Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



μετεμψυχώνομαι

μετεμψυχώνομαι Etymologie fehlt


μετεκπαιδεύω

μετεκπαιδεύω μετά + εκπαιδεύω


μετεκπαίδευση

μετεκπαίδευση Etymologie fehlt


μετεγγραφή

μετεγγραφή μετεγγράφω + -ή


μεταχρονολογώ

μεταχρονολογώ μετα- + χρονολογώ ((Lehnbedeutung) englisch postdate ή τη französisch postdater)


μεταχείριση

μεταχείριση Koine-Griechisch μεταχείρισις altgriechisch μεταχειρίζομαι


μεταχειρίζομαι

μεταχειρίζομαι altgriechisch μεταχειρίζομαι, Passiv von μεταχειρίζω μετά + χειρίζω χείρ


μεταφύτευση

μεταφύτευση Koine-Griechisch μεταφύτευσις


μεταφυσική


μετάφρενον

μετάφρενον Etymologie fehlt


μεταφραστής

μεταφραστής Koine-Griechisch μεταφράζω


μετάφρασμα

μετάφρασμα μεταφράζω


μετάφραση

μετάφραση Koine-Griechisch μετάφρασις μεταφράζω μετά + φράζω


μεταφράζω

μεταφράζω μετα- + φράζω


μεταφόρτωση

μεταφόρτωση μεταφορτώνω + -ση (1. (Lehnübersetzung) französisch transbordement. 2. (Lehnübersetzung) englisch download. 3. (Lehnübersetzung) englisch upload)


μεταφορέας

μεταφορέας Katharevousa μεταφορεύς μεταφορά + -εύς


μεταφορά

μεταφορά altgriechisch μεταφορά μεταφέρω μετά + φέρω


μεταφέρω

μεταφέρω altgriechisch μεταφέρω μετά + φέρω


μετατυπώνω

μετατυπώνω Etymologie fehlt


μετατροπή

μετατροπή altgriechisch μετατροπή μετατρέπω μετά + τρέπω proto-indogermanisch *terkʷ- (γυρίζω, στρέφω) ((Lehnbedeutung) französisch conversion)


μετατροπέας

μετατροπέας μετατρέπω


μετατρεψιμότητα

μετατρεψιμότητα Etymologie fehlt


μετατρέπω

μετατρέπω altgriechisch μετατρέπω μετα- + τρέπω ((Lehnbedeutung) französisch convertir)


μετατόπιση

μετατόπιση Etymologie fehlt


μετατοπίζω

μετατοπίζω Etymologie fehlt


μετατάσσω

μετατάσσω Etymologie fehlt


μετατάρσιο

μετατάρσιο Etymologie fehlt


μετάταξη

μετάταξη Koine-Griechisch μετάταξις altgriechisch μετατάσσω μετά + τάσσω


μετασχηματιστής

μετασχηματιστής (Lehnübersetzung) französisch transformateur transformer (μετασχηματίζω)


μετασχηματισμός

μετασχηματισμός μετά + σχηματισμός


μετασχηματίζω

μετασχηματίζω Etymologie fehlt


μεταστροφή

μεταστροφή Etymologie fehlt


μεταστρέφω

μεταστρέφω μετά + στρέφω


μεταστοιχείωση

μεταστοιχείωση → siehe: μετα-, στοιχείο και -ωση


μεταστάς

μεταστάς altgriechisch μεταστάς


μετασκευάζω

μετασκευάζω Etymologie fehlt


μετασεισμός

μετασεισμός Etymologie fehlt


μεταρρυθμιστής

μεταρρυθμιστής μεταρρυθμίζω + -τής ((Lehnübersetzung) französisch réformateur)


μεταρρύθμιση

μεταρρύθμιση mittelgriechisch μεταρρύθμισις altgriechisch μεταρρυθμίζω μετά + ῥυθμίζω ῥυθμός


μεταρρυθμίζω

μεταρρυθμίζω altgriechisch μεταρρυθμίζω μετά + ῥυθμίζω ῥυθμός


μεταπωλητής

μεταπωλητής μετά + πωλητής


μεταπώληση

μεταπώληση Katharevousa μεταπώλησις μεταπωλώ + -σις


μετάπτωση

μετάπτωση (λόγιο) altgriechisch μετάπτω(σις) + -ση μετά- + πτῶσις (ο όρος της γραμματικής, ελληνιστικός[1])


μεταπράτης

μεταπράτης Koine-Griechisch μεταπράτης μεταπιπράσκω altgriechisch πιπράσκω / πέρνημι περάω indoeuropäisch (Wurzel) *per- (διαπερνώ, διασχίζω)


μεταπουλώ

μεταπουλώ μεταπωλώ


μεταπολίτευση

μεταπολίτευση μετα- + πολίτευσις πολιτεύω


μεταποίηση

μεταποίηση Koine-Griechisch μεταποίησις


μεταπλασμός

μεταπλασμός (λόγιο) Koine-Griechisch μεταπλασμός μεταπλάθω (altgriechisch μεταπλάσσω), Lehnbedeutung από τη neulateinisch metaplasmsus[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + πλα- (altgriechisch πλάσσω) + -σμός


μετάπλαση

μετάπλαση (λόγιο) Koine-Griechisch μετάπλα(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε μετά- + πλασ- (πλάθω) + -η (πλάση)


μεταπλάθω

μεταπλάθω altgriechisch μεταπλάσσω


μεταπίπτω

μεταπίπτω Etymologie fehlt


μεταπηδώ

μεταπηδώ Etymologie fehlt


μεταπήδηση

μεταπήδηση Etymologie fehlt


μεταπείθω

μεταπείθω μετα- + πείθω


μεταξωτός

μεταξωτός μετάξι


μεταξύ

μεταξύ mittelgriechisch μεταξύ altgriechisch μεταξύ


μεταξουργός

μεταξουργός Etymologie fehlt


μεταξουργία

μεταξουργία Etymologie fehlt


μεταξουργείο

μεταξουργείο Etymologie fehlt


μεταξόσπορος

μεταξόσπορος Etymologie fehlt


μεταξοσκώληκας

μεταξοσκώληκας μεταξο- (μετάξι) + -σκώληκας ( σκώληξ) Wort verwendet ab 1838


μεταξοπαραγωγή

μεταξοπαραγωγή Etymologie fehlt


μετάξι

μετάξι Koine-Griechisch μετάξιον, υποκοριστικό του μέταξα


μεταξένιος

μεταξένιος μετάξι + -ένιος


μέταξα

μέταξα Koine-Griechisch μέταξα


μετανοώ

μετανοώ altgriechisch μετανοῶ


μετάνοια

μετάνοια altgriechisch μετάνοια


μετανιώνω

μετανιώνω mittelgriechisch μετανιώνω μεταγνώνω / μεταγνώθω altgriechisch μεταγιγνώσκω / μεταγινώσκω γιγνώσκω / γινώσκω proto-indogermanisch *ǵiǵneh₃- *ǵneh₃- (γιγνώσκω, γνωρίζω) Υπάρχει και η άποψη: μετάνοια + -ώνω[1]


μετανιωμός

μετανιωμός Etymologie fehlt


μετάνιωμα

μετάνιωμα Etymologie fehlt


μετανάστης

μετανάστης altgriechisch μετανάστης μετά + ναίω


μεταναστεύω

μεταναστεύω altgriechisch μεταναστεύω μετανάστης


μετανάστευση

μετανάστευση mittelgriechisch μετανάστευσις Koine-Griechisch μεταναστεύω


μεταμφιέζω

μεταμφιέζω mittelgriechisch μεταμφιέζω Koine-Griechisch μεταμφιάζω μεταμφιέννυμι / μεταμφιεννύω μετά + altgriechisch ἀμφιέννυμι / ἀμφιεννύω ἀμφί + ἕννυμι / ἑννύω *ϝέσνυμι indoeuropäisch (Wurzel) *wes (ντύνω)


μεταμοσχεύω

μεταμοσχεύω μετα- + μοσχεύω «αποσπώ μόσχους και τους φυτεύω»


μεταμόσχευση

μεταμόσχευση μεταμοσχεύω


μεταμόρφωση

μεταμόρφωση altgriechisch μεταμόρφωσις


μεταμορφώνω

μεταμορφώνω spätgriechisch μετά + μορφώνω


μεταμοντερνισμός

μεταμοντερνισμός μεταμοντέρνος + -ισμός ((Lehnübersetzung) (αγγλικά) postmodernism)


μεταμελούμαι

μεταμελούμαι altgriechisch μεταμελοῦμαι μετά + μέλω


μεταμέλεια

μεταμέλεια altgriechisch μεταμέλεια μεταμέλομαι μετά + μέλω


μεταλλωρύχος

μεταλλωρύχος Koine-Griechisch μεταλλωρύχος altgriechisch μέταλλον + ὀρύττω (το ω (μεταλλωρύχος) εξηγείται με τον αρχαιοελληνικό φωνητικό νόμο της συνθετικής έκτασης)


μεταλλωρυχείο

μεταλλωρυχείο μεταλλωρύχος + -είο


μεταλλουργός

μεταλλουργός μέταλλον + -ουργός (με συναίρεση von ἔργον)


μεταλλουργία

μεταλλουργία μέταλλο + -ουργία έργο


μέταλλον

ἁλὸς μέταλλον = ορυχείο αλατιού (Ηρόδοτος, 4.185)


μεταλλογραφία

μεταλλογραφία Etymologie fehlt


μεταλλογνωσία


μεταλλοβιομηχανία

μεταλλοβιομηχανία μέταλλο + βιομηχανία


μέταλλο

μέταλλο altgriechisch μέταλλον


μετάλλιο

μετάλλιο italienisch medaglia lateinisch medialia, Maskulinum von medialis, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού medius proto-italienisch *meðios indoeuropäisch (Wurzel) *médʰyos ‎(μέσος) *me-dʰi- ‎(με, ανάμεσα) *me (με παρετυμολογική επίδραση από τη λέξη μέταλλο)


μεταλλεύω

μεταλλεύω Etymologie fehlt


μετάλλευμα

μετάλλευμα Etymologie fehlt


μεταλλειολόγος

μεταλλειολόγος Etymologie fehlt


μεταλλειολογία

μεταλλειολογία Etymologie fehlt


μεταλλείο

μεταλλείο altgriechisch μεταλλεῖον μέταλλον


μεταλλάσσω

μεταλλάσσω altgriechisch μεταλλάσσω


μετάλλαξη

μετάλλαξη (Lehnübersetzung) englisch transmutation (ή από τα γαλλικά) altgriechisch μετάλλαξις (ανταλλαγή) [1]


μεταλλάκτης

μεταλλάκτης Etymologie fehlt


μεταλλαγή

μεταλλαγή Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback