisch xixë ((σπίθα, σπινθήρας) Onomatopoetikum


τσιλιβήθρα

τσιλιβήθρα albanisch çilimi + -ήθρα


τσίφτης

τσίφτης albanisch qift *qiftër mittelgriechisch ξεφτέρι (αντιδάνειο) Koine-Griechisch ὀξυπτέριον altgriechisch ὀξύς + πτερόν (ή τουρκικά çift persisch جفت: cuft)


τσουνί

τσουνί albanisch tşuni çun αγόρι, γιος indoeuropäisch (Wurzel) *seu̯H- (γεννώ)


τσούπρα

τσούπρα albanisch çupë


τσουτσούνα

τσουτσούνα τσουτσούνι τσουνί albanisch tşuni çun αγόρι, γιος indoeuropäisch (Wurzel) *seu̯H- (γεννώ)


φάρα

φάρα albanisch fara (σπόρος, γένος)


φλογέρα

φλογέρα albanisch flojere aromunisch fluiarã / fluearã lateinisch flaturalis flatura, Femininum von flaturus, Aktiv Futur von flo proto-italienisch *flaō proto-indogermanisch *bʰleh₁- (φυσώ)


χαλές

χαλές albanisch halë türkisch halâ οθωμανικά τουρκικά خلا arabisch خلاء (xalā')



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback