υποφέρω  Verb  [ipofero, ypoferw]


Beispielsätze υποφέρω

... Δεν υποφέρω πια τη γκρίνια σου! ...

... Δεν υποφέρω τα σχόλιά του. ...

... Δεν μπορώ πια να υποφέρω αυτή τη ζέστη. ...

Quelle: enteka, enteka, glavkos


Beispielsätze vertragen

... Meine Katze und mein Hund vertragen sich gut. ...

... Denselben Wein vertragen einige besser, andere werden betrunken. ...

... Chinesen vertragen keinen Käse. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΥΠΟΦΕΡΩ
I suffer
AktivPassiv
SingularPluralSingular
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υποφέρωυποφέρουμε, υποφέρομε
υποφέρειςυποφέρετε
υποφέρειυποφέρουν(ε)υποφέρεται
Imper
fekt
υπέφερα, υπόφεραυποφέραμε
υπέφερες, υπόφερεςυποφέρατε
υπέφερε, υπόφερευπέφεραν, υπόφεραν, υποφέραν(ε)υποφερόταν(ε)
Aoristυπέφερα, υπόφεραυποφέραμε
υπέφερες, υπόφερεςυποφέρατε
υπέφερε, υπόφερευπέφεραν, υπόφεραν, υποφέραν(ε)υποφέρθηκε
Per
fect
έχω υποφέρειέχουμε υποφέρει
έχεις υποφέρειέχετε υποφέρει
έχει υποφέρειέχουν υποφέρειέχει υποφερθεί
Plu
per
fect
είχα υποφέρειείχαμε υποφέρει
είχες υποφέρειείχατε υποφέρει
είχε υποφέρειείχαν υποφέρειείχε υποφερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υποφέρωθα υποφέρουμε, θα υποφέρομε
θα υποφέρειςθα υποφέρετε
θα υποφέρειθα υποφέρουν(ε)θα υποφέρεται
Fut
ur
θα υποφέρωθα υποφέρουμε, θα υποφέρομε
θα υποφέρειςθα υποφέρετε
θα υποφέρειθα υποφέρουν(ε)θα υποφερθεί
Fut
ur II
θα έχω υποφέρειθα έχουμε υποφέρει
θα έχεις υποφέρειθα έχετε υποφέρει
θα έχει υποφέρειθα έχουν υποφέρειθα έχει υποφερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υποφέρωνα υποφέρουμε, να υποφέρομε
να υποφέρειςνα υποφέρετε
να υποφέρεινα υποφέρουν(ε)να υποφέρεται
Aoristνα υποφέρωνα υποφέρουμε, να υποφέρομε
να υποφέρειςνα υποφέρετε
να υποφέρεινα υποφέρουν(ε)να υποφερθεί
Perfνα έχω υποφέρεινα έχουμε υποφέρει
να έχεις υποφέρεινα έχετε υποφέρει
να έχει υποφέρεινα έχουν υποφέρεινα έχει υποφερθεί
Imper
ativ
Presυποφέρευποφέρετε
Aoristυποφέρευποφέρετε, υποφέρτε
Part
izip
Presυποφέροντας
Perfέχοντας υποφέρει
InfinAoristυποφέρειυποφερθεί











Person Wortform
Präsens ich ertrage
du erträgst
er, sie, es erträgt
Präteritum ich ertrug
Konjunktiv II ich ertrüge
Imperativ Singular ertrag!
ertrage!
Plural ertragt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
ertragen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ertragen




Griechische Definition zu υποφέρω

υποφέρω [ipoféro] -ομαι στη σημ. 3 Ρ πρτ. και αόρ. υπέφερα και υπόφερα, απαρέμφ. υποφέρει, παθ. αόρ. (προφ.) υποφέρθηκα, απαρέμφ. (προφ.) υποφερθεί : 1.αισθάνομαι πολύ δυσάρεστα εξαιτίας σωματικού πόνου ή δυσφορίας: Ο ασθενής φαινόταν να υποφέρει πολύ. Δεν μπορούσα να τον βλέπω να υποφέρει. Yπέφερε σιωπηλά / στωικά τους πόνους. Yποφέρει χρόνια στο κρεβάτι. Yποφέρει από πονόδοντο. || υποφέρω από, πάσχω από: Yποφέρει από πονοκεφάλους / από ρευματισμούς / από την καρδιά του. Xρόνια υποφέρει από άσθμα. υποφέρω από αϋπνίες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υποφέρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15