Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



μετάληψις


μετάληψη

μετάληψη Koine-Griechisch μετάληψις (παρόμοια σημασία) altgriechisch μετάληψις μεταλαμβάνω λαμβάνω


μεταλαμπαδεύω

μεταλαμπαδεύω (λόγιο) Koine-Griechisch μεταλαμπαδεύω (δίνω τον πυρσό μου σε άλλον)[1]


μεταλαμβάνω

μεταλαμβάνω Koine-Griechisch μεταλαμβάνω (παρόμοια σημασία) altgriechisch μεταλαμβάνω μετά + λαμβάνω


μεταλαβιά

μεταλαβιά μεταλαβαίνω + -ιά


μεταλαβαίνω

μεταλαβαίνω mittelgriechisch μεταλαβαίνω altgriechisch μεταλαμβάνω μετά + λαμβάνω


μετακόμιση

μετακόμιση Etymologie fehlt


μετακομίζω

μετακομίζω altgriechisch μετακομίζω μετά + κομίζω


μετακομιδή

μετακομιδή Etymologie fehlt


μετάκληση

μετάκληση Koine-Griechisch μετάκλησις altgriechisch μετακαλέω / μετακαλῶ μετά + καλέω / καλῶ


μετακιόνιο

μετακιόνιο Etymologie fehlt


μετακινώ

μετακινώ (λόγιο) altgriechisch μετακινῶ, συνηρημένου τύπου του μετακινέω.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + κινώ


μετακίνηση

μετακίνηση Etymologie fehlt


μετακάρπιο

μετακάρπιο Etymologie fehlt


μετακαλώ

μετακαλώ altgriechisch μετακαλέω / μετακαλῶ μετά + καλέω / καλῶ


μεταθέτω

μεταθέτω altgriechisch μετατίθημι


μετάθεση

μετάθεση μετά και θέτω


μετάζωα

μετάζωα Etymologie fehlt


μεταδοτικότητα

μεταδοτικότητα Katharevousa μεταδοτικότης μεταδοτικός + -ότης / -ότητα


μεταδοτικός

μεταδοτικός μεταδίδω


μετάδοση

μετάδοση Koine-Griechisch μετάδοσις (παρόμοια σημασία) altgriechisch μετάδοσις μεταδίδωμι μετά + δίδωμι


μεταδίδω

μεταδίδω mittelgriechisch μεταδίδω altgriechisch μεταδίδωμι μετά + δίδωμι


μεταγωγή

μεταγωγή Koine-Griechisch μεταγωγή. Συγχρονικά αναλύεται σε μετ- + αγωγή.


μετάγω

μετάγω altgriechisch μετάγω


μεταγράφω

μεταγράφω altgriechisch μεταγράφω μετά + γράφω ((Lehnbedeutung) französisch transcrire)


μεταγραφή

μεταγραφή (λόγιο) Koine-Griechisch μεταγραφή altgriechisch μεταγράφω. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + γραφή (γράφω). Και Lehnbedeutung από τη französisch transcription[1].


μεταγλωττιστής

μεταγλωττιστής μεταγλωττίζω + -τής


μεταγλώττιση

μεταγλώττιση μετά + γλώττισις > γλωττίζω (ρ. μετ.)


μεταγλωττίζω

μεταγλωττίζω mittelgriechisch μεταγλωττίζω μετά + altgriechisch γλῶττα + -ίζω


μεταγλώσσα

μεταγλώσσα μετα- + γλώσσα


μεταγενέστερος

μεταγενέστερος συγκριτικός βαθμός του ελληνιστικού επιθέτου μεταγενής


μετάγγιση

μετάγγιση μεταγγίζω + -ση


μεταβολισμός

μεταβολισμός μεταβάλλω + -ισμός


μεταβολή

μεταβολή altgriechisch μεταβολή


μεταβλητότητα

μεταβλητότητα μεταβλητός + -ότητα


μεταβίβαση

μεταβίβαση altgriechisch μεταβίβασις


μεταβιβάζω

μεταβιβάζω Etymologie fehlt


μεταβατικότητα

μεταβατικότητα μεταβατικός + -ότητα


μετάβαση

μετάβαση altgriechisch μετάβασις μεταβαίνω μετά + βαίνω


μεταβάλλω

μεταβάλλω altgriechisch μεταβάλλω μετά + βάλλω


μεταβαίνω

μεταβαίνω altgriechisch μεταβαίνω μετά + βαίνω proto-indogermanisch *gʷem-


μετά

μετά altgriechisch μετά


μεστώνω

μεστώνω altgriechisch μεστόω / μεστῶ μεστός


μέστωμα

μέστωμα μεστώνω + -μα


μεστός

μεστός altgriechisch μεστός


μεσοχώρι

μεσοχώρι Etymologie fehlt


μεσοχρονίς

μεσοχρονίς Etymologie fehlt


μεσοχείμωνο

μεσοχείμωνο Etymologie fehlt


μεσόφωνος

μεσόφωνος Etymologie fehlt


μεσόφρυδο

μεσόφρυδο Koine-Griechisch μεσόφρυον altgriechisch μέσος + ὀφρῦς


μεσοφόρι

μεσοφόρι Etymologie fehlt


μεσουρανώ

μεσουρανώ (λόγιο) altgriechisch μεσουρανέω / μεσουρανῶ[1] μέσος + οὐρανός


μεσουρανίς

μεσουρανίς Etymologie fehlt


μεσουράνηση

μεσουράνηση Etymologie fehlt


μεσουράνημα

μεσουράνημα altgriechisch μεσουρανῶ μεσ- + ουρανός


μεσούρανα


μεσότοιχος

μεσότοιχος Koine-Griechisch μεσότοιχος altgriechisch μέσος + τοῖχος


μεσοτοιχία

μεσοτοιχία μεσότοιχος + -ία μεσο- + τοίχος + -ία


μεσότητα

μεσότητα altgriechisch μεσότης > μέσος


μεσοστρατίς

μεσοστρατίς Etymologie fehlt


μεσοσαράκοστο

μεσοσαράκοστο μέσος + -ο- + Σαρακοστή + -ο


μεσόπορτα

μεσόπορτα Etymologie fehlt


μεσοπόλεμος

μεσοπόλεμος μέσος + πόλεμος


μεσονύχτι

μεσονύχτι altgriechisch μεσονύκτιον μέσος + νύξ


μεσονύκτιο

μεσονύκτιο altgriechisch μεσονύκτιον μέσος + νύξ


μέσον

μέσον altgriechisch μέσον, Maskulinum von μέσος


μεσολαβώ

μεσολαβώ spätgriechisch μεσολαβέω-ῶ μεσο- + -λαβῶ ( ἒ-λαβ-ον, αόριστος του λαμβάνω)


μεσολαβητής

μεσολαβητής μεσολαβ(ώ) + -ητής


μεσολάβηση

μεσολάβηση μεσολαβώ


μεσολαβή

μεσολαβή Etymologie fehlt


μεσοκάρπιο

μεσοκάρπιο Etymologie fehlt


μεσοκαλόκαιρο

μεσοκαλόκαιρο Etymologie fehlt


μεσοκαιρίτης

μεσοκαιρίτης Etymologie fehlt


μεσόθυρο

μεσόθυρο Etymologie fehlt


μεσοδόκι

μεσοδόκι Etymologie fehlt


μεσογονάτιο

μεσογονάτιο Etymologie fehlt


μεσοβδόμαδο

μεσοβδόμαδο μεσο- + βδομάδα + -ο


μεσοβδόμαδα

μεσοβδόμαδα μεσο- + βδομάδα + -α


μεσοβασιλεία

μεσοβασιλεία Etymologie fehlt


μέσο

μέσο altgriechisch μέσον, Maskulinum von επιθέτου μέσος


μεσίτης

μεσίτης Etymologie fehlt


μεσιτεία

μεσιτεία Koine-Griechisch μεσιτεία μεσιτεύω altgriechisch μέσον


μεσιακός

μεσιακός Etymologie fehlt


μεσημεριάζω

μεσημεριάζω mittelgriechisch μεσημεριάζω μεσημέρι + -ιάζω Koine-Griechisch μεσημέριον, Maskulinum von μεσημέριος altgriechisch μέσος + ἡμέρα


μεσημέρι

μεσημέρι mittelgriechisch μεσημέρι(ν) Koine-Griechisch μεσημέριον, Maskulinum von μεσημέριος altgriechisch μέσος + ἡμέρα


μεσημβρινός

μεσημβρινός altgriechisch μεσημβρινός μεσημβρία


μεσημβρία

μεσημβρία altgriechisch μεσημβρία


μεσήλιξ


μεσήλικας

μεσήλικας Etymologie fehlt


μέση

μέση altgriechisch μέση, Femininum von μέσος


μεσεγγυητής

μεσεγγυητής Etymologie fehlt


μεσεγγύηση

μεσεγγύηση Etymologie fehlt


μεσάνυχτα

μεσάνυχτα Etymologie fehlt


μεσαιωνισμός

μεσαιωνισμός Etymologie fehlt


μεσάζων

μεσάζων altgriechisch μεσάζων μετοχή ενεστώτος του ρήματος μεσάζω μέσος


μέσα

μέσα mittelgriechisch μέσα αιτιατική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του επιθέτου μέσος[1]


μες

μες στη σιωπή της νύχτας


μερώνω

μερώνω Etymologie fehlt


μέρωμα

μέρωμα ημερώνω


μερτικό

μερτικό mittelgriechisch μερτικόν



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback