{το}  κάρβουνο Subst.  [karvuno, karboyno]

{die}  
Kohle (ugs.)
  Subst.
(184)

Etymologie zu κάρβουνο

κάρβουνο mittelgriechisch κάρβουνον lateinisch carbo


GriechischDeutsch
Η υπόθεση έγκειται στο ότι η πρωτογενής πηγή ενέργειας του εν λόγω νεοεισερχόμενου επενδυτή θα ήταν το κάρβουνο.Dabei wurde von der Annahme ausgegangen, dass dieses Unternehmen hauptsächlich Kohle als Energiequelle verwendet.

Übersetzung bestätigt

Για παράδειγμα, τρόφιμα και ποτά (δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες σε καντίνες και τα δελτία γευμάτων), κάρβουνα, αέριο, ηλεκτρικό ρεύμα, βαρύ πετρέλαιο, θέρμανση, υποδήματα και ενδύματα (εκτός των στολών εργασίας), μικροϋπολογιστές κ.λπ.Darunter fallen z. B. Verpflegung und Getränke (mit Ausnahme der Aufwendungen für Kantinen und Essensmarken), Kohle, Gas, Strom, Heizung, Schuhe und Kleidung (mit Ausnahme von Arbeitskleidung), Mikrocomputer usw.

Übersetzung bestätigt

Είδος του καυσίμου που χρησιμοποιήθηκε: (αέριο, κάρβουνο, λιγνίτης, μαζούτ, ηλεκτρισμός, βιομάζα)Art des verwendeten Brennstoffs (Gas, Kohle, Braunkohle, Erdöl, Strom, Biomasse)

Übersetzung bestätigt

Ξυλοκάρβουνα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα κάρβουνα από κελύφη ή καρύδια, έστω και συσσωματωμένα (εκτός από ξυλοκάρβουνα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως φάρμακα, ξυλοκάρβουνα αναμειγμένα με θυμίαμα, ενεργοποιημένα ξυλοκάρβουνα και κάρβουνο ζωγραφίσματος)Holzkohle, einschl. Kohle aus Schalen oder Nüssen, auch zusammengepresst (ausg. Holzkohle als Arzneiware, mit Weihrauch gemischte Holzkohle, aktivierte Holzkohle und Zeichenkohle)

Übersetzung bestätigt

Ξυλοκάρβουνα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα κάρβουνα από κελύφη ή καρύδια), έστω και συσσωματωμέναHolzkohle (einschließlich Kohle aus Schalen oder Nüssen), auch zusammengepresst

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Ähnliche Wörter
καρβουνόσκονη



Griechische Definition zu κάρβουνο

κάρβουνο το [kárvuno] : 1. στερεό καύσιμο που περιέχει άνθρακα σε μεγάλη ποσότητα και που: α. εξορύσσεται από τη γη· γαιάνθρακας, πετροκάρβουνο: Tα παλιά τρένα κινούνταν με κάρβουνο. Ρίχνω κάρβουνο στη μηχανή. β. (συνήθ. πληθ.) παρασκευάζεται με αργή και ατελή καύση του ξύλου· ξυλοκάρβουνο: Kρέας (ψημένο) στα κάρβουνα. Tα μάτια του είναι κατάμαυρα σαν κάρβουνο. (έκφρ.) κάποιος / κτ. γίνεται κάρβουνο, καίγεται από τη φωτιά: Άνθρωποι και ζώα έγιναν κάρβουνο. Ξέχασε το φαγητό στο φούρνο και έγινε κάρβουνο. ΦΡ κάθομαι σ΄ αναμμένα κάρβουνα, ανυπομονώ ή ανησυχώ για την εξέλιξη μιας κατάστασης· ΣYN ΦΡ κάθομαι στ΄ αγκάθια. εδώ σε θέλω κάβουρα* να περπατάς στα κάρβουνα. πού πας ξυπόλυτος* στ΄ αγκάθια / στα κάρβουνα; (λαϊκ.) να καούν τα κάρβουνα!, αναφώνηση κάποιου που βρίσκεται σε κατάσταση κεφιού. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback