durchmachen
 Verb

τραβώ Verb
(0)
υποφέρω Verb
(0)
εξετάζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Dann müssten wir das nicht durchmachen.Έτσι δεν θα είχαμε όλα αυτά.

Übersetzung nicht bestätigt

Warum mussten wir das alles durchmachen?Γιατί έπρεπε να τα περάσουμε όλα αυτά;

Übersetzung nicht bestätigt

Ich weiß, was Sie durchmachen.Καταλαβαίνω πώς νιώθετε.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich dachte, ich könnts nicht noch einmal durchmachen.Δεν ήθελα να τον αντιμετωπίσω ξανά, αλλά ξέρετε πώς είναι αυτά.

Übersetzung nicht bestätigt

Dann werden Sie viel durchmachen.Θα πληγωθείς, Πώλα.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τραβάω, τραβώτραβάμε, τραβούμετραβιέμαιτραβιόμαστε
τραβάςτραβάτετραβιέσαιτραβιέστε, τραβιόσαστε
τραβάει, τραβάτραβάν(ε), τραβούν(ε)τραβιέταιτραβιούνται, τραβιόνται
Imper
fekt
τραβούσα, τράβαγατραβούσαμε, τραβάγαμετραβιόμουν(α)τραβιόμαστε, τραβιόμασταν
τραβούσες, τράβαγεςτραβούσατε, τραβάγατετραβιόσουν(α)τραβιόσαστε, τραβιόσασταν
τραβούσε, τράβαγετραβούσαν(ε), τράβαγαν, τραβάγανετραβιόταν(ε)τραβιόνταν(ε), τραβιούνταν, τραβιόντουσαν
Aoristτράβηξατραβήξαμετραβήχτηκατραβηχτήκαμε
τράβηξεςτραβήξατετραβήχτηκεςτραβηχτήκατε
τράβηξετράβηξαν, τραβήξαν(ε)τραβήχτηκετραβήχτηκαν, τραβηχτήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω τραβήξει
έχω τραβηγμένο
έχουμε τραβήξει
έχουμε τραβηγμένο
έχω τραβηχτεί
είμαι τραβηγμένος, -η
έχουμε τραβηχτεί
είμαστε τραβηγμένοι, -ες
έχεις τραβήξει
έχεις τραβηγμένο
έχετε τραβήξει
έχετε τραβηγμένο
έχεις τραβηχτεί
είσαι τραβηγμένος, -η
έχετε τραβηχτεί
είστε τραβηγμένοι, -ες
έχει τραβήξει
έχει τραβηγμένο
έχουν τραβήξει
έχουν τραβηγμένο
έχει τραβηχτεί
είναι τραβηγμένος, -η, -ο
έχουν τραβηχτεί
είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα τραβήξει
είχα τραβηγμένο
είχαμε τραβήξει
είχαμε τραβηγμένο
είχα τραβηχτεί
ήμουν τραβηγμένος, -η
είχαμε τραβηχτεί
ήμαστε τραβηγμένοι, -ες
είχες τραβήξει
είχες τραβηγμένο
είχατε τραβήξει
είχατε τραβηγμένο
είχες τραβηχτεί
ήσουν τραβηγμένος, -η
είχατε τραβηχτεί
ήσαστε τραβηγμένοι, -ες
είχε τραβήξει
είχε τραβηγμένο
είχαν τραβήξει
είχαν τραβηγμένο
είχε τραβηχτεί
ήταν τραβηγμένος, -η, -ο
είχαν τραβηχτεί
ήταν τραβηγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τραβάω, θα τραβώθα τραβάμε, θα τραβούμεθα τραβιέμαιθα τραβιόμαστε
θα τραβάςθα τραβάτεθα τραβιέσαιθα τραβιέστε, θα τραβιόσαστε
θα τραβάει, θα τραβάθα τραβάν(ε), θα τραβούν(ε)θα τραβιέταιθα τραβιούνται, θα τραβιόνται
Fut
ur
θα τραβήξωθα τραβήξουμε, θα τραβήξομεθα τραβηχτώθα τραβηχτούμε
θα τραβήξειςθα τραβήξετεθα τραβηχτείςθα τραβηχτείτε
θα τραβήξειθα τραβήξουν(ε)θα τραβηχτείθα τραβηχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τραβήξει
θα έχω τραβηγμένο
θα έχουμε τραβήξει
θα έχουμε τραβηγμένο
θα έχω τραβηχτεί
θα είμαι τραβηγμένος, -η
θα έχουμε τραβηχτεί
θα είμαστε τραβηγμένοι, -ες
θα έχεις τραβήξει
θα έχεις τραβηγμένο
θα έχετε τραβήξει
θα έχετε τραβηγμένο
θα έχεις τραβηχτεί
θα είσαι τραβηγμένος, -η
θα έχετε τραβηχτεί
θα είστε τραβηγμένοι, -ες
θα έχει τραβήξει
θα έχει τραβηγμένο
θα έχουν τραβήξει
θα έχουν τραβηγμένο
θα έχει τραβηχτεί
θα είναι τραβηγμένος, -η, -ο
θα έχουν τραβηχτεί
θα είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τραβάω, να τραβώνα τραβάμε, να τραβούμενα τραβιέμαινα τραβιόμαστε
να τραβάςνα τραβάτενα τραβιέσαινα τραβιέστε, να τραβιόσαστε
να τραβάει, να τραβάνα τραβάν(ε), να τραβούν(ε)να τραβιέταινα τραβιούνται, να τραβιόνται
Aoristνα τραβήξωνα τραβήξουμε, να τραβήξομενα τραβηχτώνα τραβηχτούμε
να τραβήξειςνα τραβήξετενα τραβηχτείςνα τραβηχτείτε
να τραβήξεινα τραβήξουν(ε)να τραβηχτείνα τραβηχτούν(ε)
Perfνα έχω τραβήξει
να έχω τραβηγμένο
να έχουμε τραβήξει
να έχουμε τραβηγμένο
να έχω τραβηχτεί
να είμαι τραβηγμένος, -η
να έχουμε τραβηχτεί
να είμαστε τραβηγμένοι, -ες
να έχεις τραβήξει
να έχεις τραβηγμένο
να έχετε τραβήξει
να έχετε τραβηγμένο
να έχεις τραβηχτεί
να είσαι τραβηγμένος, -η
να έχετε τραβηχτεί
να είστε τραβηγμένοι, -η
να έχει τραβήξει
να έχει τραβηγμένο
να έχουν τραβήξει
να έχουν τραβηγμένο
να έχει τραβηχτεί
να είναι τραβηγμένος, -η, -ο
να έχουν τραβηχτεί
να είναι τραβηγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτράβα, τράβαγετραβάτετραβιέστε
Aoristτράβηξε, τράβατραβήξτε, τραβήχτετραβήξουτραβηχτείτε
Part
izip
Presτραβώντας
Perfέχοντας τραβήξει, έχοντας τραβηγμένοτραβηγμένος, -η, -οτραβηγμένοι, -ες, -α
InfinAoristτραβήξειτραβηχτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingular
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υποφέρωυποφέρουμε, υποφέρομε
υποφέρειςυποφέρετε
υποφέρειυποφέρουν(ε)υποφέρεται
Imper
fekt
υπέφερα, υπόφεραυποφέραμε
υπέφερες, υπόφερεςυποφέρατε
υπέφερε, υπόφερευπέφεραν, υπόφεραν, υποφέραν(ε)υποφερόταν(ε)
Aoristυπέφερα, υπόφεραυποφέραμε
υπέφερες, υπόφερεςυποφέρατε
υπέφερε, υπόφερευπέφεραν, υπόφεραν, υποφέραν(ε)υποφέρθηκε
Per
fekt
έχω υποφέρειέχουμε υποφέρει
έχεις υποφέρειέχετε υποφέρει
έχει υποφέρειέχουν υποφέρειέχει υποφερθεί
Plu
per
fekt
είχα υποφέρειείχαμε υποφέρει
είχες υποφέρειείχατε υποφέρει
είχε υποφέρειείχαν υποφέρειείχε υποφερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υποφέρωθα υποφέρουμε, θα υποφέρομε
θα υποφέρειςθα υποφέρετε
θα υποφέρειθα υποφέρουν(ε)θα υποφέρεται
Fut
ur
θα υποφέρωθα υποφέρουμε, θα υποφέρομε
θα υποφέρειςθα υποφέρετε
θα υποφέρειθα υποφέρουν(ε)θα υποφερθεί
Fut
ur II
θα έχω υποφέρειθα έχουμε υποφέρει
θα έχεις υποφέρειθα έχετε υποφέρει
θα έχει υποφέρειθα έχουν υποφέρειθα έχει υποφερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υποφέρωνα υποφέρουμε, να υποφέρομε
να υποφέρειςνα υποφέρετε
να υποφέρεινα υποφέρουν(ε)να υποφέρεται
Aoristνα υποφέρωνα υποφέρουμε, να υποφέρομε
να υποφέρειςνα υποφέρετε
να υποφέρεινα υποφέρουν(ε)να υποφερθεί
Perfνα έχω υποφέρεινα έχουμε υποφέρει
να έχεις υποφέρεινα έχετε υποφέρει
να έχει υποφέρεινα έχουν υποφέρεινα έχει υποφερθεί
Imper
ativ
Presυποφέρευποφέρετε
Aoristυποφέρευποφέρετε, υποφέρτε
Part
izip
Presυποφέροντας
Perfέχοντας υποφέρει
InfinAoristυποφέρειυποφερθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξετάζωεξετάζουμε, εξετάζομεεξετάζομαιεξεταζόμαστε
εξετάζειςεξετάζετεεξετάζεσαιεξετάζεστε, εξεταζόσαστε
εξετάζειεξετάζουν(ε)εξετάζεταιεξετάζονται
Imper
fekt
εξέταζαεξετάζαμεεξεταζόμουν(α)εξεταζόμαστε, εξεταζόμασταν
εξέταζεςεξετάζατεεξεταζόσουν(α)εξεταζόσαστε, εξεταζόσασταν
εξέταζεεξέταζαν, εξετάζαν(ε)εξεταζόταν(ε)εξετάζονταν, εξεταζόντανε, εξεταζόντουσαν
Aoristεξέτασαεξετάσαμεεξετάστηκαεξεταστήκαμε
εξέτασεςεξετάσατεεξετάστηκεςεξεταστήκατε
εξέτασεεξέτασαν, εξετάσαν(ε)εξετάστηκεεξετάστηκαν, εξεταστήκανε
Per
fekt
έχω εξετάσει
έχω εξετασμένο
έχουμε εξετάσει
έχουμε εξετασμένο
έχω εξεταστεί
είμαι εξετασμένος, -η
έχουμε εξεταστεί
είμαστε εξετασμένοι, -ες
έχεις εξετάσει
έχεις εξετασμένο
έχετε εξετάσει
έχετε εξετασμένο
έχεις εξεταστεί
είσαι εξετασμένος, -η
έχετε εξεταστεί
είστε εξετασμένοι, -ες
έχει εξετάσει
έχει εξετασμένο
έχουν εξετάσει
έχουν εξετασμένο
έχει εξεταστεί
είναι εξετασμένος, -η, -ο
έχουν εξεταστεί
είναι εξετασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα εξετάσει
είχα εξετασμένο
είχαμε εξετάσει
είχαμε εξετασμένο
είχα εξεταστεί
ήμουν εξετασμένος, -η
είχαμε εξεταστεί
ήμαστε εξετασμένοι, -ες
είχες εξετάσει
είχες εξετασμένο
είχατε εξετάσει
είχατε εξετασμένο
είχες εξεταστεί
ήσουν εξετασμένος, -η
είχατε εξεταστεί
ήσαστε εξετασμένοι, -ες
είχε εξετάσει
είχε εξετασμένο
είχαν εξετάσει
είχαν εξετασμένο
είχε εξεταστεί
ήταν εξετασμένος, -η, -ο
είχαν εξεταστεί
ήταν εξετασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξετάζωθα εξετάζουμε, θα εξετάζομεθα εξετάζομαιθα εξεταζόμαστε
θα εξετάζειςθα εξετάζετεθα εξετάζεσαιθα εξετάζεστε, θα εξεταζόσαστε
θα εξετάζειθα εξετάζουν(ε)θα εξετάζεταιθα εξετάζονται
Fut
ur
θα εξετάσωθα εξετάσουμε, θα εξετάσομεθα εξεταστώθα εξεταστούμε
θα εξετάσειςθα εξετάσετεθα εξεταστείςθα εξεταστείτε
θα εξετάσειθα εξετάσουν(ε)θα εξεταστείθα εξεταστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξετάσει
θα έχω εξετασμένο
θα έχουμε εξετάσει
θα έχουμε εξετασμένο
θα έχω εξεταστεί
θα είμαι εξετασμένος, -η
θα έχουμε εξεταστεί
θα είμαστε εξετασμένοι, -ες
θα έχεις εξετάσει
θα έχεις εξετασμένο
θα έχετε εξετάσει
θα έχετε εξετασμένο
θα έχεις εξεταστεί
θα είσαι εξετασμένος, -η
θα έχετε εξεταστεί
θα είστε εξετασμένοι, -ες
θα έχει εξετάσει
θα έχει εξετασμένο
θα έχουν εξετάσει
θα έχουν εξετασμένο
θα έχει εξεταστεί
θα είναι εξετασμένος, -η, -ο
θα έχουν εξεταστεί
θα είναι εξετασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξετάζωνα εξετάζουμε, να εξετάζομενα εξετάζομαινα εξεταζόμαστε
να εξετάζειςνα εξετάζετενα εξετάζεσαινα εξετάζεστε, να εξεταζόσαστε
να εξετάζεινα εξετάζουν(ε)να εξετάζεταινα εξετάζονται
Aoristνα εξετάσωνα εξετάσουμε, να εξετάσομενα εξεταστώνα εξεταστούμε
να εξετάσειςνα εξετάσετενα εξεταστείςνα εξεταστείτε
να εξετάσεινα εξετάσουννα εξεταστείνα εξεταστούν(ε)
Perfνα έχω εξετάσει
να έχω εξετασμένο
να έχουμε εξετάσει
να έχουμε εξετασμένο
να έχω εξεταστεί
να είμαι εξετασμένος, -η
να έχουμε εξεταστεί
να είμαστε εξετασμένοι, -ες
να έχεις εξετάσει
να έχεις εξετασμένο
να έχετε εξετάσει
να έχετε εξετασμένο
να έχεις εξεταστεί
να είσαι εξετασμένος, -η
να έχετε εξεταστεί
να είστε εξετασμένοι, -ες
να έχει εξετάσει
να έχει εξετασμένο
να έχουν εξετάσει
να έχουν εξετασμένο
να έχει εξεταστεί
να είναι εξετασμένος, -η, -ο
να έχουν εξεταστεί
να είναι εξετασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξέταζεεξετάζετεεξετάζεστε
Aoristεξέτασεεξετάστεεξετάσουεξεταστείτε
Part
izip
Presεξετάζονταςεξεταζόμενος
Perfέχοντας εξετάσει, έχοντας εξετασμένοεξετασμένος, -η, -οεξετασμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξετάσειεξεταστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback