Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



μονοήμερος

μονοήμερος Etymologie fehlt


μονόζυγο

μονόζυγο μονός + -ο- + ζυγός + -ο


μονοδρομώ

μονοδρομώ μονόδρομος + -ώ


μονόδρομος

μονόδρομος μονο- + δρόμος ((Lehnübersetzung) englisch one-way)


μονοδρόμηση

μονοδρόμηση μονοδρομώ + -ση ((Lehnübersetzung) englisch one-way)


μονογραφία

μονογραφία Etymologie fehlt


μονογράφηση

μονογράφηση Etymologie fehlt


μονογραφή

μονογραφή Etymologie fehlt


μονόγραμμα

μονόγραμμα Etymologie fehlt


μονογενής

μονογενής Etymologie fehlt


μονόγαμος

μονόγαμος Etymologie fehlt


μονογαμία

μονογαμία μονο- + γάμος


μόνο

μόνο Etymologie fehlt


μόνιτορ

μόνιτορ Etymologie fehlt


μονιστής

μονιστής μονισμός + -ιστής (entlehnt aus) deutsch Monismus altgriechisch μόνος


μονισμός

μονισμός (entlehnt aus) deutsch Monismus altgriechisch μόνος


μονιμότητα

μονιμότητα Etymologie fehlt


μόνιμος

μόνιμος Etymologie fehlt


μονιμοποιώ

μονιμοποιώ μόνιμος + ποιώ


μονιμοποίηση

μονιμοποίηση Etymologie fehlt


μονιμάς

μονιμάς μόνιμος


μονιά

μονιά Etymologie fehlt


μονήρη

μονήρη (entlehnt aus) neulateinisch monera, Mehrzahl von moneron altgriechisch μονήρης


μονή

Αυξήσεις στη μονή και διπλή ταρίφα ζητούν τα ταξί


μονέδα

μονέδα mittelgriechisch μονέδα venezianisch moneda[1] lateinisch Moneta (προσωνυμία της θεάς Ήρας Juno. Στους ναούς της κόβονταν νομίσματα)[2]


μόνε

μόνε Etymologie fehlt


μοναχός

μοναχός Koine-Griechisch μοναχός altgriechisch μόνος


μοναχοπαίδι

μοναχοπαίδι μοναχός (μόνος) + παιδί


μοναχοκόρη

μοναχοκόρη μοναχός (μόνος) + κόρη


μοναχοθυγατέρα

μοναχοθυγατέρα mittelgriechisch μοναχός (μόνος) + θυγατέρα


μοναχογιός

μοναχογιός μοναχός (μόνος) + γιος


μοναχισμός

μοναχισμός Etymologie fehlt


μοναχικός

μοναχικός μόνος


μοναχικά


μοναχά

μοναχά μοναχός (επίθετο)


μοναστικός

μοναστικός Etymologie fehlt


μοναστής

μοναστής Etymologie fehlt


μοναστήριον


μοναστήρι

μοναστήρι mittelgriechisch μοναστήρι Koine-Griechisch μοναστήριον μοναστήριος μονάζω altgriechisch μόνος


μοναστηράκι

μοναστηράκι μοναστήρι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι


μονάς


μοναρχώ

μοναρχώ Etymologie fehlt


μοναρχία

μοναρχία altgriechisch μοναρχία μόνος+ αρχή (με την έννοια του μοναδικού, απόλυτου άρχοντα)


μονάρχης

μονάρχης mittelgriechisch μονάρχης altgriechisch μόναρχος


μοναξιά

μοναξιά Koine-Griechisch μοναξία, βλέπε μουνάξ


μονάκριβος

μονάκριβος μον- + ακριβός


μονάζω

μονάζω altgriechisch μονάζω μόνος+ κατάληξη -άζω


μοναδικότητα

μοναδικότητα μοναδικός + -ότητα


μοναδικός

μοναδικός altgriechisch μοναδικός μονάς


μονάδα

μονάδα altgriechisch μονάς, ενότητα, στην αιτιατική (μονάδα)


μομφή

μομφή altgriechisch


μόμολο

μόμολο italienisch mοmmοlο (τηγανητό γλυκό με ρύζι)


μολώχ

μολώχ englisch moloch spätlateinisch Moloch Koine-Griechisch Μολώχ (αντιδάνειο) hebräisch מלך (mélekh) ρίζα מ־ל־ך protosinaitisch *malk- (πρίγκιπας, βασιλιάς)


μολύνω

μολύνω altgriechisch μολύνω ((Lehnübersetzung) englisch pollute)


μολυντήρι

μολυντήρι μολύνω


μόλυνση

μόλυνση altgriechisch μόλυνσις μολύνω ((Lehnübersetzung) englisch pollution)


μολυβώνω

μολυβώνω Etymologie fehlt


μολυβιά

μολυβιά Etymologie fehlt


μολύβι

μολύβι Από το μόλυβδος.


μολυβένιος

μολυβένιος Etymologie fehlt


μόλυβδος

μόλυβδος altgriechisch μόλυβδος


μολύβδινος

μολύβδινος altgriechisch μολύβδινος


μολυβδίαση

μολυβδίαση Etymologie fehlt


μολυβδαίνιο

μολυβδαίνιο (entlehnt aus) neulateinisch molybdaenum altgriechisch μόλυβδος (επειδή τα δυο στοιχεία συγχέονται συχνά)


μολόχα


μολότοφ

μολότοφ englisch molotov (Molotov cocktail) ρωσική γλώσσα,von όνομα του Μολότοφ (Вячеслав Михайлович Молотов)


μόλος

μόλος italienisch molo


μολοντούτο

μολοντούτο μ’ όλον τούτο


μολονότι

μολονότι φράση με όλον ότι[1]


μόλο

μόλο Etymologie fehlt


μόλις

Ήταν έτοιμος και, μόλις χτύπησε το κουδούνι, κατέβηκε κάτω κι έφυγαν.


μολέρνω


μόλεμα

μόλεμα Etymologie fehlt


μολαταύτα

μολαταύτα μ’ όλα αυτά (με επίδραση και του μολοντούτο)


μόλα

μόλα Etymologie fehlt


μόκο

μόκο ίσως από παλιές (μη υφιστάμενες πλέον) έννοιες των ιταλικών λέξεων moccio (βουβός) ή moco (τίποτα)


μοκέτα

μοκέτα französisch moquette


μόκα

μόκα englisch mocha arabisch: المخا (al-Mukhā, Μόκα), λιμάνι της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα


μοιχός

μοιχός altgriechisch μοιχός


μοιχεύω

μοιχεύω altgriechisch μοιχεύω


μοιχεία

μοιχεία altgriechisch μοιχεία


μοιρολόι

μοιρολόι mittelgriechisch μοιρολόγι / μοιρολόγιον με αποβολή του [ʝ] μοιρολογῶ με αναδρομικό σχηματισμό[1] altgriechisch μοιρολογέω / μοιρολογῶ μοῖρα + λέγω


μοιρολογώ

μοιρολογώ Koine-Griechisch μοιρολογῶ μοῖρα + λέγω


μοιρολογίστρα

μοιρολογίστρα mittelgriechisch μοιρολογίστρα / μοιρολοήτρα / μοιρολογήτρια


μοιρολατρία

μοιρολατρία μοιρολάτρης + -ία


μοιρολάτρης

μοιρολάτρης μοίρα + λάτρης


μοιρογνωμόνιο

μοιρογνωμόνιο Koine-Griechisch μοιρογνωμόνιον altgriechisch μοῖρα + γνώμων


μοιραστός

μοιραστός mittelgriechisch μοιραστός


μοιραστής

μοιραστής mittelgriechisch μοιραστής


μοίρασμα

μοίρασμα Etymologie fehlt


μοιρασιά

μοιρασιά Etymologie fehlt


μοίραρχος

μοίραρχος μοίρα + -αρχος


μοιραίνω

μοιραίνω Etymologie fehlt


μοιράζω

μοιράζω Koine-Griechisch μοιράζω altgriechisch μοιράω / μοιρῶ μοῖρα μείρομαι proto-indogermanisch *(s)mer- (μοιράζω, παραχωρώ, αναθέτω)


μοιράδι

μοιράδι Etymologie fehlt


μοίρα

μοίρα altgriechisch μοῖρα μείρομαι proto-indogermanisch *(s)mer- (μοιράζω, παραχωρώ, αναθέτω)


μοιάζω

μοιάζω altgriechisch ὁμοιάζω


μοδιστρική

μοδιστρική Etymologie fehlt


μοδιστράδικο

μοδιστράδικο μοδίστρα + -άδικο


μοδίστρα

μοδίστρα französisch modiste



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback