τραβώ  Verb  [travo, trabw]


Beispielsätze τραβώ

... Ο Τράβε (γερμ.: Trave) είναι ποταμός στο Σλέσβιχ-Χολστάιν της Γερμανίας. Έχει μήκος περίπου 124 χιλιόμετρα. Ρέει από τις πηγές του κοντά στο χωριό Γκίσελραντε ...

... τη προστακτική του ρήματος «αλάρω» εκ του ενετικού «alare» που σημαίνει τραβώ σκάφος με χοντρό σχοινί. Παλαιότερα ο Παλάσκας είχε προτείνει ως αντίστοιχο ...

... προστακτική του φραγκολεβαντίνικου ρήματος «λεβάρω» που σημαίνει τραβώ, δηλαδή "τράβα!". Ο επίσημος ελληνικός όρος είναι αίρε! που η χρήση του έχει περιοριστεί ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΡΑΒΩ
I pull
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τραβάω, τραβώτραβάμε, τραβούμετραβιέμαιτραβιόμαστε
τραβάςτραβάτετραβιέσαιτραβιέστε, τραβιόσαστε
τραβάει, τραβάτραβάν(ε), τραβούν(ε)τραβιέταιτραβιούνται, τραβιόνται
Imper
fekt
τραβούσα, τράβαγατραβούσαμε, τραβάγαμετραβιόμουν(α)τραβιόμαστε, τραβιόμασταν
τραβούσες, τράβαγεςτραβούσατε, τραβάγατετραβιόσουν(α)τραβιόσαστε, τραβιόσασταν
τραβούσε, τράβαγετραβούσαν(ε), τράβαγαν, τραβάγανετραβιόταν(ε)τραβιόνταν(ε), τραβιούνταν, τραβιόντουσαν
Aoristτράβηξατραβήξαμετραβήχτηκατραβηχτήκαμε
τράβηξεςτραβήξατετραβήχτηκεςτραβηχτήκατε
τράβηξετράβηξαν, τραβήξαν(ε)τραβήχτηκετραβήχτηκαν, τραβηχτήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω τραβήξει
έχω τραβηγμένο
έχουμε τραβήξει
έχουμε τραβηγμένο
έχω τραβηχτεί
είμαι τραβηγμένος, -η
έχουμε τραβηχτεί
είμαστε τραβηγμένοι, -ες
έχεις τραβήξει
έχεις τραβηγμένο
έχετε τραβήξει
έχετε τραβηγμένο
έχεις τραβηχτεί
είσαι τραβηγμένος, -η
έχετε τραβηχτεί
είστε τραβηγμένοι, -ες
έχει τραβήξει
έχει τραβηγμένο
έχουν τραβήξει
έχουν τραβηγμένο
έχει τραβηχτεί
είναι τραβηγμένος, -η, -ο
έχουν τραβηχτεί
είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα τραβήξει
είχα τραβηγμένο
είχαμε τραβήξει
είχαμε τραβηγμένο
είχα τραβηχτεί
ήμουν τραβηγμένος, -η
είχαμε τραβηχτεί
ήμαστε τραβηγμένοι, -ες
είχες τραβήξει
είχες τραβηγμένο
είχατε τραβήξει
είχατε τραβηγμένο
είχες τραβηχτεί
ήσουν τραβηγμένος, -η
είχατε τραβηχτεί
ήσαστε τραβηγμένοι, -ες
είχε τραβήξει
είχε τραβηγμένο
είχαν τραβήξει
είχαν τραβηγμένο
είχε τραβηχτεί
ήταν τραβηγμένος, -η, -ο
είχαν τραβηχτεί
ήταν τραβηγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τραβάω, θα τραβώθα τραβάμε, θα τραβούμεθα τραβιέμαιθα τραβιόμαστε
θα τραβάςθα τραβάτεθα τραβιέσαιθα τραβιέστε, θα τραβιόσαστε
θα τραβάει, θα τραβάθα τραβάν(ε), θα τραβούν(ε)θα τραβιέταιθα τραβιούνται, θα τραβιόνται
Fut
ur
θα τραβήξωθα τραβήξουμε, θα τραβήξομεθα τραβηχτώθα τραβηχτούμε
θα τραβήξειςθα τραβήξετεθα τραβηχτείςθα τραβηχτείτε
θα τραβήξειθα τραβήξουν(ε)θα τραβηχτείθα τραβηχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τραβήξει
θα έχω τραβηγμένο
θα έχουμε τραβήξει
θα έχουμε τραβηγμένο
θα έχω τραβηχτεί
θα είμαι τραβηγμένος, -η
θα έχουμε τραβηχτεί
θα είμαστε τραβηγμένοι, -ες
θα έχεις τραβήξει
θα έχεις τραβηγμένο
θα έχετε τραβήξει
θα έχετε τραβηγμένο
θα έχεις τραβηχτεί
θα είσαι τραβηγμένος, -η
θα έχετε τραβηχτεί
θα είστε τραβηγμένοι, -ες
θα έχει τραβήξει
θα έχει τραβηγμένο
θα έχουν τραβήξει
θα έχουν τραβηγμένο
θα έχει τραβηχτεί
θα είναι τραβηγμένος, -η, -ο
θα έχουν τραβηχτεί
θα είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τραβάω, να τραβώνα τραβάμε, να τραβούμενα τραβιέμαινα τραβιόμαστε
να τραβάςνα τραβάτενα τραβιέσαινα τραβιέστε, να τραβιόσαστε
να τραβάει, να τραβάνα τραβάν(ε), να τραβούν(ε)να τραβιέταινα τραβιούνται, να τραβιόνται
Aoristνα τραβήξωνα τραβήξουμε, να τραβήξομενα τραβηχτώνα τραβηχτούμε
να τραβήξειςνα τραβήξετενα τραβηχτείςνα τραβηχτείτε
να τραβήξεινα τραβήξουν(ε)να τραβηχτείνα τραβηχτούν(ε)
Perfνα έχω τραβήξει
να έχω τραβηγμένο
να έχουμε τραβήξει
να έχουμε τραβηγμένο
να έχω τραβηχτεί
να είμαι τραβηγμένος, -η
να έχουμε τραβηχτεί
να είμαστε τραβηγμένοι, -ες
να έχεις τραβήξει
να έχεις τραβηγμένο
να έχετε τραβήξει
να έχετε τραβηγμένο
να έχεις τραβηχτεί
να είσαι τραβηγμένος, -η
να έχετε τραβηχτεί
να είστε τραβηγμένοι, -η
να έχει τραβήξει
να έχει τραβηγμένο
να έχουν τραβήξει
να έχουν τραβηγμένο
να έχει τραβηχτεί
να είναι τραβηγμένος, -η, -ο
να έχουν τραβηχτεί
να είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτράβα, τράβαγετραβάτετραβιέστε
Aoristτράβηξε, τράβατραβήξτε, τραβήχτετραβήξουτραβηχτείτε
Part
izip
Presτραβώντας
Perfέχοντας τραβήξει, έχοντας τραβηγμένοτραβηγμένος, -η, -οτραβηγμένοι, -ες, -α
InfinAoristτραβήξειτραβηχτεί











Person Wortform
Präsens ich ziehe
du ziehst
er, sie, es zieht
Präteritum ich zog
Konjunktiv II ich zöge
Imperativ Singular ziehe!
zieh!
Plural zieht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezogen haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:ziehen







Person Wortform
Präsens ich zerre
du zerrst
er, sie, es zerrt
Präteritum ich zerrte
Konjunktiv II ich zerrte
Imperativ Singular zerr!
zerre!
Plural zerrt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezerrt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:zerren






Griechische Definition zu τραβώ

τραβώ [travó] & -άω, -ιέμαι : I1α. κινώ κπ. ή κτ. από τη θέση που βρίσκεται προς την κατεύθυνση που κινούμαι ή που στέκομαι: Mε τράβη ξε από το μανίκι / από τα μαλλιά. τραβώ το σκύλο από το λουρί / από την ου ρά. τραβώ τη βάρκα στην αμμουδιά, σέρνω. Tο άλογο τραβάει το κάρο, σέρνει. Ο μαγνήτης τραβάει το σίδερο, έλκει. || H μηχανή τραβάει, αποδίδει την ισχύ που έχει. ΦΡ τραβώ / σέρνω κπ. από τη μύτη*. τραβάω κπ. απ΄ το μανίκι*. τράβα με κι ας κλαίω, όταν προσποιούμαι πως δε θέλω κτ., το οποίο τελικά αναγκάζομαι δήθεν να δεχτώ υποκύπτοντας στις πιέσεις των άλλων. τραβώ τα μαλλιά μου, για κπ. που βρίσκεται σε απόγνωση. κτ. είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά / (πολύ) τραβηγμένο, για άποψη ή εκδοχή πολύ υπερβολική. τραβώ / τινάζω* το γιακά μου. β1. πλησιάζω κτ. προς το μέρος μου ή προς κάποια άλλη κατεύθυνση, τεντώνοντάς το: Mην τραβάς πολύ το σκοινί / το λάστιχο, γιατί θα σπάσει. Ο δάσκαλος του τραβούσε το αυτί / τον τραβούσε από το αυτί, όταν έκανε αταξίες. Mην τραβάς τη φούστα σου, γιατί θα την ξεχειλώσεις. τραβώ το καζανάκι, τραβάω το μοχλό για να πέσει νερό. ΦΡ τράβα και το καζανάκι*. || Tο μανίκι / η φούστα τραβάει, δε στέκεται στη θέση της. || Tα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν τραβηγμένα. ΦΡ τραβάω / παρατραβάω / τεντώνω το σκοινί*. τράβα κορδέλα / κορδόνι, για κτ. που διαρκεί περισσότερο από ό,τι πρέπει, που τρενάρει: Tην αίτησή μου πρέπει να την υπογράψουν ο ένας υπάλληλος μετά τον άλλο και τράβα κορδόνι / κορδέλα. τραβιέμαι σαν το λάστιχο*. τραβώ το χαλί* κάτω απ΄ τα πόδια κάποιου. β2. για το αίσθημα τάσης που έχει κάποιος σε ένα τμήμα ή όργανο του σώματός του: Mε τραβάει το δέρμα / το τραύμα. Mε τραβάει το στομάχι. γ. βγάζω ή μετακινώ κτ. από τη θέση που βρίσκεται: Ο γιατρός τού τράβηξε το δόντι με την τανάλια. τραβώ το ξίφος από τη θήκη του. τραβώ μαχαίρι / πιστόλι, επιτίθεμαι με μαχαίρι / με πιστόλι. τραβώ τον κλήρο / το λαχνό, από την κληρωτίδα. τραβώ το φαγητό από τη φωτιά, το κατεβάζω. τραβώ τις κουρτίνες, τις ανοίγω ή τις κλείνω. || απομακρύνω: Tου έπιασα το χέρι, αλλά εκείνος το τράβηξε. Mε την άμπωτη τραβιούνται τα νερά της θάλασσας. ΦΡ τραβώ χρήματα (από την τράπεζα), παίρ νω, αποσύρω. τραβώ χρήματα από κπ., αποσπώ: Tου τραβάει συνέχεια χρήμα τα, δήθεν για τις σπουδές του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τραβώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15