Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



μαΐστρα

μαΐστρα Etymologie fehlt


μαϊντανός

μαϊντανός türkisch maydanoz arabisch مقدونس (makdanws) mittelgriechisch μακεδονήσι / μακεδονήσιον lateinisch macedonense, Maskulinum von macedonensis Macedo altgriechisch Μακεδών (αντιδάνειο) Μακεδονία μακεδονία μακεδνός


μαίνομαι

μαίνομαι altgriechisch μαίνομαι indoeuropäisch (Wurzel) *mn̥yo- *men- (σκέφτομαι)


μαϊνάρω

μαϊνάρω Etymologie fehlt


μάινα

μάινα venezianisch maina, προστακτική του mainar (μαϊνάρω)[1]


μαϊμούδισμα

μαϊμούδισμα μαϊμουδίζω + -ισμα


μαϊμουδίζω

μαϊμουδίζω μαϊμού + -ίζω


μαϊμού

μαϊμού mittelgriechisch μαϊμού türkisch maymun arabisch ميمون (maymūn)


μαιευτική

μαιευτική Femininum von επιθέτου μαιευτικός (η μαιευτική τέχνη)


μαιευτήρας

μαιευτήρας Etymologie fehlt


μαίανδρος

μαίανδρος (λόγιο) Koine-Griechisch μαίανδρος altgriechisch Μαίανδρος


μάθος

μάθος altgriechisch το μάθος (η μάθηση) αόρ. του μανθάνω, ἔμαθον


μαθός

μαθός από τη φράση "ο παθός, μαθός" μετάπλαση του μαθών, μετοχής του μανθάνω


μαθήτρια

μαθήτρια Koine-Griechisch μαθήτρια, Femininum von μαθητής


μαθητούδι

μαθητούδι μαθητής + υποκοριστικό επίθημα -ούδι


μαθητολόγιο

μαθητολόγιο μαθητ(ης) + -ο- + -λόγιο


μαθητής

μαθητής altgriechisch μαθητής μανθάνω proto-indogermanisch *mn̥(s)-dʰh₁- *men- + *dʰeh₁-,


μαθητεύω

μαθητεύω Etymologie fehlt


μαθητεία

μαθητεία μαθητεύω


μάθησις


μάθηση

μάθηση altgriechisch μάθησις


μαθηματικός

μαθηματικός altgriechisch μαθηματικός


μαθηματικά

μαθηματικά βέβαιο


μάθημα

μάθημα altgriechisch μάθημα


μαθεύομαι

μαθεύομαι συνοπτικό θέμα μαθ- von ρήμα μαθαίνω + επίθημα -εύομαι [1]


μαθές

μαθές mittelgriechisch μαθές / μαθέ μαθώς[1] μαθών altgriechisch μαθών, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος μανθάνω proto-indogermanisch *mn̥(s)-dʰh₁- *men- (μιμνήσκω) + *dʰeh₁- (τίθημι)


μαθαίνω

μαθαίνω mittelgriechisch μαθαίνω altgriechisch ἔμαθον, αόριστος β’ τού μανθάνω proto-indogermanisch *mn̥(s)-dʰh₁- *men- (μιμνήσκω) + *dʰeh₁- (τίθημι)


μάζωξη

μάζωξη μαζώνω


μαζώνω

μαζώνω Etymologie fehlt


μάζωμα

μάζωμα μαζώνω


μαζοχιστής

μαζοχιστής französisch masochiste


μαζοχισμός

μαζοχισμός französisch masochisme (von όνομα του συγγραφέα Λεοπόλδου φον Ζάχερ-Μάζοχ)


μαζί

μαζί mittelgriechisch μαζίν altgriechisch μαζίον, υποκοριστικό του μᾶζα


μαζεύω

μαζεύω ή von ελληνιστικό ὁμαδεύω (συγκεντρώνω) (altgriechisch ὁμαδέω, ὁμός,ὁμάς) ή von μαζί (μάζα-μᾶζα μάσσω)


μάζεμα

μάζεμα μαζεύω


μάζα

μάζα altgriechisch μᾶζα


μαέστρος

μαέστρος italienisch maestro lateinisch magister magis + -ter magnus indoeuropäisch (Wurzel) *maǵ- ή *meǵh₂-


μαεστρία

μαεστρία Etymologie fehlt


μαδώ

μαδώ Koine-Griechisch μαδάω, -ῶ (πέφτω (για μαλλιά), είμαι φαλακρός)


μαδέρι

μαδέρι μεσαιωνικό lateinisch maderium materia


μαδαρός

μαδαρός altgriechisch μαδαρός


μάγουλο

μάγουλο Koine-Griechisch μάγουλον spätlateinisch magulum


μαγουλάδες

μαγουλάδες μάγουλο + -άδες


μαγούλα

μαγούλα albanisch magulë (σωρός, λόφος) slawisch гомила (επιτύμβιος σωρός λίθων, λόφος) πρωτοslawisch *gomyla (επιτύμβιος σωρός λίθων) (πβ. ρουμανικά măgură: λόφος) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


μαγνητοφωνώ

μαγνητοφωνώ μαγνητόφωνο


μαγνητοταινία

μαγνητοταινία μαγνήτης + ταινία


μαγνητοσκόπηση

μαγνητοσκόπηση μαγνήτης + σκόπησις για να αποδοθεί τότε in Katharevousa η französisch λέξη magnétoscope (η συσκευή) που με τη σειρά της ειχε συντεθεί von αρχ. ελληνικό Μαγνῆτις και σκοπέω-σκοπῶ


μαγνητισμός

μαγνητισμός μαγνήτης + -ισμός


μαγνήτιση

μαγνήτιση Etymologie fehlt


μαγνητίζω

μαγνητίζω μαγνήτης


μαγνήσιο

μαγνήσιο (entlehnt aus) neulateinisch magnesium altgriechisch Μαγνησία


μαγνησία

μαγνησία Μαγνησία λίθος Μαγνησία (περιοχή)


μάγμα

μάγμα μεταγενέστερη μάγμα altgriechisch μάσσω


μαγκώνω

μαγκώνω μάγκανο μάγγανον


μαγκούρα

μαγκούρα Etymologie fehlt


μαγκλαράς

μαγκλαράς αβέβαιης ετυμολογίας, του μεγάλος να φαίνεται να αποκλείεται, ίσως von μέγκλος ή τη μέγκλα λένε οι ειδικοί


μαγκίτης

μαγκίτης Etymologie fehlt


μαγκίπιον

μαγκίπιον μάγκιψ lateinisch manceps manus + capio


μαγκιόρος

μαγκιόρος


μαγκιά

μαγκιά Etymologie fehlt


μάγκας

μάγκας μάγκα (θηλυκό, επί Τουρκοκρατίας: ομάδα άτακτων πολεμιστών)[1] albanisch mang(ë) + -ας türkisch manga (μικρό στρατιωτικό σώμα, διμοιρία)[2] παλαιά italienisch banca ή banka (πάγκος κωπηλατών σε γαλέρα)


μαγκάλι

μαγκάλι türkisch mangal arabisch منقل (minqal)


μάγιστρος

μάγιστρος λατινικά magister (άρχοντας, επιβλέπων)


μάγισσα

μάγισσα μάγος + κατάληξη θηλυκού -ισσα


μαγιόξυλο

μαγιόξυλο Μά(ης) + -ό- + ξύλο (τροπή του [i] > [ʝ][1] όπως στο Μαγιού με συνίζηση και συμφωνοποίηση[2] επίδραση και της λέξης μάγια)


μαγιονέζα

μαγιονέζα französisch mayonnaise


μαγιό

μαγιό französisch maillot maille λατινικά macula


μαγικός

μαγικός altgriechisch μαγικός μάγος αρχαία persisch magush


μαγιά

μαγιά türkisch maya persisch مايه (māya)


μάγια

ΔΦΑ : /ˈma.ʝa/


μαγεύω

μαγεύω altgriechisch


μαγέρικο

μαγέρικο Etymologie fehlt


μαγερειό


μάγεμα

μάγεμα mittelgriechisch altgriechisch μάγευμα


μαγειρίτσα

μαγειρίτσα μαγειριά + -ίτσα Koine-Griechisch μαγειρία altgriechisch μάγειρος


μαγείρισσα

μαγείρισσα altgriechisch μαγείρισσα


μαγειρεύω

μαγειρεύω Koine-Griechisch altgriechisch μάγειρος


μαγείρεμα

μαγείρεμα μαγειρεύω + -μα


μαγειρειό

μαγειρειό Etymologie fehlt


μαγειρείο

μαγειρείο Koine-Griechisch μαγειρεῖον


μαγειρεία


μαγεία

μαγεία Koine-Griechisch μαγεία (αρχαία σημασία: θεολογία των Μάγων)[1] Μάγος αρχαία persisch (πβ. αρχαία persisch maγu-) indoeuropäisch (Wurzel) *meh₂gʰ- ‎(ικανός, δυνατός, βοηθητικός, μάγος)


μαγγάνιο

μαγγάνιο (entlehnt aus) μαγγάνιον παλαιά französisch mangane italienisch manganese lateinisch Magnesia altgriechisch Μαγνησία


μαγγανεία

μαγγανεία altgriechisch μαγγανεία


μαγατζές

μαγατζές Etymologie fehlt


μαγαρισιά

μαγαρισιά mittelgriechisch μαγαρισία μαγαρίζω


μαγαρίζω

μαγαρίζω altgriechisch μεγαρίζω (το ρήμα άρχισε να έχει μειωτική σημασία μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού)


μαγάρα

μαγάρα μαγαρίζω


μαγαζί

μαγαζί mittelgriechisch venezianisch magasín arabisch مخازن (maḵāzinun), Mehrzahl von مخزن (maḵzanun) خزن (ḵazana) ρίζα خ ز ن (ḵ-z-n)


μαγαζάτορας

μαγαζάτορας μαγαζ(ί) + -άτορας βενετικά magasín ιταλικά magazzino αραβικά مخازن (maḵāzinun), Mehrzahl von مخزن (maḵzanun) خزن (ḵazana) ρίζα خ ز ن (ḵ-z-n)


λωτός

λωτός altgriechisch λωτός


λώρος

λώρος Koine-Griechisch λῶρος λῶρον lateinisch lorum


λωρίον

λωρίον Etymologie fehlt


λωποδύτης

λωποδύτης altgriechisch λωποδύτης λῶπος / λώπη ( λέπω) + δύτης ( δύω)


λωποδυσία

λωποδυσία Koine-Griechisch λωποδυσία altgriechisch λωποδύτης λῶπος / λώπη ( λέπω) + δύτης ( δύω


λωλός

λωλός altgriechisch ὀλωλώς, μετοχή μέσου παρακειμένου του ὄλλυμι


λωλαμάρα

λωλαμάρα λωλός + -αμάρα


λωλά


λωβιάζω

λωβιάζω Etymologie fehlt


λώβα

λώβα Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback