Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



συνόψιση

συνόψιση Koine-Griechisch σύνοψις + -ιση ( -ίζω)


συνταγή

συνταγή Koine-Griechisch συνταγή altgriechisch συντάσσω σύν + τάσσω (1,2 Lehnbedeutung από τη französisch recette)


σύνταγμα

σύνταγμα altgriechisch σύνταγμα


συνταγματάρχης

συνταγματάρχης (λόγιο) Koine-Griechisch συνταγματάρχης. Συγχρονικά αναλύεται σε (σύνταγμα) συνταγματ- + -άρχης άρχω


συνταγματικός

συνταγματικός σύνταγμα + -ικός


συνταγματικότητα

συνταγματικότητα Etymologie fehlt


συνταγματολόγος

συνταγματολόγος σύνταγμα, συντάγματ(ος) + -ο- + -λόγος


συνταγογραφία

συνταγογραφία συνταγογραφώ + -ση


συνταγογραφώ

συνταγογραφώ συνταγογραφία + -ώ


συνταγολογία

συνταγολογία συνταγή + -ο- + -λογία


συνταγολόγιο

συνταγολόγιο συνταγ(η) + -ο- + -λόγιο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


συνταιριάζω

συνταιριάζω Etymologie fehlt


συνταίριασμα

συνταίριασμα Etymologie fehlt


συντάκτης

συντάκτης σύνταξη κειμένου


συντακτικό

συντακτικό substantiviertes Neutrum des Adjektivs συντακτικός


συντακτικός

συντακτικός Etymologie fehlt


σύνταξη

σύνταξη altgriechisch σύνταξις


συνταξιδεύω

συνταξιδεύω συν + ταξιδεύω


συνταξιδιώτης

συνταξιδιώτης συν- + ταξιδιώτης (ταξίδ(ι) + -ιώτης)


συνταξιοδότηση

συνταξιοδότηση Etymologie fehlt


συνταξιοδοτώ

συνταξιοδοτώ σύνταξις + δοτῶ


συνταξιούχος

συνταξιούχος σύνταξι(ς) + -ούχος


συνταράσσω

συνταράσσω altgriechisch συνταράσσω σύν + ταράσσω


συντάσσω

συντάσσω συν + τάσσω


συνταύτιση

συνταύτιση Etymologie fehlt


συντείνω

συντείνω altgriechisch


σύντεκνος

σύντεκνος συν + τέκνο


συντέλεια

συντέλεια (λόγιο) Koine-Griechisch συντέλεια (ολοκλήρωση έως το τέλος περιόδου) αρχαία σημασία: κοινή οικονομική εισφορά[1]


συντελεστής

συντελεστής συντελώ + -τής altgriechisch συντελέω / συντελῶ σύν + τελέω / τελῶ ((Lehnübersetzung) französisch coefficient)


συντελώ

συντελώ altgriechisch συντελέω / συντελῶ σύν + τελέω / τελῶ τέλος indoeuropäisch (Wurzel) *kʷel- (κινώ, στρίβω)


συντέμνω

συντέμνω Etymologie fehlt


συντεχνία

συντεχνία Koine-Griechisch συντεχνία altgriechisch σύντεχνος σύν + τέχνη


σύντεχνος

σύντεχνος συν- + -τεχνος


σύντηγμα

σύντηγμα Etymologie fehlt


συντήκω

συντήκω Etymologie fehlt


σύντηξη

σύντηξη Etymologie fehlt


συντήρηση

συντήρηση (λόγιο) Koine-Griechisch συντήρη(σις) + -ση.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + τήρηση (τηρώ)


συντηρητικότητα

συντηρητικότητα συντηρητικός + -ότης/-ότητα


συντηρητισμός

συντηρητισμός Etymologie fehlt


συντηρώ

συντηρώ Etymologie fehlt


σύντμηση

σύντμηση altgriechisch σύντμησις συν + τμήσις τέμνω (= κόβω)


συντόμευση

συντόμευση Etymologie fehlt


συντομεύω

συντομεύω σύντομος


συντομία


συντομογραφία

συντομογραφία σύντομος + -γραφία (von ρήμα γράφω)


συντονίζω

συντονίζω (entlehnt aus) französisch syntoniser altgriechisch σύντονος σύν + τόνος τείνω


συντονισμός

συντονισμός Etymologie fehlt


συντονιστής

συντονιστής συντονίζω + -τής (2. (Lehnübersetzung) französisch syntonisateur)


συντοπίτης

συντοπίτης συν- + τόπος + -ίτης


συντρέχω

συντρέχω συν + τρέχω


συντριβή

συντριβή Koine-Griechisch συντριβή altgriechisch συντρίβω σύν + τρίβω


συντρίβω

συντρίβω altgriechisch συντρίβω συν- + τρίβω


σύντριμμα

σύντριμμα altgriechisch σύντριμμα


συντρίμμι

συντρίμμι συντρίβω


συντρόφεμα

συντρόφεμα Etymologie fehlt


συντροφεύω

συντροφεύω mittelgriechisch συντροφεύω altgriechisch σύντροφος


συντρόφι

συντρόφι σύντροφος + -ι


συντροφιά

συντροφιά Koine-Griechisch συντροφία altgriechisch σύντροφος σύν + τρέφω ((Lehnbedeutung) französisch compagnie[1])


συντροφιάζω

συντροφιάζω συντροφιά + -άζω


συντροφικότητα

συντροφικότητα συντροφικός + -ότητα


σύντροφος

σύντροφος κληρονομημένη von altgriechisch σύντροφος σύν- + τρέφω[1]


συντρώγω

συντρώγω Etymologie fehlt


συντυχαίνω

συντυχαίνω συν + τυγχάνω


συντυχιά

συντυχιά Etymologie fehlt


συνύπαρξη

συνύπαρξη Koine-Griechisch συνύπαρξις altgriechisch συνυπάρχω σύν + ὑπάρχω ὑπο- + ἄρχω proto-indogermanisch *h₂érgʰ- (ἄρχω)


συνυπάρχω

συνυπάρχω altgriechisch συνυπάρχω σύν + ὑπάρχω


συνυπευθυνότητα

συνυπευθυνότητα Etymologie fehlt


συνυπηρέτηση

συνυπηρέτηση Etymologie fehlt


συνυπηρετώ

συνυπηρετώ Etymologie fehlt


συνυποβάλλω

συνυποβάλλω Etymologie fehlt


συνυπογράφω

συνυπογράφω Etymologie fehlt


συνυπολογίζω

συνυπολογίζω συν- + υπολογίζω


συνυπολογισμός

συνυπολογισμός Etymologie fehlt


συνυφαίνω

συνυφαίνω altgriechisch συνυφαίνω σύν + ὑφαίνω indoeuropäisch (Wurzel) *webʰ- (3. (Lehnbedeutung) englisch interweave)


συνωθούμαι

συνωθούμαι Etymologie fehlt


συνωμοσία

συνωμοσία altgriechisch συνωμοσία συνομώτης συν- + -ομώτης όμνυμι indoeuropäisch (Wurzel) *h₃emh₃-


συνωμότης

συνωμότης altgriechisch συνωμότης συν- + ὄμνυμι indoeuropäisch (Wurzel) *h₃emh₃-


συνωμοτώ

συνωμοτώ συνωμότης


συνωνυμία

συνωνυμία συνώνυμος


συνωστισμός

συνωστισμός συνωστίζομαι + -μός ὠστίζομαι ὠθέομαι/ὠθοῦμαι


σύριγγα

σύριγγα französisch seringue altgriechisch σῦριγξ(που σήμαινε σωλήνα, επίσης ήταν και μουσικό όργανο)


συρίγγιο

συρίγγιο Etymologie fehlt


συριγμός

συριγμός Etymologie fehlt


συρίζω

συρίζω (λόγιο) altgriechisch συρίζω (ηχομιμητικό)


σύρμα

σύρμα altgriechisch σύρμα σύρω proto-indogermanisch *tuer (αναδεύω, ανακατεύω)


συρματοποίηση

συρματοποίηση Etymologie fehlt


συρματοποιώ

συρματοποιώ Etymologie fehlt


συρματόσκοινο

συρματόσκοινο Etymologie fehlt


συρματουργία

συρματουργία Etymologie fehlt


συρμή

συρμή Etymologie fehlt


συρμός

συρμός Etymologie fehlt


σύρραξη

σύρραξη altgriechisch σύρραξις συρράττω / συρράσσω ῥάττω / ῥάσσω


συρράπτω

συρράπτω Etymologie fehlt


συρραφή

συρραφή altgriechisch συρραφή


συρρέω

συρρέω altgriechisch συρρέω σύν + ῥέω


σύρριζα

σύρριζα Koine-Griechisch σύρριζος + -α


συρρικνώνω

ΔΦΑ : /si.ɾiˈknɔ.nɔ/


συρρίκνωση

συρρίκνωση συρρικν(ώνω) + -ωση συρ- + altgriechisch ῥικνόομαι/ῥικνοῦμαι (ζαρώνω)


συρροή

συρροή Koine-Griechisch συρροή altgriechisch συρρέω σύν + ῥέω


σύρσιμο

σύρσιμο Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback