aushalten
 Verb

βαστώ Verb
(0)
υφίσταμαι Verb
(0)
υποφέρω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Männer glauben, sie können alles aushalten.Οι άντρες νομίζουν πως μπορούν να αντέξουν τα πάντα.

Übersetzung nicht bestätigt

Glaubst du, wir können das Bett aushalten?Θεούλη μου! Νομίζεις ότι θα μπορέσουμε να αντέξουμε αυτό το κρεβάτι;

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn Sie es aushalten können mit mir?Νομίζεις ότι θα αντέξεις τη συντροφιά;

Übersetzung nicht bestätigt

Aber Schatz, glaubst du, du könntest es da aushalten?Μα, στ'αλήθεια πιστεύεις ότι μπορείς να αντέξεις εκεί πέρα;

Übersetzung nicht bestätigt

Wie viel kann er deiner Meinung nach aushalten?Ποσα νομιζεις οτι μπορει να αντεξει;

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υφίσταμαιυφιστάμεθα
υφίστασαιυφίστασθε
υφίσταταιυφίστανται
Imper
fekt
υφιστάμηνυφιστάμεθα
υφίστασουφίστασθε
υφίστατουφίσταντο
Aoristυπέστην
υπέστης
υπέστηυπέστησαν
Perf
ekt
έχω υποστείέχουμε υποστεί
έχεις υποστείέχετε υποστεί
έχει υποστείέχουν υποστεί
Plu
perf
ekt
είχα υποστείείχαμε υποστεί
είχες υποστείείχατε υποστεί
είχε υποστείείχαν υποστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υφίσταμαιθα υφιστάμεθα
θα υφίστασαιθα υφίστασθε
θα υφίσταταιθα υφίστανται
Fut
ur
θα υποστώθα υποστούμε
θα υποστείςθα υποστείτε
θα υποστείθα υποστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υποστείθα έχουμε υποστεί
θα έχεις υποστείθα έχετε υποστεί
θα έχει υποστείθα έχουν υποστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υφίσταμαινα υφιστάμεθα
να υφίστασαινα υφίστασθε
να υφίσταταινα υφίστανται
Aoristνα υποστώνα υποστούμε
να υποστείςνα υποστείτε
να υποστείνα υποστούν(ε)
Perfνα έχω υποστείνα έχουμε υποστεί
να έχεις υποστείνα έχετε υποστεί
να έχει υποστείνα έχουν υποστεί
Imper
ativ
Presυφιστάσθε
Aoristυποστήσουυποστείτε
Part
izip
Presυφιστάμενος
Perf
InfinAoristυποστεί



AktivPassiv
SingularPluralSingular
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υποφέρωυποφέρουμε, υποφέρομε
υποφέρειςυποφέρετε
υποφέρειυποφέρουν(ε)υποφέρεται
Imper
fekt
υπέφερα, υπόφεραυποφέραμε
υπέφερες, υπόφερεςυποφέρατε
υπέφερε, υπόφερευπέφεραν, υπόφεραν, υποφέραν(ε)υποφερόταν(ε)
Aoristυπέφερα, υπόφεραυποφέραμε
υπέφερες, υπόφερεςυποφέρατε
υπέφερε, υπόφερευπέφεραν, υπόφεραν, υποφέραν(ε)υποφέρθηκε
Per
fekt
έχω υποφέρειέχουμε υποφέρει
έχεις υποφέρειέχετε υποφέρει
έχει υποφέρειέχουν υποφέρειέχει υποφερθεί
Plu
per
fekt
είχα υποφέρειείχαμε υποφέρει
είχες υποφέρειείχατε υποφέρει
είχε υποφέρειείχαν υποφέρειείχε υποφερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υποφέρωθα υποφέρουμε, θα υποφέρομε
θα υποφέρειςθα υποφέρετε
θα υποφέρειθα υποφέρουν(ε)θα υποφέρεται
Fut
ur
θα υποφέρωθα υποφέρουμε, θα υποφέρομε
θα υποφέρειςθα υποφέρετε
θα υποφέρειθα υποφέρουν(ε)θα υποφερθεί
Fut
ur II
θα έχω υποφέρειθα έχουμε υποφέρει
θα έχεις υποφέρειθα έχετε υποφέρει
θα έχει υποφέρειθα έχουν υποφέρειθα έχει υποφερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υποφέρωνα υποφέρουμε, να υποφέρομε
να υποφέρειςνα υποφέρετε
να υποφέρεινα υποφέρουν(ε)να υποφέρεται
Aoristνα υποφέρωνα υποφέρουμε, να υποφέρομε
να υποφέρειςνα υποφέρετε
να υποφέρεινα υποφέρουν(ε)να υποφερθεί
Perfνα έχω υποφέρεινα έχουμε υποφέρει
να έχεις υποφέρεινα έχετε υποφέρει
να έχει υποφέρεινα έχουν υποφέρεινα έχει υποφερθεί
Imper
ativ
Presυποφέρευποφέρετε
Aoristυποφέρευποφέρετε, υποφέρτε
Part
izip
Presυποφέροντας
Perfέχοντας υποφέρει
InfinAoristυποφέρειυποφερθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback