αναγνωρίζω  Verb  [anagnorizo, anarnorizo, anagnwrizw]


Beispielsätze αναγνωρίζω

... και θεμελιωτής της ψυχαναλυτικής σχολής στον τομέα της ψυχολογίας. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ού αιώνα που μελέτησε ...

... χρησιμοποιήσει ενδυμασία διαφορετικού χρώματος. Γενικά, οι ποδοσφαιριστές αναγνωρίζονται από τον αριθμό που φέρουν στη στολή τους (πλάτη). Αρχικά, οι ποδοσφαιριστές ...

... σεπτές στοές. Οι μεγάλες στοές αναγνωρίζουν η μία την άλλη ως Κανονικές ή μη και αντίστοιχα τα μέλη τους αναγνωρίζονται μεταξύ τους ως αποδεδεγμένα ή όχι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einsehen

... Wann wird der Tag kommen, an dem du endlich deine Fehler einsehen wirst? ...

... Bitte beachten Sie, dass Ihr Internetprovider Ihre besuchten Seiten weiterhin einsehen kann. ...

... die Informationen nach Belieben einsehen und sogar manipulieren. Die Janusköpfigkeit des Angreifers besteht darin, dass er den Kommunikationspartnern vortäuscht ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΩ
I recognize
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναγνωρίζωαναγνωρίζουμε, αναγνωρίζομεαναγνωρίζομαιαναγνωριζόμαστε
αναγνωρίζειςαναγνωρίζετεαναγνωρίζεσαιαναγνωρίζεστε, αναγνωριζόσαστε
αναγνωρίζειαναγνωρίζουν(ε)αναγνωρίζεταιαναγνωρίζονται
Imper
fekt
αναγνώριζααναγνωρίζαμεαναγνωριζόμουν(α)αναγνωριζόμαστε, αναγνωριζόμασταν
αναγνώριζεςαναγνωρίζατεαναγνωριζόσουν(α)αναγνωριζόσαστε, αναγνωριζόσασταν
αναγνώριζεαναγνώριζαν, αναγνωρίζαν(ε)αναγνωριζόταν(ε)αναγνωρίζονταν, αναγνωριζόντανε, αναγνωριζόντουσαν
Aoristαναγνώρισααναγνωρίσαμεαναγνωρίστηκααναγνωριστήκαμε
αναγνώρισεςαναγνωρίσατεαναγνωρίστηκεςαναγνωριστήκατε
αναγνώρισεαναγνώρισαν, αναγνωρίσαν(ε)αναγνωρίστηκεαναγνωρίστηκαν, αναγνωριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναγνωρίσει
έχω αναγνωρισμένο
έχουμε αναγνωρίσει
έχουμε αναγνωρισμένο
έχω αναγνωριστεί
είμαι αναγνωρισμένος, -η
έχουμε αναγνωριστεί
είμαστε αναγνωρισμένοι, -ες
έχεις αναγνωρίσει
έχεις αναγνωρισμένο
έχετε αναγνωρίσει
έχετε αναγνωρισμένο
έχεις αναγνωριστεί
είσαι αναγνωρισμένος, -η
έχετε αναγνωριστεί
είστε αναγνωρισμένοι, -ες
έχει αναγνωρίσει
έχει αναγνωρισμένο
έχουν αναγνωρίσει
έχουν αναγνωρισμένο
έχει αναγνωριστεί
είναι αναγνωρισμένος, -η, -ο
έχουν αναγνωριστεί
είναι αναγνωρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αναγνωρίσει
είχα αναγνωρισμένο
είχαμε αναγνωρίσει
είχαμε αναγνωρισμένο
είχα αναγνωριστεί
ήμουν αναγνωρισμένος, -η
είχαμε αναγνωριστεί
ήμαστε αναγνωρισμένοι, -ες
είχες αναγνωρίσει
είχες αναγνωρισμένο
είχατε αναγνωρίσει
είχατε αναγνωρισμένο
είχες αναγνωριστεί
ήσουν αναγνωρισμένος, -η
είχατε αναγνωριστεί
ήσαστε αναγνωρισμένοι, -ες
είχε αναγνωρίσει
είχε αναγνωρισμένο
είχαν αναγνωρίσει
είχαν αναγνωρισμένο
είχε αναγνωριστεί
ήταν αναγνωρισμένος, -η, -ο
είχαν αναγνωριστεί
ήταν αναγνωρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναγνωρίζωθα αναγνωρίζουμε, θα αναγνωρίζομεθα αναγνωρίζομαιθα αναγνωριζόμαστε
θα αναγνωρίζειςθα αναγνωρίζετεθα αναγνωρίζεσαιθα αναγνωρίζεστε, θα αναγνωριζόσαστε
θα αναγνωρίζειθα αναγνωρίζουν(ε)θα αναγνωρίζεταιθα αναγνωρίζονται
Fut
ur
θα αναγνωρίσωθα αναγνωρίσουμε, θα αναγνωρίζομεθα αναγνωριστώθα αναγνωριστούμε
θα αναγνωρίσειςθα αναγνωρίσετεθα αναγνωριστείςθα αναγνωριστείτε
θα αναγνωρίσειθα αναγνωρίσουν(ε)θα αναγνωριστείθα αναγνωριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναγνωρίσει
θα έχω αναγνωρισμένο
θα έχουμε αναγνωρίσει
θα έχουμε αναγνωρισμένο
θα έχω αναγνωριστεί
θα είμαι αναγνωρισμένος, -η
θα έχουμε αναγνωριστεί
θα είμαστε αναγνωρισμένοι, -ες
θα έχεις αναγνωρίσει
θα έχεις αναγνωρισμένο
θα έχετε αναγνωρίσει
θα έχετε αναγνωρισμένο
θα έχεις αναγνωριστεί
θα είσαι αναγνωρισμένος, -η
θα έχετε αναγνωριστεί
θα είστε αναγνωρισμένοι, -ες
θα έχει αναγνωρίσει
θα έχει αναγνωρισμένο
θα έχουν αναγνωρίσει
θα έχουν αναγνωρισμένο
θα έχει αναγνωριστεί
θα είναι αναγνωρισμένος, -η, -ο
θα έχουν αναγνωριστεί
θα είναι αναγνωρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναγνωρίζωνα αναγνωρίζουμε, να αναγνωρίζομενα αναγνωρίζομαινα αναγνωριζόμαστε
να αναγνωρίζειςνα αναγνωρίζετενα αναγνωρίζεσαινα αναγνωρίζεστε, να αναγνωριζόσαστε
να αναγνωρίζεινα αναγνωρίζουν(ε)να αναγνωρίζεταινα αναγνωρίζονται
Aoristνα αναγνωρίσωνα αναγνωρίσουμε, να αναγνωρίσομενα αναγνωριστώνα αναγνωριστούμε
να αναγνωρίσειςνα αναγνωρίσετενα αναγνωριστείςνα αναγνωριστείτε
να αναγνωρίσεινα αναγνωρίσουν(ε)να αναγνωριστείνα αναγνωριστούν(ε)
Perfνα έχω αναγνωρίσει
να έχω αναγνωρισμένο
να έχουμε αναγνωρίσει
να έχουμε αναγνωρισμένο
να έχω αναγνωριστεί
να είμαι αναγνωρισμένος, -η
να έχουμε αναγνωριστεί
να είμαστε αναγνωρισμένοι, -ες
να έχεις αναγνωρίσει
να έχεις αναγνωρισμένο
να έχετε αναγνωρίσει
να έχετε αναγνωρισμένο
να έχεις αναγνωριστεί
να είσαι αναγνωρισμένος, -η
να έχετε αναγνωριστεί
να είστε αναγνωρισμένοι, -ες
να έχει αναγνωρίσει
να έχει αναγνωρισμένο
να έχουν αναγνωρίσει
να έχουν αναγνωρισμένο
να έχει αναγνωριστεί
να είναι αναγνωρισμένος, -η, -ο
να έχουν αναγνωριστεί
να είναι αναγνωρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαναγνώριζεαναγνωρίζετεαναγνωρίζεστε
Aoristαναγνώρισεαναγνωρίστεαναγνωρίσουαναγνωριστείτε
Part
izip
Presαναγνωρίζονταςαναγνωριζόμενος
Perfέχοντας αναγνωρίσει, έχοντας αναγνωρισμένοαναγνωρισμένος, -η, -οαναγνωρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναγνωρίσειαναγνωριστεί














Griechische Definition zu αναγνωρίζω

αναγνωρίζω [anaγnorízo] -ομαι : 1.διαπιστώνω την ταυτότητα προσώπου ή πράγματος που κάποτε γνώρισα, ανασυνθέτοντας τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του: Tον αναγνώρισα μέσα στο πλήθος. Aναγνώρισες τον κλέφτη; Άλλαξες τόσο που τρόμαξα / είδα κι έπαθα / κόντεψα να μη σ΄ αναγνωρίσω. Δεν κατάφεραν ν΄ αναγνωρίσουν τα παραμορφωμένα πτώματα. Mπορείς να αναγνωρίσεις την ομπρέλα σου; Δεν αναγνωρίζεται πια αυτό το παιδί, συνήθ. για αλλαγή στο χαρακτήρα του. || Tον αναγνώρισα από τη φωνή. Aπό τις πρώτες νότες αναγνώρισε το τραγούδι. (έκφρ.) δε σε αναγνωρίζω, ως εκδήλωση αποδοκιμασίας κάποιου για πράξεις ή ιδέες που δεν είχε στο παρελθόν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναγνωρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15