αναγνωρίζω Verb  [anagnorizo, anarnorizo, anagnwrizw]

  Verb
(44)
  Verb
(11)
  Verb
(6)
  Verb
(5)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Buchtip

Etymologie zu αναγνωρίζω

αναγνωρίζω altgriechisch ἀναγνωρίζω ἀνά + γνωρίζω


GriechischDeutsch
Ως εκ τούτου, οι εθνικοί, ευρωπαϊκοί και διεθνείς οργανισμοί αναγνωρίζω ολοένα περισσότερο τις επιπτώσεις της διεθνούς μετανάστευσης στην ανάπτυξη και το κράτος προνοίας, τόσο στις χώρες προέλευσης όσο και στις χώρες προορισμού.Nationale, europäische und internationale Behörden und Organisationen erkennen immer klarer an, dass die internationalen Migrationsströme sowohl in den Herkunftsals auch in den Zielländern Auswirkungen auf Wachstum und Wohlstand haben.

Übersetzung bestätigt

Επίσης, δεν αναγνωρίζω κανένα πλεονέκτημα στην εισαγωγή των αμερικανικών «class actions» στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη – ούτε καν για τους καταναλωτές οι οποίοι ειδικά στη Γερμανία προστατεύονται πλέον από πλήθος νομοθετικών διατάξεων, από τη δικαιοσύνη και από ενώσεις καταναλωτών σε εντυπωσιακά υψηλό επίπεδο.Ich kann auch keinen Vorteil im Import der amerikanischen "class actions" in die europäische Rechtsordnung erkennen – auch nicht für die Verbraucher, die gerade in Deutschland durch eine umfangreiche Gesetzgebung, durch die Justiz und durch Verbraucherverbände bereits heute auf beeindruckend hohem Niveau geschützt sind.

Übersetzung bestätigt

Λυπάμαι κι εγώ που σ'αυτό ωθηθήκαμε και αναγκασθήκαμε να προχωρήσουμε κάτω από την θέση που πήραν η Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και της 'Ενωσης για την Ευρώπη, ενώ βέβαια αναγνωρίζω και βλέπω εδώ συναδέλφους μου από τις ομάδες αυτές, που είναι γνωστό ότι αγωνίζονται για την υπόθεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.Hier kommt nichts vor von wirklicher Resozialisation, hier wird nicht gefordert, die sozialen Verhältnisse zu verändern, sondern man macht letztlich im eigenen Trott weiter, auch wenn lobenswerte Ansätze zu erkennen sind, wir ändern nicht die Wirtschaftspolitik, wir paktieren nach wie vor mit den Oligarchien in diesen Ländern.

Übersetzung bestätigt

Θα συζητήσουμε, στην προσεχή συνάντηση με τους Σλοβάκους συναδέλφους μας, τις προόδους που επιδιώκουμε και που προσωπικά δεν αναγνωρίζω ότι επετεύχθησαν σ' αυτόν τον τομέα, και μετά θα υποβάλουμε μια σχετική σύσταση στην Ολομέλεια.Wir werden beim nächsten Treffen mit unseren slowakischen Kollegen die erzielten Fortschritte, die ich auf diesem Gebiet bisher noch nicht erkennen kann, diskutieren, und wir werden dann eine entsprechende Empfehlung an das Plenum abgeben.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu αναγνωρίζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναγνωρίζωαναγνωρίζουμε, αναγνωρίζομεαναγνωρίζομαιαναγνωριζόμαστε
αναγνωρίζειςαναγνωρίζετεαναγνωρίζεσαιαναγνωρίζεστε, αναγνωριζόσαστε
αναγνωρίζειαναγνωρίζουν(ε)αναγνωρίζεταιαναγνωρίζονται
Imper
fekt
αναγνώριζααναγνωρίζαμεαναγνωριζόμουν(α)αναγνωριζόμαστε, αναγνωριζόμασταν
αναγνώριζεςαναγνωρίζατεαναγνωριζόσουν(α)αναγνωριζόσαστε, αναγνωριζόσασταν
αναγνώριζεαναγνώριζαν, αναγνωρίζαν(ε)αναγνωριζόταν(ε)αναγνωρίζονταν, αναγνωριζόντανε, αναγνωριζόντουσαν
Aoristαναγνώρισααναγνωρίσαμεαναγνωρίστηκααναγνωριστήκαμε
αναγνώρισεςαναγνωρίσατεαναγνωρίστηκεςαναγνωριστήκατε
αναγνώρισεαναγνώρισαν, αναγνωρίσαν(ε)αναγνωρίστηκεαναγνωρίστηκαν, αναγνωριστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αναγνωρίσει
έχω αναγνωρισμένο
έχουμε αναγνωρίσει
έχουμε αναγνωρισμένο
έχω αναγνωριστεί
είμαι αναγνωρισμένος, -η
έχουμε αναγνωριστεί
είμαστε αναγνωρισμένοι, -ες
έχεις αναγνωρίσει
έχεις αναγνωρισμένο
έχετε αναγνωρίσει
έχετε αναγνωρισμένο
έχεις αναγνωριστεί
είσαι αναγνωρισμένος, -η
έχετε αναγνωριστεί
είστε αναγνωρισμένοι, -ες
έχει αναγνωρίσει
έχει αναγνωρισμένο
έχουν αναγνωρίσει
έχουν αναγνωρισμένο
έχει αναγνωριστεί
είναι αναγνωρισμένος, -η, -ο
έχουν αναγνωριστεί
είναι αναγνωρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αναγνωρίσει
είχα αναγνωρισμένο
είχαμε αναγνωρίσει
είχαμε αναγνωρισμένο
είχα αναγνωριστεί
ήμουν αναγνωρισμένος, -η
είχαμε αναγνωριστεί
ήμαστε αναγνωρισμένοι, -ες
είχες αναγνωρίσει
είχες αναγνωρισμένο
είχατε αναγνωρίσει
είχατε αναγνωρισμένο
είχες αναγνωριστεί
ήσουν αναγνωρισμένος, -η
είχατε αναγνωριστεί
ήσαστε αναγνωρισμένοι, -ες
είχε αναγνωρίσει
είχε αναγνωρισμένο
είχαν αναγνωρίσει
είχαν αναγνωρισμένο
είχε αναγνωριστεί
ήταν αναγνωρισμένος, -η, -ο
είχαν αναγνωριστεί
ήταν αναγνωρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναγνωρίζωθα αναγνωρίζουμε, θα αναγνωρίζομεθα αναγνωρίζομαιθα αναγνωριζόμαστε
θα αναγνωρίζειςθα αναγνωρίζετεθα αναγνωρίζεσαιθα αναγνωρίζεστε, θα αναγνωριζόσαστε
θα αναγνωρίζειθα αναγνωρίζουν(ε)θα αναγνωρίζεταιθα αναγνωρίζονται
Fut
ur
θα αναγνωρίσωθα αναγνωρίσουμε, θα αναγνωρίζομεθα αναγνωριστώθα αναγνωριστούμε
θα αναγνωρίσειςθα αναγνωρίσετεθα αναγνωριστείςθα αναγνωριστείτε
