Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



σαμπουάν

σαμπουάν französisch shampooing


σαμπούκος

σαμπούκος italienisch sambuco lateinisch sambucus


σαμπρέλα

σαμπρέλα französisch chambre à air με τροπή του δεύτερου r σε l


σάμπως

σάμπως σαν πως


σαν

σαν mittelgriechisch σάν ὡσάν altgriechisch φράση ὡς ἄν


σανατόριο

σανατόριο englisch sanatorium lateinisch sanatus, Passiv Perfekt von sano sanus proto-indogermanisch *swā-n- (υγιής)


σανδάλι

σανδάλι altgriechisch σανδάλιον σάνδαλον + κατάληξη υποκοριστικού -ιον


σανίδα

σανίδα altgriechisch σανίς


σανίδι

σανίδι Etymologie fehlt


σανίδωμα

σανίδωμα σανιδώνω + -μα Koine-Griechisch σανιδόω / σανιδῶ altgriechisch σανίς


σανιδώνω

σανιδώνω σανίδα + -ώνω


σανίδωση

σανίδωση Etymologie fehlt


σανός

σανός slawisch seno πρωτοslawisch *sěno (πβ. βουλγαρικά: сено) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


σαντζάκι

σαντζάκι türkisch sancak


σαντιγί

σαντιγί französisch chantilly ή crème de Chantilly, von όνομα της πόλης Chantilly


σάντουιτς

σάντουιτς englisch sandwich (von Άγγλο κόμητα του Sandwich, John Montagu)


σαντουιτσάδικο

σαντουιτσάδικο σάντουιτς + -άδικο


σαντούρι

σαντούρι türkisch santur persisch سنتور


σαξ

σαξ französisch Saxe (Σαξονία)


σαξοφωνίστας

σαξοφωνίστας σαξόφωνο + -ίστας


σαξόφωνο

σαξόφωνο französisch saxophone saxo- + phone (φωνή) das Wort προέρχεται von όνομα του Adolphe Sax (1814-1894), Βέλγου κατασκευαστή οργάνων


σάουνα

σάουνα englisch sauna φινλανδική sauna πρωτοφιννοουγγρική *savńa πρωτοουραλική *sakńa (χειμερινό κατάλυμα, λάκκος σκαμμένος μέσα στο χιόνι για προσωρινό καταφύγιο)


σαπίζω

σαπίζω mittelgriechisch σαπίζω altgriechisch σήπομαι (αόριστος: ἐσάπην), Passiv von σήπω


σαπίλα

σαπίλα σάπιος + -ίλα mittelgriechisch σάπιος σαπίζω altgriechisch σήπομαι


σαπιοκάραβο

σαπιοκάραβο σάπιος + καράβι.


σάπισμα

σάπισμα σαπίζω + -μα


σαπουνάδα

σαπουνάδα Etymologie fehlt


σαπουνάδικο

σαπουνάδικο σαπούνι + -άδικο


σαπούνι

σαπούνι Koine-Griechisch σαπώνιον σάπων lateinisch sapo


σαπουνίζω

σαπουνίζω Etymologie fehlt


σαπουνόπερα

σαπουνόπερα (Lehnübersetzung) englisch soap opera


σαπουνόφουσκα

σαπουνόφουσκα σαπούνι + -ο- + φούσκα


σαπουνόχορτο

σαπουνόχορτο Etymologie fehlt


σαπρόφιλα

σαπρόφιλα Etymologie fehlt


σαπρόφυτα

σαπρόφυτα Etymologie fehlt


σάπφειρος

σάπφειρος (λόγιο) Koine-Griechisch σάπφειρος. siehe auch ζαφείρι.


σαπωνοποίηση

σαπωνοποίηση Etymologie fehlt


σαπωνοποιία

σαπωνοποιία σάπων + -ποιία


σαράβαλο

σαράβαλο Etymologie fehlt


σαράι

σαράι mittelgriechisch σαράι türkisch saray persisch سرای (sarây)


σάρακας

σάρακας von αιτιατική "σάρακα" του ελληνιστικού σάραξ


σαράκι

σαράκι Etymologie fehlt


σαρακιάζω

σαρακιάζω Etymologie fehlt


σαράκιασμα

σαράκιασμα Etymologie fehlt


σαρακοστή

σαρακοστή τεσσαρακοστή substantiviertes Femininum des Adjektivs: τεσσαρακοστός


σαράντα

σαράντα mittelgriechisch σαράκοντα altgriechisch τεσσαράκοντα (Με αποκοπή της πρώτης συλλαβής, η οποία το Μεσαίωνα θεωρήθηκε άρθρο: τές σαράκοντα, ενώ η αποβολή της συλλαβής -κο- απαντά σε πολλά αριθμητικά, λ.χ. τριάκοντα - τριάντα, ἑξήκοντα - ἑξῆντα κτλ.)


σαρανταλείτουργο

σαρανταλείτουργο mittelgriechisch σαρανταλείτουργο σαράντα + λειτουργία


σαραντάμερο

σαραντάμερο σαράντα + ημέρα


σαρανταποδαρούσα

σαρανταποδαρούσα σαράντα + ποδάρι + -ούσα


σαραντάρης

σαραντάρης σαράντα + -άρης


σαρανταριά

σαρανταριά σαράντα + -αριά


σαρανταρίζω

σαρανταρίζω σαραντάρης + -ίζω


σαργός

σαργός altgriechisch


σαρδέλα

σαρδέλα italienisch sardella, υποκοριστικό του sarda lateinisch sardina altgriechisch σαρδίνη (αντιδάνειο) Σαρδώ


σαρδελοκούτι

σαρδελοκούτι σαρδέλα + κουτί


σαρίκι

σαρίκι türkisch sarık


σάρκα

σάρκα altgriechisch σάρξ


σαρκάζω

σαρκάζω altgriechisch σαρκάζω σάρξ


σαρκασμός

σαρκασμός altgriechisch σαρκασμός σαρκάζω σάρξ


σαρκαστής

σαρκαστής Etymologie fehlt


σαρκοφάγος

σαρκοφάγος altgriechisch σαρκοφάγος σαρξ + τρώγω (αόριστος ἔφαγον)-φάγος


σάρκωμα

σάρκωμα σάρξ


σαρμάς

σαρμάς türkisch sarma


σαρξ


σάρωμα

σάρωμα σαρώνω


σαρώνω

σαρώνω mittelgriechisch σαρώνω Koine-Griechisch σαρόω / σαρῶ altgriechisch σαίρω σάρον


σάρωση

σάρωση Koine-Griechisch σάρωσις σαρόω (2, 3: (Lehnbedeutung) (αγγλικά) scan)


σασί

σασί französisch châssis


σασμάν

σασμάν französisch changement (de vitesses)


σαστίζω

σαστίζω türkisch sastim sasmak


σαστιμάρα

σαστιμάρα σαστίζω + -μάρα


σατακρούτα

σατακρούτα italienisch seta cruda (ακατέργαστο μετάξι)


σατανάς

σατανάς Koine-Griechisch Σατανᾶς Σατάν / Σατᾶν hebräisch שטן (śāṭān)


σατανισμός

σατανισμός (entlehnt aus) französisch satanisme λατινικά Satan Koine-Griechisch Σαταν(ᾶς) + ‑isme ‑ισμός[1]


σατανιστής

σατανιστής (entlehnt aus) französisch sataniste satanisme Koine-Griechisch Σατανᾶς (Wort verwendet ab 1895)


σατέν

σατέν französisch satin arabisch زيتون (zaytwn)


σατινέ

σατινέ französisch satiné


σάτιρα

σάτιρα italienisch satira lateinisch satira satura, Femininum von satur satis (=αρκετά) proto-indogermanisch *sh₂tis (=κορεσμός, ικανοποίηση) *seh₂- (=ικανοποιούμαι)


σατιρίζω

σατιρίζω französisch satiriser satire παλαιά französisch satire lateinisch satira satura satur satis proto-indogermanisch *sh₂tis (=κορεσμός, ικανοποίηση) *seh₂- (=ικανοποιούμαι)


σατραπεία

σατραπεία altgriechisch σατραπεία altgriechisch σατράπης αρχαία ιρανική *xšaθra-pā/ă- / αρχαία persisch ???????????????????????????? (xšaçapāvā: προστάτης του βασιλείου ή της επαρχίας) ???????????????? (xšaça-: βασίλειο, επαρχία) + ???????????????? (√pā: προστατεύω)


σατράπης

σατράπης altgriechisch σατράπης αρχαία ιρανική *xšaθra-pā/ă- / αρχαία persisch ???????????????????????????? (xšaçapāvā: προστάτης του βασιλείου ή της επαρχίας) ???????????????? (xšaça-: βασίλειο, επαρχία) + ???????????????? (√pā: προστατεύω)


σατραπισμός

σατραπισμός σατράπης + -ισμός


σάτυρος

σάτυρος altgriechisch


σαυρίδι

σαυρίδι mittelgriechisch σαυρίδιον σαυρίς (υποκοριστικό του σαῦρος)


σαφάρι

σαφάρι englisch safari σουαχίλι safari arabisch سفر


σαφήνεια

σαφήνεια altgriechisch σαφήνεια


σαφηνίζω

σαφηνίζω altgriechisch σαφηνίζω σαφηνής σαφής


σαχ

σαχ deutsch Schach (σάχης) [1]


σάχλα

σάχλα σαχλός


σαχλαμάρα

σαχλαμάρα σαχλός+ -αμάρα


σαχλαμάρας

σαχλαμάρας σαχλαμάρα


σαχλαμαρίζω

σαχλαμαρίζω σαχλαμάρα +-ίζω


σάχλας

σάχλας Etymologie fehlt


σαχνισί

σαχνισί türkisch şahnişin persisch شاه نشين (shah nishin, κατοικία σάχη)


σβάρνα

σβάρνα mittelgriechisch σβάρνα slawisch barna (με προσθήκη, μπροστά, του τελικού σίγμα von άρθρο: της βάρνας) πρωτοslawisch borna indoeuropäisch (Wurzel) *bʰorh₃neh₂ *bʰerh₃- ‎(χτυπώ με κάτι αιχμηρό) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


σβαρνίζω

σβαρνίζω σβάρνα + -ίζω


σβάρνισμα

σβάρνισμα σβαρνίζω + -μα


σβάστικα

σβάστικα deutsch Swastika sanskritisch स्वस्तिक (svastika: σύμβολο καλής τύχης, ειρήνης και ευημερίας) svasti (= ευτυχία) su (= καλώς) + asti (= είναι).


σβελτάδα

σβελτάδα σβέλτος + -άδα italienisch svelto δημώδης lateinisch *soltus lateinisch solutus, Passiv Perfekt von solvo se- + luo indoeuropäisch (Wurzel) *lewh₃- ‎(λύω, χωρίζω, ελευθερώνω)


σβερκιά

σβερκιά Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback