fesseln
 Verb

δένω Verb
(3)
DeutschGriechisch
Wenn du so was denkst, dann muss ich dich jede Nacht fesseln.Άμα σκέφτεσαι έτσι, δεν μπορώ παρά να σε δένω κάθε βράδυ.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich sollte dich öfters fesseln.Θα έπρεπε να σας δένω πιο συχνά.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich weiß nicht, was sie im Studium lernen, aber zu helfen bedeutet nicht, Leute zu fesseln und ihr Gehirn aufzuschneiden.Δεν ξέρω τι σας δίδαξαν στην Ιατρική, αλλά η λέξη "βοηθάω" δε σημαίνει δένω με χειροπέδες κόσμο και του κόβω τους εγκεφάλους.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
gefangen nehmen
fesseln
Ähnliche Wörter
fesselnd

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δένω, sindeo">-δέωδένουμε, δένομεδένομαιδενόμαστε
δένειςδένετεδένεσαιδένεστε, δενόσαστε
δένειδένουν(ε)δένεταιδένονται
Imper
fekt
έδεναδέναμεδενόμουν(α)δενόμαστε, δενόμασταν
έδενεςδένατεδενόσουν(α)δενόσαστε, δενόσασταν
έδενεέδεναν, δέναν(ε)δενόταν(ε)δένονταν, δενόντανε, δενόντουσαν
Aoristέδεσαδέσαμεδέθηκαδεθήκαμε
έδεσεςδέσατεδέθηκεςδεθήκατε
έδεσεέδεσαν, δέσαν(ε)δέθηκεδέθηκαν, δεθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω δέσει
έχω δεμένο
έχουμε δέσει
έχουμε δεμένο
έχω δεθεί
είμαι δεμένος, -η
έχουμε δεθεί
είμαστε δεμένοι, -ες
έχεις δέσει
έχεις δεμένο
έχετε δέσει
έχετε δεμένο
έχεις δεθεί
είσαι δεμένος, -η
έχετε δεθεί
είστε δεμένοι, -ες
έχει δέσει
έχει δεμένο
έχουν δέσει
έχουν δεμένο
έχει δεθεί
είναι δεμένος, -η, -ο
έχουν δεθεί
είναι δεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα δέσει
είχα δεμένο
είχαμε δέσει
είχαμε δεμένο
είχα δεθεί
ήμουν δεμένος, -η
είχαμε δεθεί
ήμαστε δεμένοι, -ες
είχες δέσει
είχες δεμένο
είχατε δέσει
είχατε δεμένο
είχες δεθεί
ήσουν δεμένος, -η
είχατε δεθεί
ήσαστε δεμένοι, -ες
είχε δέσει
είχε δεμένο
είχαν δέσει
είχαν δεμένο
είχε δεθεί
ήταν δεμένος, -η, -ο
είχαν δεθεί
ήταν δεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δένωθα δένουμε, θα δένομεθα δένομαιθα δενόμαστε
θα δένειςθα δένετεθα δένεσαιθα δένεστε, θα δενόσαστε
θα δένειθα δένουν(ε)θα δένεταιθα δένονται
Fut
ur
θα δέσωθα δέσουμε, θα δέσομεθα δεθώθα δεθούμε
θα δέσειςθα δέσετεθα δεθείςθα δεθείτε
θα δέσειθα δέσουν(ε)θα δεθείθα δεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δέσει
θα έχω δεμένο
θα έχουμε δέσει
θα έχουμε δεμένο
θα έχω δεθεί
θα είμαι δεμένος, -η
θα έχουμε δεθεί
θα είμαστε δεμένοι, -ες
θα έχεις δέσει
θα έχεις δεμένο
θα έχετε δέσει
θα έχετε δεμένο
θα έχεις δεθεί
θα είσαι δεμένος, -η
θα έχετε δεθεί
θα είστε δεμένοι, -ες
θα έχει δέσει
θα έχει δεμένο
θα έχουν δέσει
θα έχουν δεμένο
θα έχει δεθεί
θα είναι δεμένος, -η, -ο
θα έχουν δεθεί
θα είναι δεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δένωνα δένουμε, να δένομενα δένομαινα δενόμαστε
να δένειςνα δένετενα δένεσαινα δένεστε, να δενόσαστε
να δένεινα δένουν(ε)να δένεταινα δένονται
Aoristνα δέσωνα δέσουμε, να δέσομενα δεθώνα δεθούμε
να δέσειςνα δέσετενα δεθείςνα δεθείτε
να δέσεινα δέσουν(ε)να δεθείνα δεθούν(ε)
Perfνα έχω δέσει
να έχω δεμένο
να έχουμε δέσει
να έχουμε δεμένο
να έχω δεθεί
να είμαι δεμένος, -η
να έχουμε δεθεί
να είμαστε δεμένοι, -ες
να έχεις δέσει
να έχεις δεμένο
να έχετε δέσει
να έχετε δεμένο
να έχεις δεθεί
να είσαι δεμένος, -η
να έχετε δεθεί
να είστε δεμένοι, -ες
να έχει δέσει
να έχει δεμένο
να έχουν δέσει
να έχουν δεμένο
να έχει δεθεί
να είναι δεμένος, -η, -ο
να έχουν δεθεί
να είναι δεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδένεδένετεδένεστε
Aoristδέσεδέσετε, δέστεδέσουδεθείτε
Part
izip
Presδένοντας
Perfέχοντας δέσει, έχοντας δεμένοδεμένος, -η, -οδεμένοι, -ες, -α
InfinAoristδέσειδεθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback