μοιράζω  Verb  [mirazo, moirazw]


Beispielsätze μοιράζω

... τους μετενσάρκωση. Η λέξη «μοίρα» βγαίνει από το αρχαίο ρήμα μείρομαι= μοιράζω, είναι δηλαδή το «μερίδιο», το κομμάτι που παίρνει ο καθένας από τη μοιρασιά ...

... αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρακάλλα το 212. Οι γυναίκες μοιράζονταν κάποια βασικά δικαιώματα της τάξης που άνηκαν οι άντρες τις οικογενείας ...

... που η Ντέιβις δε συνεργάστηκε ποτέ ξανά με το Γουάιλερ, οι δυο τους μοιράζονταν αμοιβαία εκτίμηση για τα χρόνια που ακολούθησαν. Το 1942 βρήκε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verteilen

... Wenn du ein Schiff bauen willst, dann trommle nicht Männer zusammen, um Holz zu beschaffen, Aufgaben zu verteilen und die Arbeit einzuteilen, sondern lehre sie die Sehnsucht nach dem endlosen Meer. ...

... Fällt es den Anwesenden schwer, dem Vortrag zu folgen, kann man Kopien des Textes verteilen oder ihn auf eine Leinwand projizieren. ...

... Wir verteilen die Hausarbeiten. ...

Quelle: Esperantostern, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΜΟΙΡΑΖΩ
I share
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μοιράζωμοιράζουμε, μοιράζομεμοιράζομαιμοιραζόμαστε
μοιράζειςμοιράζετεμοιράζεσαιμοιράζεστε, μοιραζόσαστε
μοιράζειμοιράζουν(ε)μοιράζεταιμοιράζονται
Imper
fekt
μοίραζαμοιράζαμεμοιραζόμουν(α)μοιραζόμαστε, μοιραζόμασταν
μοίραζεςμοιράζατεμοιραζόσουν(α)μοιραζόσαστε, μοιραζόσασταν
μοίραζεμοίραζαν, μοιράζαν(ε)μοιραζόταν(ε)μοιράζονταν, μοιραζόντανε, μοιραζόντουσαν
Aoristμοίρασαμοιράσαμεμοιράστηκαμοιραστήκαμε
μοίρασεςμοιράσατεμοιράστηκεςμοιραστήκατε
μοίρασεμοίρασαν, μοιράσαν(ε)μοιράστηκεμοιράστηκαν, μοιραστήκαν(ε)
Per
fect
έχω μοιράσει
έχω μοιρασμένο
έχουμε μοιράσει
έχουμε μοιρασμένο
έχω μοιραστεί
είμαι μοιρασμένος, -η
έχουμε μοιραστεί
είμαστε μοιρασμένοι, -ες
έχεις μοιράσει
έχεις μοιρασμένο
έχετε μοιράσει
έχετε μοιρασμένο
έχεις μοιραστεί
είσαι μοιρασμένος, -η
έχετε μοιραστεί
είστε μοιρασμένοι, -ες
έχει μοιράσει
έχει μοιρασμένο
έχουν μοιράσει
έχουν μοιρασμένο
έχει μοιραστεί
είναι μοιρασμένος, -η, -ο
έχουν μοιραστεί
είναι μοιρασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα μοιράσει
είχα μοιρασμένο
είχαμε μοιράσει
είχαμε μοιρσμένο
είχα μοιραστεί
ήμουν μοιρασμένος, -η
είχαμε μοιραστεί
ήμαστε μοιρασμένοι, -ες
είχες μοιράσει
είχες μοιρασμένο
είχατε μοιράσει
είχατε μοιρασμένο
είχες μοιραστεί
ήσουν μοιρασμένος, -η
είχατε μοιραστεί
ήσαστε μοιρασμένοι, -ες
είχε μοιράσει
είχε μοιρασμένο
είχαν μοιράσει
είχαν μοιρασμένο
είχε μοιραστεί
ήταν μοιρασμένος, -η, -ο
είχαν μοιραστεί
ήταν μοιρασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μοιράζωθα μοιράζουμε, θα μοιράζομεθα μοιράζομαιθα μοιραζόμαστε
θα μοιράζειςθα μοιράζετεθα μοιράζεσαιθα μοιράζεστε, θα μοιραζόσαστε
θα μοιράζειθα μοιράζουν(ε)θα μοιράζεταιθα μοιράζονται
Fut
ur
θα μοιράσωθα μοιράσουμε, θα μοιράζομεθα μοιραστώθα μοιραστούμε
θα μοιράσειςθα μοιράσετεθα μοιραστείςθα μοιραστείτε
θα μοιράσειθα μοιράσουν(ε)θα μοιραστείθα μοιραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μοιράσει
θα έχω μοιρασμένο
θα έχουμε μοιράσει
θα έχουμε μοιρασμένο
θα έχω μοιραστεί
θα είμαι μοιρασμένος, -η
θα έχουμε μοιραστεί
θα είμαστε μοιρασμένοι, -ες
θα έχεις μοιράσει
θα έχεις μοιρασμένο
θα έχετε μοιράσει
θα έχετε μοιρασμένο
θα έχεις μοιραστεί
θα είσαι μοιρασμένος, -η
θα έχετε μοιραστεί
θα είστε μοιρασμένοι, -ες
θα έχει μοιράσει
θα έχει μοιρασμένο
θα έχουν μοιράσει
θα έχουν μοιρασμένο
θα έχει μοιραστεί
θα είναι μοιρασμένος, -η, -ο
θα έχουν μοιραστεί
θα είναι μοιρασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μοιράζωνα μοιράζουμε, να μοιράζομενα μοιράζομαινα μοιραζόμαστε
να μοιράζειςνα μοιράζετενα μοιράζεσαινα μοιράζεστε, να μοιραζόσαστε
να μοιράζεινα μοιράζουν(ε)να μοιράζεταινα μοιράζονται
Aoristνα μοιράσωνα μοιράσουμε, να μοιράσομενα μοιραστώνα μοιραστούμε
να μοιράσειςνα μοιράσετενα μοιραστείςνα μοιραστείτε
να μοιράσεινα μοιράσουν(ε)να μοιραστείνα μοιραστούν(ε)
Perfνα έχω μοιράσει
να έχω μοιρασμένο
να έχουμε μοιράσει
να έχουμε μοιρασμένο
να έχω μοιραστεί
να είμαι μοιρασμένος, -η
να έχουμε μοιραστεί
να είμαστε μοιρασμένοι, -ες
να έχεις μοιράσει
να έχεις μοιρασμένο
να έχετε μοιράσει
να έχετε μοιρασμένο
να έχεις μοιραστεί
να είσαι μοιρασμένος, -η
να έχετε μοιραστεί
να είστε μοιρασμένοι, -ες
να έχει μοιράσει
να έχει μοιρασμένο
να έχουν μοιράσει
να έχουν μοιρασμένο
να έχει μοιραστεί
να είναι μοιρασμένος, -η, -ο
να έχουν μοιραστεί
να είναι μοιρασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμοίραζεμοιράζετεμοιράζεστε
Aoristμοίρασεμοιράστεμοιράσουμοιραστείτε
Part
izip
Presμοιράζονταςμοιραζόμενος
Perfέχοντας μοιράσει, έχοντας μοιρασμένομοιρασμένος, -η, -ομοιρασμένοι, -ες, -α
InfinAoristμοιράσειμοιραστεί





Person Wortform
Präsens ich teile
du teilst
er, sie, es teilt
Präteritum ich teilte
Konjunktiv II ich teilte
Imperativ Singular teile!
Plural teilt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geteilt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:teilen


Griechische Definition zu μοιράζω

μοιράζω [mirázo] -ομαι : 1α. χωρίζω κτ. σε μερίδια, συνήθ. ίσα, και δίνω από ένα σε κάθε πρόσωπο, συνήθ. σε δικαιούχο: Mοίρασε την περιουσία του στα τρία παιδιά του. H εταιρεία μοιράζει κέρδη στους μετόχους. Mοιράζει τα χαρτιά της τράπουλας στους συμπαίκτες του. ΠAΡ ΦΡ δεν ξέρει να μοιράσει δύο γαϊδάρων (τ΄) άχυρο, είναι τελείως ανίκανος. β. (για αλληλοπάθεια) χωρίζω κτ. σε μερίδια από τα οποία παίρνω κι εγώ ένα: Mοιράζει τα κέρδη με το συνεταίρο του. Tα δύο κόμματα μοι ράστηκαν το σύνολο των βουλευτών. Mοιράζομαι κτ. με κπ., το χρησιμοποιώ μαζί μ΄ αυτόν: Mοιράζεται το δωμάτιο με ένα φίλο του, μένουν μαζί. Mοιράζονται το ίδιο κρεβάτι, κοιμούνται μαζί. ΦΡ δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν, δεν υπάρχει αιτία διενέξεων μεταξύ τους. || ανακοι νώνω, συνήθ. ένα συναίσθημα, σε κπ. με σκοπό να τον κάνω κοινωνό: Mοιράζο μαι τη χαρά / τη λύπη. (έκφρ.) μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά, η χαρά γίνε ται πιο μεγάλη, όταν τη μοιραζόμαστε με κπ. μοιρασμένη λύπη, μισή λύ πη, η λύπη μετριάζεται, όταν τη μοιραζόμαστε με κπ. γ. κατανέμω ιεραρ χώντας: Mοιράζει λογικά το χρόνο του στη δουλειά, στον ύπνο και στη διασκέδαση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μοιράζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15