δένω  Verb  [deno, theno, denw]


Beispielsätze δένω

... 37.1167°N 25.8167°E / 37.1167; 25.8167 Η Δονούσα γνωστή και ως Δενούσα, η Δόνουσα των αρχαίων, η Stenosa ή Spinosa των ξένων ναυτικών του ΙΘ΄αι ...

... μήκος ή κατά το διάμηκες του πλοίου. πέφτω πρύμα-πλώρα: σημαίνει πλαγιοδετώ, δένω σε προβλήτα με την πλευρά ή παραβάλω σε άλλο πλοίο. ανάπρυμα: προσεγγίζω ...

... Βυζαντινοί στη μέση τους. Ουσιαστικό ουδέτερου γένους Σύνθετη λέξη: κόμπος + δένω Συγγενικά: πουγκί, σακούλι, μαντήλι, πορτοφόλι ‘’Έχει γερό κομπόδεμα…’’ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anleinen

... Tethering ( [ˈteðəɹɪŋ], aus dem Englischen, von to tether, zu Deutsch anleinen, anbinden) bezeichnet die Verbindung eines Smartphones mit einem anderen ...

... 2013.  Wanderschafherde im Herrenmoor und Vaaler Moor – Hunde unbedingt anleinen! Pressemeldung. Kreis Steinburg, 27. Juni 2012, abgerufen am 22. März 2013 ...

... von Tiernahrung geeignetes Tongeschirr und Bronzeringe, vermutlich zum Anleinen. Tierwärterfiguren aus Terrakotta knieten in der Grube, vermutlich zur ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΕΝΩ
I tie
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δένω, sindeo">-δέωδένουμε, δένομεδένομαιδενόμαστε
δένειςδένετεδένεσαιδένεστε, δενόσαστε
δένειδένουν(ε)δένεταιδένονται
Imper
fekt
έδεναδέναμεδενόμουν(α)δενόμαστε, δενόμασταν
έδενεςδένατεδενόσουν(α)δενόσαστε, δενόσασταν
έδενεέδεναν, δέναν(ε)δενόταν(ε)δένονταν, δενόντανε, δενόντουσαν
Aoristέδεσαδέσαμεδέθηκαδεθήκαμε
έδεσεςδέσατεδέθηκεςδεθήκατε
έδεσεέδεσαν, δέσαν(ε)δέθηκεδέθηκαν, δεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω δέσει
έχω δεμένο
έχουμε δέσει
έχουμε δεμένο
έχω δεθεί
είμαι δεμένος, -η
έχουμε δεθεί
είμαστε δεμένοι, -ες
έχεις δέσει
έχεις δεμένο
έχετε δέσει
έχετε δεμένο
έχεις δεθεί
είσαι δεμένος, -η
έχετε δεθεί
είστε δεμένοι, -ες
έχει δέσει
έχει δεμένο
έχουν δέσει
έχουν δεμένο
έχει δεθεί
είναι δεμένος, -η, -ο
έχουν δεθεί
είναι δεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δέσει
είχα δεμένο
είχαμε δέσει
είχαμε δεμένο
είχα δεθεί
ήμουν δεμένος, -η
είχαμε δεθεί
ήμαστε δεμένοι, -ες
είχες δέσει
είχες δεμένο
είχατε δέσει
είχατε δεμένο
είχες δεθεί
ήσουν δεμένος, -η
είχατε δεθεί
ήσαστε δεμένοι, -ες
είχε δέσει
είχε δεμένο
είχαν δέσει
είχαν δεμένο
είχε δεθεί
ήταν δεμένος, -η, -ο
είχαν δεθεί
ήταν δεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δένωθα δένουμε, θα δένομεθα δένομαιθα δενόμαστε
θα δένειςθα δένετεθα δένεσαιθα δένεστε, θα δενόσαστε
θα δένειθα δένουν(ε)θα δένεταιθα δένονται
Fut
ur
θα δέσωθα δέσουμε, θα δέσομεθα δεθώθα δεθούμε
θα δέσειςθα δέσετεθα δεθείςθα δεθείτε
θα δέσειθα δέσουν(ε)θα δεθείθα δεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δέσει
θα έχω δεμένο
θα έχουμε δέσει
θα έχουμε δεμένο
θα έχω δεθεί
θα είμαι δεμένος, -η
θα έχουμε δεθεί
θα είμαστε δεμένοι, -ες
θα έχεις δέσει
θα έχεις δεμένο
θα έχετε δέσει
θα έχετε δεμένο
θα έχεις δεθεί
θα είσαι δεμένος, -η
θα έχετε δεθεί
θα είστε δεμένοι, -ες
θα έχει δέσει
θα έχει δεμένο
θα έχουν δέσει
θα έχουν δεμένο
θα έχει δεθεί
θα είναι δεμένος, -η, -ο
θα έχουν δεθεί
θα είναι δεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δένωνα δένουμε, να δένομενα δένομαινα δενόμαστε
να δένειςνα δένετενα δένεσαινα δένεστε, να δενόσαστε
να δένεινα δένουν(ε)να δένεταινα δένονται
Aoristνα δέσωνα δέσουμε, να δέσομενα δεθώνα δεθούμε
να δέσειςνα δέσετενα δεθείςνα δεθείτε
να δέσεινα δέσουν(ε)να δεθείνα δεθούν(ε)
Perfνα έχω δέσει
να έχω δεμένο
να έχουμε δέσει
να έχουμε δεμένο
να έχω δεθεί
να είμαι δεμένος, -η
να έχουμε δεθεί
να είμαστε δεμένοι, -ες
να έχεις δέσει
να έχεις δεμένο
να έχετε δέσει
να έχετε δεμένο
να έχεις δεθεί
να είσαι δεμένος, -η
να έχετε δεθεί
να είστε δεμένοι, -ες
να έχει δέσει
να έχει δεμένο
να έχουν δέσει
να έχουν δεμένο
να έχει δεθεί
να είναι δεμένος, -η, -ο
να έχουν δεθεί
να είναι δεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδένεδένετεδένεστε
Aoristδέσεδέσετε, δέστεδέσουδεθείτε
Part
izip
Presδένοντας
Perfέχοντας δέσει, έχοντας δεμένοδεμένος, -η, -οδεμένοι, -ες, -α
InfinAoristδέσειδεθεί







Person Wortform
Präsens ich binde
du bindest
er, sie, es bindet
Präteritum ich band
Konjunktiv II ich bände
Imperativ Singular binde!
Plural bindet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebunden haben
Alle weiteren Formen: Flexion:binden



Person Wortform
Präsens ich winde
du windest
er, sie, es windet
Präteritum ich wand
Konjunktiv II ich wände
Imperativ Singular winde!
Plural windet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewunden haben
Alle weiteren Formen: Flexion:winden



















Singular

Plural

Nominativ der Knoten

die Knoten

Genitiv des Knotens

der Knoten

Dativ dem Knoten

den Knoten

Akkusativ den Knoten

die Knoten



Griechische Definition zu δένω

δένω [δéno] -ομαι : I1α. συνδέω, σχηματίζοντας κόμπο ή φιόγκο, τις δύο ελεύθερες άκρες ενός νήματος, ενός σκοινιού κτλ. ή ξεχωριστά νήματα ή σκοινιά μεταξύ τους: δένω την κορδέλα. δένω τα δύο σύρματα. Δέσε γερά το σκοινί να μη σπάσει. || δένω τη γραβάτα, με ειδικό τρόπο γύρω από το λαιμό και κάτω από το γιακά του πουκαμίσου. δένω τα κορδόνια των παπουτσιών. ΦΡ δένω κτ. κόμπο*. δένω κτ. σε ψιλό* μαντίλι. || (επέκτ.): Mε τα χέρια δεμένα σε προσευχή. Nα βλέπω τα χεράκια δεμένα στο θρανίο, με τα δάχτυλα πλεγμένα μεταξύ τους, η δασκάλα στα μικρά παιδιά. β. περιβάλλω ομοειδή συνήθ. αντικείμενα με ειδικό νήμα (σκοινί, σπάγγο κτλ.), του οποίου τις άκρες συνδέω σφιχτά, έτσι ώστε να μπορούν να συγκρατηθούν μαζί: Έδεσαν τα στάχυα / το χόρτο σε δεμάτια. || Δέσε τα μαλλιά σου, με κορδέλα, σε αλογοουρά. Έδεσε μια κορδέλα στα μαλλιά της. || δένω τη ζώνη μου, γύρω από τη μέση. || Nα δέσεις το κρέας πριν το βάλεις στο φούρνο. γ. με τη βοήθεια νήματος, σκοινιού κτλ., του οποίου την άκρη στερεώνω σε σταθερό σημείο, ακινητοποιώ κπ. ή κτ.: δένω την αιώρα στο δέντρο. Έδεσε το ζώο σε έναν πάσσαλο. Mη φοβάστε· το σκυλί είναι δεμένο. Είναι δεμένη η βάρκα; (έκφρ.) ο δρόμος* είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα. (τότε) που δέναν τα σκυλιά* με τα λουκάνικα. ΦΡ δένω το γάιδαρό* μου. ΠAΡ Bασιλική διαταγή* και τα σκυλιά δεμένα. (ναυτ.) Tο πλοίο έχει δέσει, δεν ταξιδεύει, βρίσκεται στο λιμάνι. Mε την απεργία, έδεσαν τα περισσότερα ακτοπλοϊκά σκάφη. || δένω κπ., τον ακινητοποιώ περιβάλλοντας τα χέρια ή και τα πόδια του σφιχτά με σκοινί: Οι αιχμάλωτοι ήταν δεμένοι με αλυσίδες. || Δέστε τις ζώνες σας, για τις ζώνες ασφαλείας σε αυτοκίνητο, αεροπλάνο κτλ. Οι ληστές είχαν δέσει το θύμα τους σε ένα κάθισμα. Bρέθηκε φιμωμένος και δεμένος χειροπόδαρα και μτφ. δένω κπ. χειροπόδαρα*. ΦΡ έχω τα χέρια μου δεμένα, αδυνατώ να παρέμβω, να βοηθήσω λόγω κάποιων δεσμεύσεων. δένω τα χέρια* κάποιου. βάζω λυτούς* και δεμένους. δένεται η γλώσσα* κάποιου. δ. περιβάλλω με μια λουρίδα υφάσματος, συνήθ. ένα μέρος του σώματος: Tου έδεσαν τα μάτια και τον οδήγησαν στο κρυσφύγετό τους. || δένω ένα τραύμα, το περιβάλλω με επίδεσμο. Είχε το χέρι του δεμένο στον καρπό. Οι τραυματίες με τα κεφάλια δεμένα… [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δένω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15