θα αναγνωρίσειθα αναγνωρίσουν(ε)θα αναγνωριστείθα αναγνωριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναγνωρίσει
θα έχω αναγνωρισμένο
θα έχουμε αναγνωρίσει
θα έχουμε αναγνωρισμένο
θα έχω αναγνωριστεί
θα είμαι αναγνωρισμένος, -η
θα έχουμε αναγνωριστεί
θα είμαστε αναγνωρισμένοι, -ες
θα έχεις αναγνωρίσει
θα έχεις αναγνωρισμένο
θα έχετε αναγνωρίσει
θα έχετε αναγνωρισμένο
θα έχεις αναγνωριστεί
θα είσαι αναγνωρισμένος, -η
θα έχετε αναγνωριστεί
θα είστε αναγνωρισμένοι, -ες
θα έχει αναγνωρίσει
θα έχει αναγνωρισμένο
θα έχουν αναγνωρίσει
θα έχουν αναγνωρισμένο
θα έχει αναγνωριστεί
θα είναι αναγνωρισμένος, -η, -ο
θα έχουν αναγνωριστεί
θα είναι αναγνωρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναγνωρίζωνα αναγνωρίζουμε, να αναγνωρίζομενα αναγνωρίζομαινα αναγνωριζόμαστε
να αναγνωρίζειςνα αναγνωρίζετενα αναγνωρίζεσαινα αναγνωρίζεστε, να αναγνωριζόσαστε
να αναγνωρίζεινα αναγνωρίζουν(ε)να αναγνωρίζεταινα αναγνωρίζονται
Aoristνα αναγνωρίσωνα αναγνωρίσουμε, να αναγνωρίσομενα αναγνωριστώνα αναγνωριστούμε
να αναγνωρίσειςνα αναγνωρίσετενα αναγνωριστείςνα αναγνωριστείτε
να αναγνωρίσεινα αναγνωρίσουν(ε)να αναγνωριστείνα αναγνωριστούν(ε)
Perfνα έχω αναγνωρίσει
να έχω αναγνωρισμένο
να έχουμε αναγνωρίσει
να έχουμε αναγνωρισμένο
να έχω αναγνωριστεί
να είμαι αναγνωρισμένος, -η
να έχουμε αναγνωριστεί
να είμαστε αναγνωρισμένοι, -ες
να έχεις αναγνωρίσει
να έχεις αναγνωρισμένο
να έχετε αναγνωρίσει
να έχετε αναγνωρισμένο
να έχεις αναγνωριστεί
να είσαι αναγνωρισμένος, -η
να έχετε αναγνωριστεί
να είστε αναγνωρισμένοι, -ες
να έχει αναγνωρίσει
να έχει αναγνωρισμένο
να έχουν αναγνωρίσει
να έχουν αναγνωρισμένο
να έχει αναγνωριστεί
να είναι αναγνωρισμένος, -η, -ο
να έχουν αναγνωριστεί
να είναι αναγνωρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαναγνώριζεαναγνωρίζετεαναγνωρίζεστε
Aoristαναγνώρισεαναγνωρίστεαναγνωρίσουαναγνωριστείτε
Part
izip
Presαναγνωρίζονταςαναγνωριζόμενος
Perfέχοντας αναγνωρίσει, έχοντας αναγνωρισμένοαναγνωρισμένος, -η, -οαναγνωρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναγνωρίσειαναγνωριστεί

















Griechische Definition zu αναγνωρίζω

αναγνωρίζω [anaγnorízo] -ομαι : 1.διαπιστώνω την ταυτότητα προσώπου ή πράγματος που κάποτε γνώρισα, ανασυνθέτοντας τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του: Tον αναγνώρισα μέσα στο πλήθος. Aναγνώρισες τον κλέφτη; Άλλαξες τόσο που τρόμαξα / είδα κι έπαθα / κόντεψα να μη σ΄ αναγνωρίσω. Δεν κατάφεραν ν΄ αναγνωρίσουν τα παραμορφωμένα πτώματα. Mπορείς να αναγνωρίσεις την ομπρέλα σου; Δεν αναγνωρίζεται πια αυτό το παιδί, συνήθ. για αλλαγή στο χαρακτήρα του. || Tον αναγνώρισα από τη φωνή. Aπό τις πρώτες νότες αναγνώρισε το τραγούδι. (έκφρ.) δε σε αναγνωρίζω, ως εκδήλωση αποδοκιμασίας κάποιου για πράξεις ή ιδέες που δεν είχε στο παρελθόν. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback