{η}  πλειοψηφία Subst.  [pliopsifia, pleiopshfia]

(71)
{die}    Subst.
(11)

Etymologie zu πλειοψηφία

πλειοψηφία Koine-Griechisch πλειοψηφία altgriechisch πλείων + ψῆφος


GriechischDeutsch
Οι αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου λαμβάνονται με πλειοψηφία.Das Schiedsgericht entscheidet mit Stimmenmehrheit.

Übersetzung bestätigt

Στις γνώμες της επιτροπής λογαριασμών πρέπει να αναφέρεται εάν εγκρίθηκαν ομόφωνα ή με πλειοψηφία.In den Stellungnahmen des Rechnungsausschusses muss angegeben sein, ob sie einstimmig oder mit Stimmenmehrheit verabschiedet worden sind.

Übersetzung bestätigt

Η αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία. Κάθε κράτος μέλος διαθέτει μόνον μία ψήφο.Beschlüsse können nur mit Stimmenmehrheit gefasst werden, wobei jeder Mitgliedstaat nur eine Stimme hat.

Übersetzung bestätigt

Οι αποφάσεις του προεδρείου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία· σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.Das Präsidium entscheidet mit Stimmenmehrheit; bei Stimmengleichheit gibt die Stimme des Vorsitzenden den Ausschlag.

Übersetzung bestätigt

Οι συστάσεις του μεσολαβητή εγκρίνονται με πλειοψηφία.Die Empfehlungen der Schlichter ergehen mit Stimmenmehrheit.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
πλειονοψηφία
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Mehrheit
Überzahl
Majorität



Griechische Definition zu πλειοψηφία

πλειοψηφία η [pdivopsifía] : ANT μειοψηφία. 1. ο μεγαλύτερος αριθμός, το μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων ή αυτών που ψηφίζουν (σε μια διαδικασία εκλογής, απόφασης, μέτρησης κτλ.): Έχω / κατακτώ / παίρνω / κερδίζω / χάνω την πλειοψηφία. H κυβέρνηση έχει την πλειοψηφία των εδρών / των βουλευτών στη βουλή. Kατά την ψηφοφορία καμιά πρόταση / παράταξη δε συγκέντρωσε / δεν πέτυχε την πλειοψηφία. H απόφαση πάρθηκε κατά πλειοψηφία, όχι ομόφωνα. Για σημαντικές αποφάσεις απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία. || Aπόλυτη πλειοψηφία, το μισό συν ένα (τουλάχιστον) του συνόλου των ψήφων ή αυτών που ψηφίζουν. Σχετική πλειοψηφία: α. το μισό συν ένα του συνόλου αυτών που ψήφισαν. β. ο αριθμός (ή το ποσοστό) των ψηφοφόρων ή των ψήφων, ο σχετικά μεγαλύτερος από τον αριθμό των ψήφων άλλων ομάδων ψηφοφόρων, που έλαβαν μέρος σε μια διαδικασία ψηφοφορίας. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback