Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



καραντίνα

καραντίνα italienisch quarantina[1] (=σαρανταριά) quaranta (=σαράντα) lateinisch quadraginta (=σαράντα) proto-indogermanisch *kʷetwr̥̄ḱomt *kʷetwr̥-dḱomt (τέσσερα-δέκα)


καραούλι

καραούλι türkisch karavul


καραπουτάνα

καραπουτάνα καρα- ( türkisch kara-: μαύρος) + πουτάνα italienisch puttana lateinisch putta (πόρνη) puta (κορίτσι) puer proto-indogermanisch *pu-


καράς

καράς türkisch kara


καρατάρω

καρατάρω Etymologie fehlt


καράτε

καράτε japanisch 空手 (karate) (άδειο χέρι)


καρατερίστας

καρατερίστας italienisch caratterista χαρακτήρ


καράτι

καράτι italienisch carato mittellateinisch caratus arabisch قيراط (qīrāṭ) Koine-Griechisch κεράτιον altgriechisch κεράτιον, υποκοριστικό του κέρας (αντιδάνειο)


καρατομώ

καρατομώ altgriechisch καρατομέω - καρατομῶ κάρα + τέμνω


καράφα

καράφα italienisch caraffa [1] arabisch [2] غرفة (ḡurfa) غرف (ḡarafa)


καράφλα

καράφλα από τη λέξη φαλάκρα με αντιμετάθεση των συμφώνων


καράφλας


καραφλιάζω

καραφλιάζω von επίθετο καραφλός


καρβέλι

καρβέλι mittelgriechisch καρβέλιν / γαρβέλιν slawisch karvalj (ή aromunisch kârveli[1], πληθυντικός τού kârvḙale)


καρβουνάδικο

καρβουνάδικο κάρβουνο + -άδικο


καρβουναποθήκη

καρβουναποθήκη κάρβουνο + αποθήκη


καρβουναριό

καρβουναριό (Katharevousa) καρβωναρείον καρβωνάρης


καρβουνέμπορος

καρβουνέμπορος κάρβουν(ο) + -έμπορος


καρβουνιάζω

καρβουνιάζω Etymologie fehlt


καρβουνιάρης

καρβουνιάρης mittelgriechisch καρβουνιάρης κάρβουνο(ν) κάρβων lateinisch carbo indoeuropäisch (Wurzel) *ker- (καίω)


καρβούνιασμα

καρβούνιασμα Etymologie fehlt


κάρβουνο

κάρβουνο mittelgriechisch κάρβουνον lateinisch carbo


καρβουνόσκονη

καρβουνόσκονη κάρβουν(ο) + -ό- + σκόνη


κάργα

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται / στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια (Κώστας Καρυωτάκης, Πρέβεζα)


καργάρω

καργάρω κάργα (επίρρημα)


κάργας

κάργας Etymologie fehlt


κάρδαμο

κάρδαμο altgriechisch κάρδαμον


καρδάμωμα

καρδάμωμα καρδαμώνω + -μα κάρδαμο


καρδαμώνω

καρδαμώνω κάρδαμο + -ώνω


καρδάρα

καρδάρα καρδάρι + -α


καρδάρι

καρδάρι mittelgriechisch καρδάρι aromunisch kardare mittellateinisch caldarium spätlateinisch caldaria lateinisch caldo caldus calidus caleo indoeuropäisch (Wurzel) *ḱal(w)e- (ζεστός)


καρδερίνα

καρδερίνα Etymologie fehlt


καρδιά

καρδιά mittelgriechisch καρδιά altgriechisch καρδία proto-indogermanisch *ḱḗr- / *ḱr̥d-


καρδιακά

※ Μυϊκά κύτταρα von πόδι αντικαθιστούν καρδιακά κύτταρα (, care.gr)


καρδιακός

καρδιακός καρδιά


καρδιαλγία

καρδιαλγία καρδιά + -αλγία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


καρδινάλιος

καρδινάλιος mittelgriechisch καρδινάλιος mittellateinisch cardinalis lateinisch cardo + -alis


καρδιογνώστης

καρδιογνώστης Etymologie fehlt


καρδιογράφημα

καρδιογράφημα Etymologie fehlt


καρδιογραφία

καρδιογραφία Etymologie fehlt


καρδιογράφος

καρδιογράφος Etymologie fehlt


καρδιοκατακτητής

καρδιοκατακτητής Etymologie fehlt


καρδιολογία

καρδιολογία καρδι(ά) + -ο- + -λογία


καρδιολόγος

καρδιολόγος (entlehnt aus) französisch cardiologue cardio- + -logue, καρδιο- + -λόγος[1]


καρδιοπάθεια

καρδιοπάθεια καρδιο- + -ο- + -πάθεια


καρδιοχειρουργική

καρδιοχειρουργική καρδιο- + χειρουργική


καρδιοχτύπι

καρδιοχτύπι καρδιά + -ο- + χτύπος + -ι


καρδιοχτυπώ

καρδιοχτυπώ καρδιοχτύπι + -ώ


καρδούλα

καρδούλα καρδιά + υποκοριστικό επίθημα -ούλα


καρέ

καρέ französisch carré


καρέκλα

καρέκλα (αντιδάνειο), venezianisch charegla cadegla *cadegra lateinisch cathedra altgriechisch καθέδρα


καρεκλάδικο

καρεκλάδικο καρεκλάς + -άδικο


καρεκλάς

καρεκλάς καρέκλα


καρεκλοκένταυρος

καρεκλοκένταυρος καρέκλα + -ο- + κένταυρος


καρεκλοπόδαρο

καρεκλοπόδαρο καρέκλα + ποδάρι


καρέτα

καρέτα Etymologie fehlt


κάρι

κάρι englisch curry


καριερίστας

καριερίστας καριέρα + -ίστας


καρικατούρα

καρικατούρα italienisch caricatura


καρικώνω

καρικώνω italienisch carico caricare spätlateinisch caricare carrico lateinisch carrus γαλατική karros πρωτοκελτικά *karros (κάρο) indoeuropäisch (Wurzel) *kr̥s-o- *ḱers- (τρέχω)


καριόλα

καριόλα mittelgriechisch καριόλα italienisch carriola, υποκοριστικό του carro lateinisch carrus γαλατικά karros proto-indogermanisch *kr̥s-o- *k̑ers- (“τρέχω”)


καριόλης

καριόλης καριόλ(α) + -ης (αναδρομικός σχηματισμός)[1]


καριοφίλι

καριοφίλι türkisch karanfil [1] (γαρίφαλο, λόγω του σχήματος της κάννης ή των διακοσμητικών μοτίβων που έφερε) osmanisch türkisch قرنفل (karanfil) arabisch قَرَنْفِل (qaranfil) Koine-Griechisch καρυόφυλλον


καρκινογένεση

καρκινογένεση Etymologie fehlt


καρκινολογία

καρκινολογία Etymologie fehlt


καρκινολόγος

καρκινολόγος (entlehnt aus) (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία canecero- + -logist, καρκίν(ος) + -ο- + -λόγος[1]


καρκίνωμα

καρκίνωμα Etymologie fehlt


κάρμα

κάρμα englisch karma sanskritisch कर्मन् (kárman, πράξη)


καρμίνι

καρμίνι Etymologie fehlt


καρμίρης

καρμίρης κάρμοιρος (Το Λεξικό Μπαμπινιώτη[1] υποθέτει Koine-Griechisch καρίμοιρος (που έχει την μοίρα του Καρός, και γι' αυτό ορθογραφεί με -οι-. Έχει προταθεί επίσης αρμενικά կարմիր παλαιοαρμενικά կարմիր indoeuropäisch (Wurzel) *kʷr̥mis: ζεστός)


καρμιριά

καρμιριά καρμίρης


καρμπιρατέρ

καρμπιρατέρ französisch carburateur carburer + -ateur carbure carbone + -ure französisch carbo proto-indogermanisch *ker- (καίω)


καρμπολάχανο

καρμπολάχανο mittelgriechisch καρμπολάχανο *κραμπολάχανο κράμβη + λάχανο


καρμπόν

καρμπόν französisch carbone lateinisch carbo indoeuropäisch (Wurzel) *ker- (καίω) ((Lehnübersetzung) (γαλλικά papier carbone)


καρμπονάρα

καρμπονάρα italienisch carbonara, Femininum von carbonaro carbonaio lateinisch carbonarius carbo indoeuropäisch (Wurzel) *ker- (καίω)


καρναβάλι

καρναβάλι italienisch carnevale lateinisch carnem levare (απομακρύνω, εξαφανίζω το κρέας) caro + levo


καρνάβαλος

καρνάβαλος καρναβάλι + -ος italienisch carnevale lateinisch carnem levare (απομακρύνω, εξαφανίζω το κρέας) caro + levo


καρνέ

καρνέ Etymologie fehlt


καρντάσης

καρντάσης türkisch kardaş kardeş (αδελφός von ίδια κοιλιά) οθωμανικά τουρκικά قارنداش


κάρο

κάρο italienisch carro lateinisch carrus γαλατικά karros indoeuropäisch (Wurzel) *kr̥s-o- *k̑ers- (τρέχω) (4. englisch car)


καρό

καρό französisch carreau


καροσερί

καροσερί französisch carrosserie


καροτίνη

καροτίνη französisch carotène λατινικά carota Koine-Griechisch καρωτόν altgriechisch κάρα


καρότο

καρότο italienisch carota lateinisch carota Koine-Griechisch καρωτόν (αντιδάνειο) altgriechisch κάρα


καρότσα

καρότσα italienisch carrozza carro lateinisch carrus indoeuropäisch (Wurzel) *kr̥s-o- *k̑ers- (“τρέχω”)


καρότσι

καρότσι καρότσα + κατάληξη υποκοριστικού -ι italienisch carrozza carro lateinisch carrus indoeuropäisch (Wurzel) *kr̥s-o- *k̑ers- (“τρέχω”)


καροτσιέρης

καροτσιέρης italienisch carrozziere carrozza carro lateinisch carrus indoeuropäisch (Wurzel) *kr̥s-o- *k̑ers- (“τρέχω”)


καρούλι

καρούλι Etymologie fehlt


καρουλιάζω

καρουλιάζω


καρούμπαλο

καρούμπαλο Etymologie fehlt


καρπαζιά

καρπαζιά Etymologie fehlt


καρπάζωμα

καρπάζωμα Etymologie fehlt


καρπαζώνω

καρπαζώνω Etymologie fehlt


καρπερός

καρπερός καρπός + -ερός


καρπέτα

καρπέτα französisch carpette


καρπεύω

καρπεύω Etymologie fehlt


καρπίζω

καρπίζω altgriechisch καρπίζω καρπός indoeuropäisch (Wurzel) *(s)ker-p- (κόβω, δρέπω)


κάρπισμα

κάρπισμα Etymologie fehlt


καρπολόγημα

καρπολόγημα Etymologie fehlt


καρπολογώ

καρπολογώ καρπο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback