συμφωνώ  Verb  [simfono, symfwnw]


Beispielsätze συμφωνώ

... Δεν συμφωνώ μαζί σου. ...

... Δε συμφωνώ μαζί του. ...

Quelle: enteka, musiclover


Beispielsätze zustimmen

... Wenn du dich in einer unentschlossenen Gruppe befindest, schlage sebstbewusst etwas vor, dem niemand zustimmen würde. ...

... Die Sache ist, ob meine Eltern zustimmen werden oder nicht. ...

... Es ist nicht klar, ob sie zustimmen wird oder nicht. ...

Quelle: landano, Dejo, jast

Grammatik


ΣΥΜΦΩΝΩ
I agree
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συμφωνώσυμφωνούμεσυμφωνούμαισυμφωνούμαστε
συμφωνείςσυμφωνείτεσυμφωνείσαισυμφωνείστε
συμφωνείσυμφωνούν(ε)συμφωνείταισυμφωνούνται
Imper
fekt
συμφωνούσασυμφωνούσαμεσυμφωνούμουνσυμφωνούμαστε
συμφωνούσεςσυμφωνούσατε
συμφωνούσεσυμφωνούσαν(ε)συμφωνούνταν, συμφωνείτοσυμφωνούνταν, συμφωνούντο
Aoristσυμφώνησασυμφωνήσαμεσυμφωνήθηκασυμφωνηθήκαμε
συμφώνησεςσυμφωνήσατεσυμφωνήθηκεςσυμφωνηθήκατε
συμφώνησεσυμφώνησαν, συμφωνήσαν(ε)συμφωνήθηκεσυμφωνήθηκαν, συμφωνηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω συμφωνήσει
έχω συμφωνημένο
έχουμε συμφωνήσει
έχουμε συμφωνημένο
έχω συμφωνηθεί
είμαι συμφωνημένος, -η
έχουμε συμφωνηθεί
είμαστε συμφωνημένοι, -ες
έχεις συμφωνήσει
έχεις συμφωνημένο
έχετε συμφωνήσει
έχετε συμφωνημένο
έχεις συμφωνηθεί
είσαι συμφωνημένος, -η
έχετε συμφωνηθεί
είστε συμφωνημένοι, -ες
έχει συμφωνήσει
έχει συμφωνημένο
έχουν συμφωνήσει
έχουν συμφωνημένο
έχει συμφωνηθεί
είναι συμφωνημένος, -η, -ο
έχουν συμφωνηθεί
είναι συμφωνημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα συμφωνήσει
είχα συμφωνημένο
είχαμε συμφωνήσει
είχαμε συμφωνημένο
είχα συμφωνηθεί
ήμουν συμφωνημένος, -η
είχαμε συμφωνηθεί
ήμαστε συμφωνημένοι, -ες
είχες συμφωνήσει
είχες συμφωνημένο
είχατε συμφωνήσει
είχατε συμφωνημένο
είχες συμφωνηθεί
ήσουν συμφωνημένος, -η
είχατε συμφωνηθεί
ήσαστε συμφωνημένοι, -ες
είχε συμφωνήσει
είχε συμφωνημένο
είχαν συμφωνήσει
είχαν συμφωνημένο
είχε συμφωνηθεί
ήταν συμφωνημένος, -η, -ο
είχαν συμφωνηθεί
ήταν συμφωνημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συμφωνώθα συμφωνούμεθα συμφωνούμαιθα συμφωνούμαστε
θα συμφωνείςθα συμφωνείτεθα συμφωνείσαιθα συμφωνείστε
θα συμφωνείθα συμφωνούν(ε)θα συμφωνείταιθα συμφωνούνται
Fut
ur
θα συμφωνήσωθα συμφωνήσουμεθα συμφωνηθώθα συμφωνηθούμε
θα συμφωνήσειςθα συμφωνήσετεθα συμφωνηθείςθα συμφωνηθείτε
θα συμφωνήσειθα συμφωνήσουν(ε)θα συμφωνηθείθα συμφωνηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συμφωνήσει
θα έχω συμφωνημένο
θα έχουμε συμφωνήσει
θα έχουμε συμφωνημένο
θα έχω συμφωνηθεί
θα είμαι συμφωνημένος, -η
θα έχουμε συμφωνηθεί
θα είμαστε συμφωνημένοι, -ες
θα έχεις συμφωνήσει
θα έχεις συμφωνημένο
θα έχετε συμφωνήσει
θα έχετε συμφωνημένο
θα έχεις συμφωνηθεί
θα είσαι συμφωνημένος, -η
θα έχετε συμφωνηθεί
θα είστε συμφωνημένοι, -η
θα έχει συμφωνήσει
θα έχει συμφωνημένο
θα έχουν συμφωνήσει
θα έχουν συμφωνημένο
θα έχει συμφωνηθεί
θα είναι συμφωνημένος, -η, -ο
θα έχουν συμφωνηθεί
θα είναι συμφωνημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συμφωνώνα συμφωνούμενα συμφωνούμαινα συμφωνούμαστε
να συμφωνείςνα συμφωνείτενα συμφωνείσαινα συμφωνείστε
να συμφωνείνα συμφωνούν(ε)να συμφωνείταινα συμφωνούνται
Aoristνα συμφωνήσωνα συμφωνήσουμε, να συμφωνήσομενα συμφωνηθώνα συμφωνηθούμε
να συμφωνήσειςνα συμφωνήσετενα συμφωνηθείςνα συμφωνηθείτε
να συμφωνήσεινα συμφωνήσουν(ε)να συμφωνηθείνα συμφωνηθούν(ε)
Perfνα έχω συμφωνήσει
να έχω συμφωνημένο
να έχουμε συμφωνήσει
να έχουμε συμφωνημένο
να έχω συμφωνηθεί
να είμαι συμφωνημένος, -η
να έχουμε συμφωνηθεί
να είμαστε συμφωνημένοι, -ες
να έχεις συμφωνήσει
να έχεις συμφωνημένο
να έχετε συμφωνήσει
να έχετε συμφωνημένο
να έχεις συμφωνηθεί
να είσαι συμφωνημένος, -η
να έχετε συμφωνηθεί
να είστε συμφωνημένοι, -ες
να έχει συμφωνήσει
να έχει συμφωνημένο
να έχουν συμφωνήσει
να έχουν συμφωνημένο
να έχει συμφωνηθεί
να είναι συμφωνημένος, -η, -ο
να έχουν συμφωνηθεί
να είναι συμφωνημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυμφωνείτεσυμφωνείστε
Aoristσυμφώνησεσυμφωνήστε, συμφωνήσετεσυμφωνήσουσυμφωνηθείτε
Part
izip
Presσυμφωνώντας
Perfέχοντας συμφωνήσει, έχοντας συμφωνημένοσυμφωνημένος, -η, -οσυμφωνημένοι, -ες, -α
InfinAoristσυμφωνήσεισυμφωνηθεί














Griechische Definition zu συμφωνώ

συμφωνώ [simfonó] -είται στη σημ. 1β : 1α.έχω την ίδια γνώμη με κπ. άλλον. ANT διαφωνώ: Όλοι συμφωνούν ότι η νεολαία είναι το θεμέλιο του έθνους. Δε συμφωνώ με την απόφασή σου. Συμφωνείς να πάμε εκδρομή; συμφωνώ απόλυτα. συμφωνώ ότι δεν έπρεπε να μιλήσω, παραδέχομαι. (έκφρ.) συμφωνώ και επαυξάνω*. || έχω την ίδια νοοτροπία με κπ., έτσι ώστε να είναι δυνατή η αρμονική συμβίωση: Xώρισαν γιατί δε συμφωνούσαν. β. κάνω συμφωνία με κπ.: Εργοδότης και εργαζόμενοι συμφώνησαν να αυξηθεί το ημερομίσθιο. Συμφωνήθηκε η παραχώρηση του οικοπέδου στη σχολική εφορεία. Όλα είναι συμφωνημένα και ως ουσ. Δεν τηρήθηκαν τα συμφωνημένα. || (απρόσ.): Συμφωνήθηκε να… || συμφωνώ κτ., συμφωνώ για κτ.: Συμφωνήσαμε την τιμή. (προφ.) συμφωνώ κπ., κάνω συμφωνία με κπ., για να μου προσφέρει κάποια υπηρεσία: Συμφώνησα τον υδραυλικό να έρθει αύριο. || για συνεννόηση σε προσωπικές σχέσεις: Συμφωνήσαμε να μου τηλεφωνήσει μόλις φτάσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συμφωνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15