παίρνω  Verb  [perno, pairnw]

Ähnliche Bedeutung wie παίρνω


Beispielsätze παίρνω

... Συνήθως παίρνω το πρωϊνό μου εδώ. ...

... Έχω πέντε κότες και παίρνω από αυτές περίπου τρία αυγά τη μέρα. ...

... Ξαφνικά άρχισα να παίρνω βάρος. ...

Quelle: glavkos, musiclover, katkat


Beispielsätze erhalten

... Obwohl ich seine Erklärungen erhalten habe, verstehe ich es nach wie vor nicht. ...

... Bitte senden Sie mir eine Antwort, sobald Sie diese Mail erhalten haben. ...

... Die Sprachen, die beim Projekt Tatoeba eine Transliteration erhalten haben, sind das Japanische, Chinesische, Schanghainesische, Georgische und Usbekische. ...

Quelle: xtofu80, Peanutfan, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΠΑΙΡΝΩ
I get
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παίρνωπαίρνουμε, παίρνομεπαίρνομαιπαιρνόμαστε
παίρνειςπαίρνετεπαίρνεσαιπαίρνεστε, παιρνόσαστε
παίρνειπαίρνουν(ε)παίρνεταιπαίρνονται
Imper
fekt
έπαιρναπαίρναμεπαιρνόμουν(α)παιρνόμαστε, παιρνόμασταν
έπαιρνεςπαίρνατεπαιρνόσουν(α)παιρνόσαστε, παιρνόσασταν
έπαιρνεέπαιρναν, παίρναν(ε)παιρνόταν(ε)παίρνονταν, παιρνόντανε, παιρνόντουσαν
Aoristπήραπήραμεπάρθηκαπαρθήκαμε
πήρεςπήρατεπάρθηκεςπαρθήκατε
πήρεπήραν(ε)πάρθηκεπάρθηκαν, παρθήκαν(ε)
Per
fect
έχω πάρειέχουμε πάρειέχω παρθεί
είμαι παρμένος, -η
έχουμε παρθεί
είμαστε παρμένοι, -ες
έχεις πάρειέχετε πάρειέχεις παρθεί
είσαι παρμένος, -η
έχετε παρθεί
είστε παρμένοι, -ες
έχει πάρειέχουν πάρειέχει παρθεί
είναι παρμένος, -η, -ο
έχουν παρθεί
είναι παρμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πάρειείχαμε πάρειείχα παρθεί
ήμουν παρμένος, -η
είχαμε παρθεί
ήμαστε παρμένοι, -ες
είχες πάρειείχατε πάρειείχες παρθεί
ήσουν παρμένος, -η
είχατε παρθεί
ήσαστε παρμένοι, -ες
είχε πάρειείχαν πάρειείχε παρθεί
ήταν παρμένος, -η, -ο
είχαν παρθεί
ήταν παρμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παίρνωθα παίρνουμε, θα παίρνομεθα παίρνομαιθα παιρνόμαστε
θα παίρνειςθα παίρνετεθα παίρνεσαιθα παίρνεστε, θα παιρνόσαστε
θα παίρνειθα παίρνουν(ε)θα παίρνεταιθα παίρνονται
Fut
ur
θα πάρωθα πάρουμε, θα πάρομεθα παρθώθα παρθούμε
θα πάρειςθα πάρετεθα παρθείςθα παρθείτε
θα πάρειθα πάρουν(ε)θα παρθείθα παρθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πάρειθα έχουμε πάρειθα έχω παρθεί
θα είμαι παρμένος, -η
θα έχουμε παρθεί
θα είμαστε παρμένοι, -ες
θα έχεις πάρειθα έχετε πάρειθα έχεις παρθεί
θα είσαι παρμένος, -η
θα έχετε παρθεί
θα είστε παρμένοι, -ες
θα έχει πάρειθα έχουν πάρειθα έχει παρθεί
θα είναι παρμένος, -η, -ο
θα έχουν παρθεί
θα είναι παρμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παίρνωνα παίρνουμε, να παίρνομενα παίρνομαινα παιρνόμαστε
να παίρνειςνα παίρνετενα παίρνεσαινα παίρνεστε, να παιρνόσαστε
να παίρνεινα παίρνουν(ε)να παίρνεταινα παίρνονται
Aoristνα πάρωνα πάρουμε, να παρομενα παρθώνα παρθούμε
να πάρειςνα πάρετενα παρθείςνα παρθείτε
να πάρεινα πάρουν(ε)να παρθείνα παρθούν(ε)
Perfνα έχω πάρεινα έχουμε πάρεινα έχω παρθεί
να είμαι παρμένος, -η
να έχουμε παρθεί
να είμαστε παρμένοι, -ες
να έχεις πάρεινα έχετε πάρεινα έχεις παρθεί
να είσαι παρμένος, -η
να έχετε παρθεί
να είστε παρμένοι, -ες
να έχει πάρεινα έχουν πάρεινα έχει παρθεί
να είναι παρμένος, -η, -ο
να έχουν παρθεί
να είναι παρμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπαίρνεπαίρνετεπαίρνεστε
Aoristπάρεπάρτεπάρουπαρθείτε
Part
izip
Presπαίρνοντας
Perfέχοντας πάρειπαρμένος, -η, -οπαρμένοι, -ες, -α
InfinAoristπάρειπαρθεί



Person Wortform
Präsens ich erhalte
du erhältst
er, sie, es erhält
Präteritum ich erhielt
Konjunktiv II ich erhielte
Imperativ Singular erhalt!
erhalte!
Plural erhaltet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
erhalten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:erhalten



Person Wortform
Präsens ich nehme
du nimmst
er, sie, es nimmt
Präteritum ich nahm
Konjunktiv II ich nähme
Imperativ Singular nimm!
Plural nehmt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genommen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:nehmen



Icon tools.svg Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Überarbeitung. Hilf bitte mit, ihn zu verbessern, und entferne anschließend diese Markierung.

Folgendes ist zu überarbeiten: Bedeutungen 2–5 belegen; überprüfen, ob alle Synonyme passen













Griechische Definition zu παίρνω

παίρνω [pérno] -ομαι Ρ αόρ. πήρα, απαρέμφ. πάρει, παθ. αόρ. πάρθηκα, απαρέμφ. παρθεί, μππ. παρμένος : I1.πιάνω κτ. με το χέρι / με τα χέρια μου: α. για να το χρησιμοποιήσω: παίρνω το στιλό / το μολύβι / το τετράδιο για να γράψω. παίρνω ένα βιβλίο για να διαβάσω. Πήρε το μαχαίρι κι έκοψε μια φέτα ψωμί. Πήρε μια πέτρα και τον χτύπησε. Πάρε την αλοιφή από την τσάντα μου και βάλε λίγη στο πρόσωπό σου. β. για να το κρατήσω: παίρνω ένα μπαλόνι / μια λαμπάδα. || (για πρόσ.): Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της. γ. για να το έχω και να το μεταφέρω μαζί μου: παίρνω τα κλειδιά μου / λεφτά από το συρτάρι / ένα καθρεφτάκι στην τσάντα μου. Σηκώθηκε, πήρε την ομπρέλα του κι έφυγε. Πήρε το γράμμα για να το ρίξει στο γραμματοκιβώτιο. Πήρες μαζί σου την ταυτότητά σου; || (για πρόσ.): Πήρε το παιδί από το χέρι, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε μέσα στη νύχτα. δ. για να το μετακινήσω από μια θέση σε μια άλλη: Πάρτε τη βαλίτσα από το διάδρο μο. Πήρε το κιβώτιο και το ανέβασε στο πατάρι. ε. για να το φάω ή να το πιω: Πάρτε ένα σοκολατάκι / ένα λικέρ. || (γενικότ.) τρώω ή πίνω: Πάρτε ένα μεζέ. Πάρε και λίγο ψητό. Tι θα πάρετε; καφέ ή αναψυκτικό; Πήρες πρωινό; || (για φάρμακα και άλλες ουσίες) εισάγω στον οργανισμό μου: Πάρε μια ασπιρίνη. παίρνω ναρκωτικά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παίρνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15