Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



υποσύνολο

υποσύνολο Etymologie fehlt


υπόσχεση

υπόσχεση altgriechisch ὑπόσχεσις ὑπισχνέομαι και ιων. ὑπίσχομαι ὑπό + ἲσχω


υπόσχομαι

υπόσχομαι Etymologie fehlt


υποταγή

υποταγή Koine-Griechisch ὑποταγή ὑποτάσσω


υποτακτική

υποτακτική substantiviertes Femininum von υποτακτικός


υποτακτικός

υποτακτικός altgriechisch ὑποτακτικός ὑποτάσσω τάσσω


υπόταξη

υπόταξη Katharevousa ὑπόταξις (ὑπότακ-σις + -ση) Koine-Griechisch ὑπόταξις ὑπο- + τάξις. Συγχρονικά αναλύεται σε υπό- + τάξη[1]


υπόταση

υπόταση altgriechisch ὑπότασις ((Lehnbedeutung) französisch hypotension)


υποτάσσω

υποτάσσω Koine-Griechisch ὑποτάσσω ὑπό + altgriechisch τάσσω ((Lehnbedeutung) französisch subordonner)


υποταχτικός


υποτείνουσα

υποτείνουσα altgriechisch ὑποτείνουσα (ὑποτείνουσα γραμμή / ὑποτείνουσα πλευρά), θηλυκό της μετοχής ενεστώτα του ρήματος ὑποτείνω


υποτέλεια

υποτέλεια Etymologie fehlt


υποτίμηση

υποτίμηση Koine-Griechisch ὑποτίμησις altgriechisch ὑποτιμάω / ὑποτιμῶ τιμάω / τιμῶ (1. (Lehnbedeutung) französisch dévaluation)


υποτιμώ

υποτιμώ altgriechisch ὑποτιμῶ


υποτιτλισμός

υποτιτλισμός Etymologie fehlt


υπότιτλος

υπότιτλος υπό + τίτλος, (Lehnübersetzung) französisch sous-titre


υποτονία

υποτονία Etymologie fehlt


υποτονικότητα


υποτραχήλιο

υποτραχήλιο Etymologie fehlt


υποτροπή

υποτροπή Etymologie fehlt


υποτροπιάζω

υποτροπιάζω Etymologie fehlt


υποτροπικός

υποτροπικός (1) altgriechisch ὑποτροπικός ὑπότροπος ὑπό + τρόπος


υποτροφία

υποτροφία υπότροφος


υπότροφος

υπότροφος (λόγιο) altgriechisch ὑπότροφος (που τον αναθρέφουν). Συγχρονικά αναλύεται σε υπό- + -τροφος


υπουργείο

υπουργείο υπουργός altgriechisch ὑπουργός (που προσφέρει έργο) ὑπό + ἔργον


υπούργημα

υπούργημα altgriechisch ὑπούργημα ὑπουργῶ


υπουργία

υπουργία Etymologie fehlt


υπουργοποίηση

υπουργοποίηση Etymologie fehlt


υπουργός

υπουργός altgriechisch ὑπουργός ὑποεργός ὑπό + ἔργον


υποφέρω

υποφέρω altgriechisch ὑποφέρω ὑπό + φέρω


υποφορά

υποφορά altgriechisch ὑποφορά ὑποφέρω φέρω indoeuropäisch (Wurzel) *bʰer-


υπόφυση

υπόφυση Etymologie fehlt


υποχρεούμαι

υποχρεούμαι, παθητική φωνή του υποχρεώ (υποχρεώνω), κατά τα αρχαία ρήματα σε -όω, -όομαι


υποχρεώνω

υποχρεώνω υπόχρεος + -ώνω ((Lehnübersetzung) französisch obliger)


υποχρέωση

υποχρέωση υποχρεώνω + -ση ((Lehnübersetzung) französisch obligation)


υποχώρηση

υποχώρηση altgriechisch ὑποχώρησις (4,5: (Lehnbedeutung) französisch concession)


υποχωρητικότητα

υποχωρητικότητα υποχωρητικός + -ότητα


υποχωρώ

υποχωρώ altgriechisch ὑποχωρῶ


υπόψη

υπόψη υπόψιν Katharevousa υπ' όψιν υπό + altgriechisch ὄψιν, Akkusativ von ὄψις


υποψηφιότητα

υποψηφιότητα υποψήφιος


υποψία

υποψία altgriechisch ὑποψία ὑφοράω (ὑπό + ὁράω), μέλλοντας: ὑπόψομαι


υποψιάζομαι

υποψιάζομαι υποψία + -άζομαι (von παθητικό ρήμα δημιουργήθηκε και το ενεργητικό υποψιάζω)


ύπτιο

ύπτιο substantiviertes Neutrum des Adjektivs: ύπτιος


υπώρεια

υπώρεια altgriechisch ὑπώρεια ὑπό + ὄρος (Το ω εξηγείται von φαινόμενο της συνθετικής έκτασης). Δηλαδή το βραχύ -ο εκτείνεται (μεταβάλλεται) σε μακρό -ω.


ύστερα

ύστερα altgriechisch ὕστερον


υστέρημα

υστέρημα Etymologie fehlt


υστέρηση

υστέρηση Etymologie fehlt


υστερία

υστερία altgriechisch ὑστερία


ύστερο

ύστερο altgriechisch ὕστερον


υστεροβουλία

υστεροβουλία Koine-Griechisch ὑστεροβουλία


υστερολογία

υστερολογία ύστερος και λόγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


υστερολογώ

υστερολογώ Etymologie fehlt


υστεροφημία

υστεροφημία Koine-Griechisch ὑστεροφημία altgriechisch ὕστερος + φήμη


υστερώ

υστερώ (λόγιο) altgriechisch ὑστερῶ / ὑστερέω


υφαίνω

υφαίνω altgriechisch ὑφαίνω indoeuropäisch (Wurzel) *webʰ-


υφαίρεση

υφαίρεση altgriechisch ὑφαίρεσις


ύφαλα

ύφαλα ύφαλος


υφαλοκρηπίδα

υφαλοκρηπίδα ύφαλος + -ο- + κρηπίδα ((Lehnübersetzung) italienisch piattaforma continentale: ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα)


ύφαλος

ύφαλος (λόγιο) Koine-Griechisch «αἱ ὕφαλοι» (εννοείται «πέτραι» θηλυκό, πληθυντικός)[1] ὕφαλος (υποθαλάσσιος) ὑπό + ἅλς (με δάσυνση του π σε φ λόγω του δασυνόμενου α)


ύφανση

ύφανση Koine-Griechisch ὕφανσις altgriechisch ὑφαίνω indoeuropäisch (Wurzel) *webʰ- (υφαίνω, πλέκω)


υφαντήριο

υφαντήριο Etymologie fehlt


υφαντής

υφαντής altgriechisch ὑφάντης


υφαντουργείο

υφαντουργείο Etymologie fehlt


υφαντουργία

υφαντουργία Etymologie fehlt


υφαντουργός

υφαντουργός υφαντό + έργο + ς


υφάντρα

υφάντρα υφάντρια με αποβολή του [i] ανάμεσα σε [r] και φωνήεν > -τρα[1]


υφαρπαγή

υφαρπαγή Etymologie fehlt


υφαρπάζω

υφαρπάζω altgriechisch ὑφαρπάζω > ὑφ- (ὑπό) + ἁρπάζω. Συγχρονικά υφ- (υπο-) + αρπάζω.


ύφασμα

ύφασμα altgriechisch ὕφασμα ὑφαίνω


υφασματέμπορος

υφασματέμπορος ύφασμα + έμπορος


υφέν

υφέν Koine-Griechisch ὑφέν ὑφ’ + ἕν altgriechisch εἷς


υφέρπω

υφέρπω altgriechisch ὑφέρπω ὑπό + ἕρπω


ύφεση

ύφεση (λόγιο) Koine-Griechisch ὕφε(σις) (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ -ση[1] ὑφίημαι (υποχωρώ) ὑπό (ύφ-) ἵημι.


υφή

υφή altgriechisch ὑφή[1]


υφήλιος

υφήλιος (λόγιο) Koine-Griechisch ὑφήλιος (εννοείται: γῆ)[1] ὑπό (υφ-) + ἥλι(ος) + -ος (που βρίσκεται κάτω von ήλιο)


υφίσταμαι

υφίσταμαι altgriechisch ὑφίσταμαι


υφιστάμενος

υφιστάμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υφίσταμαι


υφολογία

υφολογία Etymologie fehlt


ύφος

ύφος altgriechisch ὕφος ὑφή ὑφαίνω.


υφυπουργείο

υφυπουργείο υφυπουργός


υφυπουργός

υφυπουργός υπό + υπουργός


υψηλόφρονας

υψηλόφρονας altgriechisch ὑψηλόφρων ὑψηλός + φρονέω ( φρήν)


υψηλοφροσύνη

υψηλοφροσύνη Etymologie fehlt


υψικάμινος

υψικάμινος υψι- + κάμινος ((Lehnübersetzung) französisch haut fourneau: ο σωστός σχηματισμός θα ήταν *υψηλοκάμινος)


ύψιλον

ύψιλον mittelgriechisch ὖ ψιλόν


υψίπεδο

υψίπεδο altgriechisch ὑψίπεδον, Maskulinum von ὑψίπεδος ὕψι + πέδον ( πούς) ((Lehnbedeutung) französisch haut plateau)


υψιπέτης

υψιπέτης altgriechisch ὑψιπέτης ὕψι + πέτομαι


υψίφωνος

υψίφωνος altgriechisch ὕψιος + φωνή + ος


υψομετρία

υψομετρία Etymologie fehlt


υψόμετρο

υψόμετρο Katharevousa υψόμετρον (entlehnt aus) französisch hypsomètre altgriechisch ὕψος + μέτρον


ύψος

ύψος altgriechisch ὕψος


ύψωμα

ύψωμα altgriechisch ὕψωμα


υψώνω

υψώνω Koine-Griechisch ὑψόω / ὑψῶ altgriechisch ὕψος


ύψωση

ύψωση altgriechisch ὕψωσις


φα

φα Etymologie fehlt


φάβα

φάβα mittelgriechisch φάβα lateinisch faba indoeuropäisch (Wurzel) *bʰabʰ- (φασόλι)


φαβορί

φαβορί französisch favori lateinisch favor faveo proto-italienisch *fawēō proto-indogermanisch *bʰh₂u-eh₁- (ευνοώ)


φαβορίτα

φαβορίτα venezianisch favorite italienisch favorire favore lateinisch favor faveo proto-italienisch *fawēō proto-indogermanisch *bʰh₂u-eh₁- (ευνοώ)


φαβοριτισμός

φαβοριτισμός französisch favoritisme lateinisch favor faveo proto-italienisch *fawēō proto-indogermanisch *bʰh₂u-eh₁- (ευνοώ)


φαγάδικο

φαγάδικο φαγάς + επίθημα -άδικο



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback