Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



πλάκωμα

πλάκωμα Etymologie fehlt


πλακώνω

πλακώνω Etymologie fehlt


πλάκωση

πλάκωση Etymologie fehlt


πλανάρω

πλανάρω Etymologie fehlt


πλάνεμα

πλάνεμα Etymologie fehlt


πλανευτής

πλανευτής πλανεύω + -τής


πλανεύω

πλανεύω mittelgriechisch πλανεύω πλάνη altgriechisch πλάνη


πλάνη

πλάνη altgriechisch πλάνη


πλάνης

πλάνης altgriechisch πλάνης


πλανητάριο

πλανητάριο πλανήτης


πλανητάρχης

πλανητάρχης πλανήτης + -άρχης


πλανήτης

πλανήτης altgriechisch πλανήτης πλάνης ἀστήρ, δηλαδή άστρο που περιπλανάται


πλανίζω

πλανίζω Etymologie fehlt


πλάνισμα

πλάνισμα Etymologie fehlt


πλάνο

πλάνο αρχ ελληνικά : πλάνος


πλανώ

πλανώ Etymologie fehlt


πλασάρισμα

πλασάρισμα πλασάρω + -μα


πλασάρω

πλασάρω französisch placer place + -er παλαιά γαλλικά place lateinisch platea altgriechisch πλατεῖα, Femininum von πλατύς (αντιδάνειο)


πλασέ

πλασέ französisch placé placer place lateinisch platea altgriechisch πλατεῖα (αντιδάνειο) πλατύς indoeuropäisch (Wurzel) *pl̥th₂us *pleth₂os


πλάση

πλάση altgriechisch πλάσις πλάσσω.πλάττω (αόρ. ἔπλασα)


πλασιέ

πλασιέ französisch placier placer +‎ -ier place lateinisch platea altgriechisch πλατεῖα (αντιδάνειο) πλατύς indoeuropäisch (Wurzel) *pl̥th₂us *pleth₂os


πλάσιμο

πλάσιμο Etymologie fehlt


πλάσμα

πλάσμα altgriechisch πλάσμα πλάσσω


πλασμώδιο

πλασμώδιο (entlehnt aus) neulateinisch plasmodium plasm- ( πλάσμα πλάσσω (=πλάθω)) + -od- ( -ώδης (όπως: γαλακτώδης, υαλώδης, λιπώδης κ.ο.κ.)) + lateinisch κατάληξη -ium μονοκύτταρος ευκαρυωτικός οργανισμός


πλαστελίνη


πλάστης

πλάστης Etymologie fehlt


πλάστιγγα

πλάστιγγα altgriechisch πλάστιγξ


πλαστικοποίηση

πλαστικοποίηση Etymologie fehlt


πλαστικοποιώ

πλαστικοποιώ πλαστικό + ποιώ


πλαστικότητα

πλαστικότητα Etymologie fehlt


πλαστίνη

πλαστίνη Etymologie fehlt


πλαστογράφημα

πλαστογράφημα Etymologie fehlt


πλαστογράφηση

πλαστογράφηση Etymologie fehlt


πλαστογραφία

πλαστογραφία Koine-Griechisch πλαστογραφία πλαστός ( πλάθω) + γραφή


πλαστογράφος

πλαστογράφος Koine-Griechisch πλαστογράφος altgriechisch πλαστός + γράφω


πλαστογραφώ

πλαστογραφώ Etymologie fehlt


πλαστότητα

πλαστότητα Etymologie fehlt


πλαστουργός

πλαστουργός (λόγιο) Koine-Griechisch πλαστουργός[1] Συγχρονικά αναλύεται σε πλάστ(ης) + -ουργός.


πλαταίνω

πλαταίνω altgriechisch πλατύνω


πλάτανος

πλάτανος altgriechisch πλάτανος θηλυκό


πλατανόφυλλο

πλατανόφυλλο Etymologie fehlt


πλατάρια

πλατάρια Etymologie fehlt


πλατεία

πλατεία substantiviertes Femininum des Adjektivs: πλατύς


πλατειάζω

πλατειάζω altgriechisch πλατειάζω


πλατειασμός

πλατειασμός Etymologie fehlt


πλάτεμα

πλάτεμα Etymologie fehlt


πλάτη

πλάτη altgriechisch πλατεῖα πλατύς


πλατίνα

πλατίνα (Wort verwendet ab 1823) spanisch platina altgriechisch πλατύς


πλατινέ

πλατινέ französisch platiné


πλατό

πλατό von γαλλικό plateau υπό την έννοια του μεγάλου επίπεδου χώρου.


πλάτος

πλάτος altgriechisch πλάτος πλατύς


πλατσομύτης

πλατσομύτης πλακουτσομύτης πλακουτσός + μύτη


πλατσουρίζω

πλατσουρίζω Onomatopoetikum πλατς


πλατυκεφαλία

πλατυκεφαλία πλατυ- / πλατύς + -κεφαλία / κεφάλι


πλάτυνση

πλάτυνση Etymologie fehlt


πλατύποδας


πλατυποδία

πλατυποδία πλατυ- / πλατύς + -ποδία / πόδι


πλατύσκαλο

πλατύσκαλο πλατύ- / πλατύς + -σκαλο / σκαλί


πλατφόρμα

πλατφόρμα französisch plate-forme


πλάτωμα

πλάτωμα Etymologie fehlt


πλαφόν

πλαφόν französisch plafond (=οροφή)


πλαφονιέρα

πλαφονιέρα französisch plafonnier plafond (οροφή)


πλέγμα

πλέγμα altgriechisch πλέγμα


πλέθρο

πλέθρο altgriechisch πλέθρον


πλειάδα

πλειάδα altgriechisch Πλειάδα, αιτιατική ενικού της λέξης Πλειάς (1,2: (Lehnübersetzung) französisch pléiade)


Πλειάδες

Πλειάδες altgriechisch Πλειάδες


πλειοδοσία

πλειοδοσία Etymologie fehlt


πλειοδότης

πλειοδότης Etymologie fehlt


πλειοδοτώ

πλειοδοτώ von πλειοδότης


πλειονότητα

πλειονότητα Etymologie fehlt


πλειονοψηφία

πλειονοψηφία Etymologie fehlt


πλειονοψηφώ

πλειονοψηφώ Etymologie fehlt


πλειοψηφία

πλειοψηφία Koine-Griechisch πλειοψηφία altgriechisch πλείων + ψῆφος


πλειοψηφώ

πλειοψηφώ πλειοψηφία + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)


πλειστηριάζω

πλειστηριάζω Etymologie fehlt


πλειστηριασμός

πλειστηριασμός Koine-Griechisch πλειστηριασμός


πλεκτάνη

πλεκτάνη altgriechisch πλεκτάνη


πλεκτήριο

πλεκτήριο Etymologie fehlt


πλεκτοβιομηχανία

πλεκτοβιομηχανία πλεκτό + βιομηχανία


πλέκω

πλέκω altgriechisch πλέκω proto-indogermanisch *pleḱ- (πλέκω)


πλεμάτι

πλεμάτι altgriechisch πλεγμάτιον, υποκοριστικό του πλέγμα πλέκω


πλεμόνι

πλεμόνι altgriechisch πλεύμων


πλέμπα

πλέμπα lateinisch plebs, Genitiv plebis


πλένω

πλένω altgriechisch πλύνω proto-indogermanisch *plew- (πλένω)


πλέξη

πλέξη Etymologie fehlt


πλεξιγκλάς

πλεξιγκλάς französisch plexiglas


πλεξίδα

πλεξίδα πλεξούδα


πλέξιμο

πλέξιμο πλέκ(ω) + -ιμο


πλέον

πλέον altgriechisch πλέον πλείων, συγκριτικός βαθμός του πολύς


πλεονάζω

πλεονάζω altgriechisch πλεονάζω


πλεόνασμα

πλεόνασμα Etymologie fehlt


πλεονασμός

πλεονασμός altgriechisch


πλεονέκτημα

πλεονέκτημα altgriechisch πλεονέκτημα πλεονεκτῶ πλεονέκτης (ὁ πλέον ἔχων, αυτός που έχει περισσότερα)


πλεονέκτης

πλεονέκτης altgriechisch πλεονέκτης (ὁ πλέον ἔχων, αυτός που έχει ή επιζητεί να έχει περισσότερα)


πλεονεκτικότητα

πλεονεκτικότητα Etymologie fehlt


πλεονεκτώ

πλεονεκτώ altgriechisch πλεονεκτῶ


πλεονεξία

πλεονεξία altgriechisch πλεονεξία


πλεούμενο

πλεούμενο Etymologie fehlt


πλερέζα

πλερέζα französisch pleureuse (το πένθος, το μαύρο περιβραχιόνιο) pleurer


πλερωμή

πλερωμή Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback