Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



μερσίνα

μερσίνα Etymologie fehlt


μερσί

μερσί französisch merci


μερσεριζέ

μερσεριζέ Etymologie fehlt


μεροφάι

μεροφάι Etymologie fehlt


μέρος

ΔΦΑ : /ˈmɛ.ɾɔs/


μερόνυχτο

μερόνυχτο μέρα + νύχτα


μερόνυχτα

μερόνυχτα Etymologie fehlt


μερομήνια

μερομήνια μέρα + -ο- + μήνας + -ια


μεροληψία

μεροληψία μέρος + -ληψία / μερολήπτης μέρος + λήπτης, αποδ. του γαλλικού prendre le parti


μεροληπτώ

μεροληπτώ μέρος + -ο- + λαμβάνω


μεροκάματο

δεν έχει κάνει ακόμα 50 μεροκάματα για να βγάλει βιβλιάριο υγείας στο ΙΚΑ


μεροκαματιάρης

μεροκαματιάρης μεροκάματο


μεροδούλι

«μεροδούλι - μεροφάι» λέγεται όταν η αμοιβή φθάνει να καλύψει μόνο τα αναγκαία για την ημερήσια διατροφή του εργαζόμενου, χωρίς άλλη οικονομική δυνατότητα ή ελευθερία επιλογής εξόδων.


μέρμηγκας

μέρμηγκας μερμήγκ(ι) + augmentativer Suffix -ας mittelgriechisch μέρμηγκας(ν) / μερμήγκι(ν) / μερμήκιν Koine-Griechisch μυρμήκιον altgriechisch μύρμηξ proto-indogermanisch *morwi (μυρμήγκι)


μερκαντιλισμός

μερκαντιλισμός französisch mercantilisme


μερισμός

μερισμός altgriechisch μερισμός


μερισματαπόδειξη

μερισματαπόδειξη μέρισμα (μερίσματος) + απόδειξη


μέρισμα

μέρισμα μερίζω μερίδα μέρος


μεριμνώ

μεριμνώ altgriechisch μεριμνάω από τη ρίζα -μερ και -μαρ


μέριμνα

μέριμνα Etymologie fehlt


μερικώς

μερικώς Etymologie fehlt


μερικός

μερικός μέρος


μερικοί

μερικοί μερικός μέρος


μερικεύω

μερικεύω Etymologie fehlt


μερίκευση

μερίκευση Etymologie fehlt


μερικά


μερίζω

μερίζω altgriechisch μερίζω μερίς→μερίδα


μερίδιον


μερίδιο

μερίδιο μερίδιον υποκοριστικό του μερίς + -ίδιον


μερίδα

μερίδα altgriechisch μερίς μέρος> μερίζω


μεριάζω

μεριάζω μεριά


μεριά

μεριά mittelgriechisch μεριά μερέα μέρος


μερί

μερί mittelgriechisch μερί μηρί μηρίον Koine-Griechisch μηρίον altgriechisch μηρία ουδέτερο μηρός


μερεύω

μερεύω ημερεύω με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος ήμερος


μερεμέτισμα

μερεμέτισμα Etymologie fehlt


μερεμετίζω

μερεμετίζω μερεμέτι


μερεμέτι

μερεμέτι osmanisch türkisch meremet (πλέον παρωχημένο) arabisch مرمّت (murammat) "επισκευή" "επανόρθωση"


μέραρχος

μέραρχος (λόγιο) Koine-Griechisch μεράρχης με μεταπλασμό σε -αρχος κατά το ναύαρχος[1]


μεραρχία

μεραρχία (λόγιο) Koine-Griechisch μεραρχία (δύο χιλιαρχίες)[1] μεράρχ(ης) + -ία (μέρος + άρχω)


μερακλώνω

μερακλώνω μερακλ(ώνω) + -ώνω


μερακλής

μερακλής türkisch meraklı + -ής merak arabisch مراق (maraq). Μορφολογικά αναλύεται σε μεράκ(ι) + -λής


μεράκι

μεράκι türkisch merak arabisch مراق (maraq)


μέρα

μέρα mittelgriechisch μέρα altgriechisch ἡμέρα


μένω

μένω altgriechisch μένω


μεντρεσές

μεντρεσές türkisch medrese arabisch مدرسة (madrasa)


μέντορας

μέντορας altgriechisch Μέντωρ (μυθολογία: ο καθοδηγητής του Τηλέμαχου) Μεντορ- + -ας


μέντιουμ

μέντιουμ englisch medium lateinisch medium, Maskulinum von medius proto-italienisch *meðios proto-indogermanisch *médʰyos *me-dʰi- *me (με)


μεντεσές

μεντεσές türkisch menteşe persisch بندگشا (bandguşā). [1]


μενταγιόν

μενταγιόν französisch médaillon médaille. Αντιδάνειο: Από το ελληνικό "μετάλλιο". Παρατηρήστε το διπλό λάμδα (μη προφερόμενο πλέον) του μετάλλου στη französisch λέξη


μέντα

μέντα italienisch menta lateinisch menta / mentha altgriechisch μίνθη


μενσεβίκος

μενσεβίκος ρωσική меньшинство (μενσινστβό, μειοψηφία)


μενουέτο

μενουέτο italienisch minuetto französisch menuet


μενού

μενού französisch menu lateinisch minutus, Passiv Perfekt von minuo indoeuropäisch (Wurzel) *mi-nu *mey (μικρός, λίγος)


μένος

οι οπαδοί του γηπεδούχου επιτέθηκαν με μένος εναντίον του διαιτητή


μενεξές

μενεξές türkisch menekşe osmanisch türkisch منكشه (menekşe) persisch بنفشه (banafše: μενεξές, βιολέτα) μέση persisch wnpšk' (wanafšag: βιολέτα, μενεξές)


μέμψις

μέμψις altgriechisch μέμψις


μεμψιμοιρώ

μεμψιμοιρώ μεμψίμοιρος


μεμψιμοιρία

μεμψιμοιρία altgriechisch μεμψιμοιρία μεμψίμοιρος (αυτός που κατηγορεί τη μοίρα) μέμψις ( μέμφομαι) + μοίρα


μέμφομαι

μέμφομαι altgriechisch (μέμφομαι)


μεμβράνη

μεμβράνη spätgriechisch μεμβράνα lateinisch membrana


μελώνω

μελώνω μέλι + -ώνω


μέλωμα

μέλωμα μελώνω + -μα μέλι


μελωδώ

μελωδώ Etymologie fehlt


μελωδός

μελωδός Etymologie fehlt


μελωδικός

μελωδικός altgriechisch μελῳδικός


μελωδικά

μελωδικά μελωδικός + -ά


μελωδία

μελωδία altgriechisch μελῳδία


μελτέμι

μελτέμι türkisch meltem


μέλος

μέλος (λόγιο) altgriechisch μέλος proto-indogermanisch *mel- (μέλος, άκρο του σώματος)


μελοποιώ

μελοποιώ μέλος (λυρικό άσμα, μελωδία) + ποιώ (φτιάχνω, κάνω)


μελοποιός

μελοποιός Koine-Griechisch μελοποιός


μελοποίηση

μελοποίηση μελοποιώ + -ση


μελόπιτα

μελόπιτα μέλ(ι) + -ό- + πίτα


μελόντικα

μελόντικα (entlehnt aus) englisch melodica (ή italienisch melodica melodico melodia λατινικά melodia[1]) altgriechisch μελῳδικός μέλος + ᾠδή


μελομακάρονο

μελομακάρονο μέλι + -ο- + μακαρόνι ( italienisch maccaroni maccheroni, Mehrzahl von maccherone maccare Koine-Griechisch μακαρία (αντιδάνειο) altgriechisch μάκαρ) + -ο


μελοδραματισμός

μελοδραματισμός μελοδραματ(ικός) + -ισμός μελόδραμα


μελόδραμα

μελόδραμα (entlehnt aus) französisch mélodrame mélo- + drame altgriechisch μέλος ( proto-indogermanisch *mel-: μέλος, άκρο του σώματος) + δρᾶμα ( δράω / δρῶ proto-indogermanisch *derǝ- / *drā-: δρω)


μέλλω

μέλλω altgriechisch μέλλω


μελλόνυμφος

μελλόνυμφος altgriechisch μελλόνυμφος μέλλω + νύμφη


μελλοντολόγος

μελλοντολόγος (Lehnübersetzung) englisch futurologist. Αναλύεται σε (μέλλον) μελλοντ- + -ο- + -λόγος


μελλοντολογία

μελλοντολογία απόδοση του αμερικανικού όρου futurology future +ology -ολογία λόγος


μέλλοντας

μέλλοντας μέλλων


μέλλον

μέλλον substantiviertes Neutrum της μετοχής μέλλων, μέλλουσα, μέλλον του ρήματος μέλλω


μελιχρός

μελιχρός altgriechisch μελιχρός μέλι + -χρός


μελιτώδης

μελιτώδης Koine-Griechisch μελιτώδης altgriechisch μέλι + -ώδης


μελιτζανοσαλάτα

μελιτζανοσαλάτα μελιτζάν(α) + -ο- + σαλάτα


μελιτζάνα

μελιτζάνα italienisch melanzana spanisch berenjena arabisch باذنجان (baadhinjaan) persisch بادنگان (bâdengân)


μελιτακιά

μελιτακιά mittelgriechisch μελιτακιά μελίτακας altgriechisch μέλι


μελισσών


μελισσόχορτο

μελισσόχορτο μέλισσα + -ο- + χόρτο


μελισσουργός

μελισσουργός altgriechisch μελισσουργός μέλισσα + ἔργον


μελισσουργία

μελισσουργία μέλισσ(α) + -ουργία


μελισσουργείο

μελισσουργείο Etymologie fehlt


μελισσοτρόφος

μελισσοτρόφος altgriechisch μελισσοτρόφος (χαρακτηρισμός για χώρα).[1] Συγχρονικά αναλύεται σε μελισσο- + -τρόφος


μελισσοτροφία

μελισσοτροφία μελισσοτρόφος + -ία


μελισσοτροφείο

μελισσοτροφείο μελισσοτρόφος + -είο


μελισσόπουλο

μελισσόπουλο μέλισσα + υποκοριστικό επίθημα -όπουλο


μελισσοκόμος

μελισσοκόμος Koine-Griechisch μελισσοκόμος.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε μελισσο- + -κόμος


μελισσοκομία

μελισσοκομία Etymologie fehlt


μελισσοκομείο

μελισσοκομείο μελισσοκόμος + -είο μέλισσα + κομέω (φροντίζω)



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback