trennen
 Verb

ξεχωρίζω Verb
(4)
διαχωρίζω Verb
(3)
χωρίζω Verb
(3)
αποσπώ Verb
(0)
αποσυνδέω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich bin darauf geschult, falsche Erinnerungen von echten zu trennen.Ξέρω να ξεχωρίζω τις ψεύτικες αναμνήσεις.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich taumelte ins Erwachsensein... und lernte, meine Gefühle von meinem Leben zu trennen,Μεγαλώνοντας, έμαθα να ξεχωρίζω τα συναισθήματα από τη ζωή μου.

Übersetzung nicht bestätigt

Deshalb bin ich bemüht, mein Privatleben vom Beruflichen zu trennen.Αλλά ξεχωρίζω την προσωπική απ'την επαγγελματική μου ζωή.

Übersetzung nicht bestätigt

Nimmermehr. ...können jemals trennen meine Seele und die...Ποτέ ξανά δεν ξεχωρίζω την ψυχή μου απ' την ψυχή τής...

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξεχωρίζωξεχωρίζουμε, ξεχωρίζομεξεχωρίζομαιξεχωριζόμαστε
ξεχωρίζειςξεχωρίζετεξεχωρίζεσαιξεχωρίζεστε, ξεχωριζόσαστε
ξεχωρίζειξεχωρίζουν(ε)ξεχωρίζεταιξεχωρίζονται
Imper
fekt
ξεχώριζαξεχωρίζαμεξεχωριζόμουν(α)ξεχωριζόμαστε, ξεχωριζόμασταν
ξεχώριζεςξεχωρίζατεξεχωριζόσουν(α)ξεχωριζόσαστε, ξεχωριζόσασταν
ξεχώριζεξεχώριζαν, ξεχωρίζαν(ε)ξεχωριζόταν(ε)ξεχωρίζονταν, ξεχωριζόντανε, ξεχωριζόντουσαν
Aoristξεχώρισαξεχωρίσαμεξεχωρίστηκαξεχωριστήκαμε
ξεχώρισεςξεχωρίσατεξεχωρίστηκεςξεχωριστήκατε
ξεχώρισεξεχώρισαν, ξεχωρίσαν(ε)ξεχωρίστηκεξεχωρίστηκαν, ξεχωριστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ξεχωρίσει
έχω ξεχωρισμένο
έχουμε ξεχωρίσει
έχουμε ξεχωρισμένο
έχω ξεχωριστεί
είμαι ξεχωρισμένος, -η
έχουμε ξεχωριστεί
είμαστε ξεχωρισμένοι, -ες
έχεις ξεχωρίσει
έχεις ξεχωρισμένο
έχετε ξεχωρίσει
έχετε ξεχωρισμένο
έχεις ξεχωριστεί
είσαι ξεχωρισμένος, -η
έχετε ξεχωριστεί
είστε ξεχωρισμένοι, -ες
έχει ξεχωρίσει
έχει ξεχωρισμένο
έχουν ξεχωρίσει
έχουν ξεχωρισμένο
έχει ξεχωριστεί
είναι ξεχωρισμένος, -η, -ο
έχουν ξεχωριστεί
είναι ξεχωρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ξεχωρίσει
είχα ξεχωρισμένο
είχαμε ξεχωρίσει
είχαμε ξεχωρισμένο
είχα ξεχωριστεί
ήμουν ξεχωρισμένος, -η
είχαμε ξεχωριστεί
ήμαστε ξεχωρισμένοι, -ες
είχες ξεχωρίσει
είχες ξεχωρισμένο
είχατε ξεχωρίσει
είχατε ξεχωρισμένο
είχες ξεχωριστεί
ήσουν ξεχωρισμένος, -η
είχατε ξεχωριστεί
ήσαστε ξεχωρισμένοι, -ες
είχε ξεχωρίσει
είχε ξεχωρισμένο
είχαν ξεχωρίσει
είχαν ξεχωρισμένο
είχε ξεχωριστεί
ήταν ξεχωρισμένος, -η, -ο
είχαν ξεχωριστεί
ήταν ξεχωρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξεχωρίζωθα ξεχωρίζουμε, θα ξεχωρίζομεθα ξεχωρίζομαιθα ξεχωριζόμαστε
θα ξεχωρίζειςθα ξεχωρίζετεθα ξεχωρίζεσαιθα ξεχωρίζεστε, θα ξεχωριζόσαστε
θα ξεχωρίζειθα ξεχωρίζουν(ε)θα ξεχωρίζεταιθα ξεχωρίζονται
Fut
ur
θα ξεχωρίσωθα ξεχωρίσουμε, θα ξεχωρίζομεθα ξεχωριστώθα ξεχωριστούμε
θα ξεχωρίσειςθα ξεχωρίσετεθα ξεχωριστείςθα ξεχωριστείτε
θα ξεχωρίσειθα ξεχωρίσουν(ε)θα ξεχωριστείθα ξεχωριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξεχωρίσει
θα έχω ξεχωρισμένο
θα έχουμε ξεχωρίσει
θα έχουμε ξεχωρισμένο
θα έχω ξεχωριστεί
θα είμαι ξεχωρισμένος, -η
θα έχουμε ξεχωριστεί
θα είμαστε ξεχωρισμένοι, -ες
θα έχεις ξεχωρίσει
θα έχεις ξεχωρισμένο
θα έχετε ξεχωρίσει
θα έχετε ξεχωρισμένο
θα έχεις ξεχωριστεί
θα είσαι ξεχωρισμένος, -η
θα έχετε ξεχωριστεί
θα είστε ξεχωρισμένοι, -ες
θα έχει ξεχωρίσει
θα έχει ξεχωρισμένο
θα έχουν ξεχωρίσει
θα έχουν ξεχωρισμένο
θα έχει ξεχωριστεί
θα είναι ξεχωρισμένος, -η, -ο
θα έχουν ξεχωριστεί
θα είναι ξεχωρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξεχωρίζωνα ξεχωρίζουμε, να ξεχωρίζομενα ξεχωρίζομαινα ξεχωριζόμαστε
να ξεχωρίζειςνα ξεχωρίζετενα ξεχωρίζεσαινα ξεχωρίζεστε, να ξεχωριζόσαστε
να ξεχωρίζεινα ξεχωρίζουν(ε)να ξεχωρίζεταινα ξεχωρίζονται
Aoristνα ξεχωρίσωνα ξεχωρίσουμε, να ξεχωρίσομενα ξεχωριστώνα ξεχωριστούμε
να ξεχωρίσειςνα ξεχωρίσετενα ξεχωριστείςνα ξεχωριστείτε
να ξεχωρίσεινα ξεχωρίσουν(ε)να ξεχωριστείνα ξεχωριστούν(ε)
Perfνα έχω ξεχωρίσει
να έχω ξεχωρισμένο
να έχουμε ξεχωρίσει
να έχουμε ξεχωρισμένο
να έχω ξεχωριστεί
να είμαι ξεχωρισμένος, -η
να έχουμε ξεχωριστεί
να είμαστε ξεχωρισμένοι, -ες
να έχεις ξεχωρίσει
να έχεις ξεχωρισμένο
να έχετε ξεχωρίσει
να έχετε ξεχωρισμένο
να έχεις ξεχωριστεί
να είσαι ξεχωρισμένος, -η
να έχετε ξεχωριστεί
να είστε ξεχωρισμένοι, -ες
να έχει ξεχωρίσει
να έχει ξεχωρισμένο
να έχουν ξεχωρίσει
να έχουν ξεχωρισμένο
να έχει ξεχωριστεί
να είναι ξεχωρισμένος, -η, -ο
να έχουν ξεχωριστεί
να είναι ξεχωρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξεχώριζεξεχωρίζετεξεχωρίζεστε
Aoristξεχώρισεξεχωρίστεξεχωρίσουξεχωριστείτε
Part
izip
Presξεχωρίζονταςξεχωριζόμενος
Perfέχοντας ξεχωρίσει, έχοντας ξεχωρισμένοξεχωρισμένος, -η, -οξεχωρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristξεχωρίσειξεχωριστεί




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χωρίζωχωρίζουμε, χωρίζομεχωρίζομαιχωριζόμαστε
χωρίζειςχωρίζετεχωρίζεσαιχωρίζεστε, χωριζόσαστε
χωρίζειχωρίζουν(ε)χωρίζεταιχωρίζονται
Imper
fekt
χώριζαχωρίζαμεχωριζόμουν(α)χωριζόμαστε, χωριζόμασταν
χώριζεςχωρίζατεχωριζόσουν(α)χωριζόσαστε, χωριζόσασταν
χώριζεχώριζαν, χωρίζαν(ε)χωριζόταν(ε)χωρίζονταν, χωριζόντανε, χωριζόντουσαν
Aoristχώρισαχωρίσαμεχωρίστηκαχωριστήκαμε
χώρισεςχωρίσατεχωρίστηκεςχωριστήκατε
χώρισεχώρισαν, χωρίσαν(ε)χωρίστηκεχωρίστηκαν, χωριστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω χωρίσει
έχω χωρισμένο
έχουμε χωρίσει
έχουμε χωρισμένο
έχω χωριστεί
είμαι χωρισμένος, -η
έχουμε χωριστεί
είμαστε χωρισμένοι, -ες
έχεις χωρίσει
έχεις χωρισμένο
έχετε χωρίσει
έχετε χωρισμένο
έχεις χωριστεί
είσαι χωρισμένος, -η
έχετε χωριστεί
είστε χωρισμένοι, -ες
έχει χωρίσει
έχει χωρισμένο
έχουν χωρίσει
έχουν χωρισμένο
έχει χωριστεί
είναι χωρισμένος, -η, -ο
έχουν χωριστεί
είναι χωρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα χωρίσει
είχα χωρισμένο
είχαμε χωρίσει
είχαμε χωρισμένο
είχα χωριστεί
ήμουν χωρισμένος, -η
είχαμε χωριστεί
ήμαστε χωρισμένοι, -ες
είχες χωρίσει
είχες χωρισμένο
είχατε χωρίσει
είχατε χωρισμένο
είχες χωριστεί
ήσουν χωρισμένος, -η
είχατε χωριστεί
ήσαστε χωρισμένοι, -ες
είχε χωρίσει
είχε χωρισμένο
είχαν χωρίσει
είχαν χωρισμένο
είχε χωριστεί
ήταν χωρισμένος, -η, -ο
είχαν χωριστεί
ήταν χωρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χωρίζωθα χωρίζουμε, θα χωρίζομεθα χωρίζομαιθα χωριζόμαστε
θα χωρίζειςθα χωρίζετεθα χωρίζεσαιθα χωρίζεστε, θα χωριζόσαστε
θα χωρίζειθα χωρίζουν(ε)θα χωρίζεταιθα χωρίζονται
Fut
ur
θα χωρίσωθα χωρίσουμε, θα χωρίζομεθα χωριστώθα χωριστούμε
θα χωρίσειςθα χωρίσετεθα χωριστείςθα χωριστείτε
θα χωρίσειθα χωρίσουν(ε)θα χωριστείθα χωριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χωρίσει
θα έχω χωρισμένο
θα έχουμε χωρίσει
θα έχουμε χωρισμένο
θα έχω χωριστεί
θα είμαι χωρισμένος, -η
θα έχουμε χωριστεί
θα είμαστε χωρισμένοι, -ες
θα έχεις χωρίσει
θα έχεις χωρισμένο
θα έχετε χωρίσει
θα έχετε χωρισμένο
θα έχεις χωριστεί
θα είσαι χωρισμένος, -η
θα έχετε χωριστεί
θα είστε χωρισμένοι, -ες
θα έχει χωρίσει
θα έχει χωρισμένο
θα έχουν χωρίσει
θα έχουν χωρισμένο
θα έχει χωριστεί
θα είναι χωρισμένος, -η, -ο
θα έχουν χωριστεί
θα είναι χωρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χωρίζωνα χωρίζουμε, να χωρίζομενα χωρίζομαινα χωριζόμαστε
να χωρίζειςνα χωρίζετενα χωρίζεσαινα χωρίζεστε, να χωριζόσαστε
να χωρίζεινα χωρίζουν(ε)να χωρίζεταινα χωρίζονται
Aoristνα χωρίσωνα χωρίσουμε, να χωρίσομενα χωριστώνα χωριστούμε
να χωρίσειςνα χωρίσετενα χωριστείςνα χωριστείτε
να χωρίσεινα χωρίσουν(ε)να χωριστείνα χωριστούν(ε)
Perfνα έχω χωρίσει
να έχω χωρισμένο
να έχουμε χωρίσει
να έχουμε χωρισμένο
να έχω χωριστεί
να είμαι χωρισμένος, -η
να έχουμε χωριστεί
να είμαστε χωρισμένοι, -ες
να έχεις χωρίσει
να έχεις χωρισμένο
να έχετε χωρίσει
να έχετε χωρισμένο
να έχεις χωριστεί
να είσαι χωρισμένος, -η
να έχετε χωριστεί
να είστε χωρισμένοι, -ες
να έχει χωρίσει
να έχει χωρισμένο
να έχουν χωρίσει
να έχουν χωρισμένο
να έχει χωριστεί
να είναι χωρισμένος, -η, -ο
να έχουν χωριστεί
να είναι χωρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχώριζεχωρίζετεχωρίζεστε
Aoristχώρισεχωρίστεχωρίσουχωριστείτε
Part
izip
Presχωρίζονταςχωριζόμενος
Perfέχοντας χωρίσει, έχοντας χωρισμένοχωρισμένος, -η, -οχωρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristχωρίσειχωριστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback