εξετάζω  Verb  [eksetazo, eksetazw]

Ähnliche Bedeutung wie εξετάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εξετάζω

... συγγένειες που εμφανίζουν αυτές με το εσωτερικό περιβάλλον, ενώ η δεύτερη εξετάζει κατά κύριο λόγο τη σχέση του εκάστοτε οργανισμού με το άμεσο εξωτερικό ...

... φώνων (phones) αλλά και των μη-γλωσσικών ήχων. Η επιστήμη της φωνητικής εξετάζει την παραγωγή των ήχων (αρθρωτική φωνητική), την πρόσληψή τους (ακουστική ...

... ρήμα σκοπώ, το οποίο στα αρχαία ελληνικά σημαίνει παρατηρώ προσεκτικά, εξετάζω. Η πατρότητα του όρου αποδίδεται στον Έλληνα μαθηματικό Ιωάννη Δημησιάνο ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΞΕΤΑΖΩ
I examine
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξετάζωεξετάζουμε, εξετάζομεεξετάζομαιεξεταζόμαστε
εξετάζειςεξετάζετεεξετάζεσαιεξετάζεστε, εξεταζόσαστε
εξετάζειεξετάζουν(ε)εξετάζεταιεξετάζονται
Imper
fekt
εξέταζαεξετάζαμεεξεταζόμουν(α)εξεταζόμαστε, εξεταζόμασταν
εξέταζεςεξετάζατεεξεταζόσουν(α)εξεταζόσαστε, εξεταζόσασταν
εξέταζεεξέταζαν, εξετάζαν(ε)εξεταζόταν(ε)εξετάζονταν, εξεταζόντανε, εξεταζόντουσαν
Aoristεξέτασαεξετάσαμεεξετάστηκαεξεταστήκαμε
εξέτασεςεξετάσατεεξετάστηκεςεξεταστήκατε
εξέτασεεξέτασαν, εξετάσαν(ε)εξετάστηκεεξετάστηκαν, εξεταστήκανε
Per
fect
έχω εξετάσει
έχω εξετασμένο
έχουμε εξετάσει
έχουμε εξετασμένο
έχω εξεταστεί
είμαι εξετασμένος, -η
έχουμε εξεταστεί
είμαστε εξετασμένοι, -ες
έχεις εξετάσει
έχεις εξετασμένο
έχετε εξετάσει
έχετε εξετασμένο
έχεις εξεταστεί
είσαι εξετασμένος, -η
έχετε εξεταστεί
είστε εξετασμένοι, -ες
έχει εξετάσει
έχει εξετασμένο
έχουν εξετάσει
έχουν εξετασμένο
έχει εξεταστεί
είναι εξετασμένος, -η, -ο
έχουν εξεταστεί
είναι εξετασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξετάσει
είχα εξετασμένο
είχαμε εξετάσει
είχαμε εξετασμένο
είχα εξεταστεί
ήμουν εξετασμένος, -η
είχαμε εξεταστεί
ήμαστε εξετασμένοι, -ες
είχες εξετάσει
είχες εξετασμένο
είχατε εξετάσει
είχατε εξετασμένο
είχες εξεταστεί
ήσουν εξετασμένος, -η
είχατε εξεταστεί
ήσαστε εξετασμένοι, -ες
είχε εξετάσει
είχε εξετασμένο
είχαν εξετάσει
είχαν εξετασμένο
είχε εξεταστεί
ήταν εξετασμένος, -η, -ο
είχαν εξεταστεί
ήταν εξετασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξετάζωθα εξετάζουμε, θα εξετάζομεθα εξετάζομαιθα εξεταζόμαστε
θα εξετάζειςθα εξετάζετεθα εξετάζεσαιθα εξετάζεστε, θα εξεταζόσαστε
θα εξετάζειθα εξετάζουν(ε)θα εξετάζεταιθα εξετάζονται
Fut
ur
θα εξετάσωθα εξετάσουμε, θα εξετάσομεθα εξεταστώθα εξεταστούμε
θα εξετάσειςθα εξετάσετεθα εξεταστείςθα εξεταστείτε
θα εξετάσειθα εξετάσουν(ε)θα εξεταστείθα εξεταστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξετάσει
θα έχω εξετασμένο
θα έχουμε εξετάσει
θα έχουμε εξετασμένο
θα έχω εξεταστεί
θα είμαι εξετασμένος, -η
θα έχουμε εξεταστεί
θα είμαστε εξετασμένοι, -ες
θα έχεις εξετάσει
θα έχεις εξετασμένο
θα έχετε εξετάσει
θα έχετε εξετασμένο
θα έχεις εξεταστεί
θα είσαι εξετασμένος, -η
θα έχετε εξεταστεί
θα είστε εξετασμένοι, -ες
θα έχει εξετάσει
θα έχει εξετασμένο
θα έχουν εξετάσει
θα έχουν εξετασμένο
θα έχει εξεταστεί
θα είναι εξετασμένος, -η, -ο
θα έχουν εξεταστεί
θα είναι εξετασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξετάζωνα εξετάζουμε, να εξετάζομενα εξετάζομαινα εξεταζόμαστε
να εξετάζειςνα εξετάζετενα εξετάζεσαινα εξετάζεστε, να εξεταζόσαστε
να εξετάζεινα εξετάζουν(ε)να εξετάζεταινα εξετάζονται
Aoristνα εξετάσωνα εξετάσουμε, να εξετάσομενα εξεταστώνα εξεταστούμε
να εξετάσειςνα εξετάσετενα εξεταστείςνα εξεταστείτε
να εξετάσεινα εξετάσουννα εξεταστείνα εξεταστούν(ε)
Perfνα έχω εξετάσει
να έχω εξετασμένο
να έχουμε εξετάσει
να έχουμε εξετασμένο
να έχω εξεταστεί
να είμαι εξετασμένος, -η
να έχουμε εξεταστεί
να είμαστε εξετασμένοι, -ες
να έχεις εξετάσει
να έχεις εξετασμένο
να έχετε εξετάσει
να έχετε εξετασμένο
να έχεις εξεταστεί
να είσαι εξετασμένος, -η
να έχετε εξεταστεί
να είστε εξετασμένοι, -ες
να έχει εξετάσει
να έχει εξετασμένο
να έχουν εξετάσει
να έχουν εξετασμένο
να έχει εξεταστεί
να είναι εξετασμένος, -η, -ο
να έχουν εξεταστεί
να είναι εξετασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξέταζεεξετάζετεεξετάζεστε
Aoristεξέτασεεξετάστεεξετάσουεξεταστείτε
Part
izip
Presεξετάζονταςεξεταζόμενος
Perfέχοντας εξετάσει, έχοντας εξετασμένοεξετασμένος, -η, -οεξετασμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξετάσειεξεταστεί



















QSicon in Arbeit.svg Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Erweiterung. Wenn du Lust hast, beteilige dich daran und entferne diesen Baustein, sobald du den Eintrag ausgebaut hast. Bitte halte dich dabei aber an unsere Formatvorlage!

Folgendes ist zu erweitern: Bedeutungen ergänzen/neue Bedeutungen hinzufügen, siehe zum Beispiel im Duden





Griechische Definition zu εξετάζω

εξετάζω [eksetázo] -ομαι : 1.παρατηρώ προσεκτικά κτ. (ή κπ.) για να το(ν) γνωρίσω καλά, να βγάλω συμπεράσματα γι΄ αυτό(ν): Mαζεύει πέτρες και τις εξετάζει ψάχνοντας για μετάλλευμα. εξετάζω το χώρο / τα αντικείμενα, περιεργάζομαι. Tον εξέτασε από την κορυφή ως τα νύχια πριν του επιτρέψει να καθίσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξετάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15