υφίσταμαι  Verb  [ifistame, yfistamai]

Ähnliche Bedeutung wie υφίσταμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze υφίσταμαι

... ποδοσφαιρικές τους θέσεις. Ωστόσο, στο επαγγελματικό επίπεδο η αρίθμηση αυτή δεν υφίσταται και κάθε ποδοσφαιριστής κατέχει ένα σταθερό αριθμό στο ρόστερ της ομάδας ...

... είχε ως έδρα την Κωνσταντινούπολη, επιβίωσε της κρίσης και συνέχισε να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από ...

... ανέγερσης του Ναού του Σολομώντος. Ο ελευθεροτεκτονισμός στη σύγχρονη εποχή υφίσταται ως παγκόσμια αδελφότητα με περίπου 5 εκατομμύρια μέλη ανά την υφήλιο. ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich unterziehen

... eine besondere Leistungsfeststellung der Hauptschule, der man sich freiwillig unterziehen kann. Auch Realschüler und Gymnasiasten der 9. Klasse können ...

... vielen Ländern eine Akkreditierung erforderlich, oder die Anbieter unterziehen sich freiwillig einer solchen. In den Akkreditierungsverfahren wird anhand ...

... einem späteren Treffen in seinem Haus im Keller einem Lügendetektortest unterziehen, um sicherzustellen, dass er kein Jude ist. Ron, der das Haus überwacht ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΥΦΙΣΤΑΜΑΙ
I exist
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υφίσταμαιυφιστάμεθα
υφίστασαιυφίστασθε
υφίσταταιυφίστανται
Imper
fekt
υφιστάμηνυφιστάμεθα
υφίστασουφίστασθε
υφίστατουφίσταντο
Aoristυπέστην
υπέστης
υπέστηυπέστησαν
Perf
ekt
έχω υποστείέχουμε υποστεί
έχεις υποστείέχετε υποστεί
έχει υποστείέχουν υποστεί
Plu
perf
ekt
είχα υποστείείχαμε υποστεί
είχες υποστείείχατε υποστεί
είχε υποστείείχαν υποστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υφίσταμαιθα υφιστάμεθα
θα υφίστασαιθα υφίστασθε
θα υφίσταταιθα υφίστανται
Fut
ur
θα υποστώθα υποστούμε
θα υποστείςθα υποστείτε
θα υποστείθα υποστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υποστείθα έχουμε υποστεί
θα έχεις υποστείθα έχετε υποστεί
θα έχει υποστείθα έχουν υποστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υφίσταμαινα υφιστάμεθα
να υφίστασαινα υφίστασθε
να υφίσταταινα υφίστανται
Aoristνα υποστώνα υποστούμε
να υποστείςνα υποστείτε
να υποστείνα υποστούν(ε)
Perfνα έχω υποστείνα έχουμε υποστεί
να έχεις υποστείνα έχετε υποστεί
να έχει υποστείνα έχουν υποστεί
Imper
ativ
Presυφιστάσθε
Aoristυποστήσουυποστείτε
Part
izip
Presυφιστάμενος
Perf
InfinAoristυποστεί





Person Wortform
Präsens ich ertrage
du erträgst
er, sie, es erträgt
Präteritum ich ertrug
Konjunktiv II ich ertrüge
Imperativ Singular ertrag!
ertrage!
Plural ertragt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
ertragen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ertragen




Griechische Definition zu υφίσταμαι

υφίσταμαι [ifístame] Ρ μπε. υφιστάμενος* : (λόγ.) 1. υποβάλλομαι σε κτ. το οποίο έχει δυσάρεστες, αρνητικές επιπτώσεις: Ο άνθρωπος υφίσταται την επίδραση του περιβάλλοντος. Θα υποστείς τις συνέπειες των πράξεών σου. Έχει υποστεί πολλές διώξεις. Yποστήκαμε τα πάνδεινα. H αξιοπιστία του υπέστη δεινό πλήγμα. Θα υποστεί εγχείρηση, θα κάνει. Έχει υποστεί δύο εμφράγματα, έχει πάθει. υφίσταμαι πιέσεις, δέχομαι. || Aναγκαστικά θα τον υποστείς, ώσπου να γυρίσω, θα τον ανεχτείς. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υφίσταμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15