ξεχωρίζω  Verb  [ksechorizo, ksexwrizw]


Beispielsätze ξεχωρίζω

... με την προσωπική του ζωή οι γνώσεις μας είναι περιορισμένες. Ωστόσο, ξεχωρίζουν η σχέση του με μια ανώνυμη γυναίκα, την οποία σκόπευε να νυμφευθεί, και ...

... χρονολογούνται επίσης αρκετές αυτοπροσωπογραφίες του, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει εκείνη που, όπως πιστεύεται, απεικονίζει τον Ρέμπραντ υψώνοντας ένα ποτήρι ...

... τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν οι ποιητικές συλλογές Εκλάμψεις και Μια Εποχή στην Κόλαση. Η τελευταία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze auffallen

... Einem Menschen, der nicht auffallen will, fällt bald nichts mehr auf. Der entsetzliche Wille zur Selbstaufgabe lässt das Selbst nicht aufkommen. ...

... Das hätte mir auffallen sollen. ...

... Das hätte mir auffallen müssen. ...

Quelle: al_ex_an_der, raggione, raggione

Grammatik


ΞΕΧΩΡΙΖΩ
I separate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξεχωρίζωξεχωρίζουμε, ξεχωρίζομεξεχωρίζομαιξεχωριζόμαστε
ξεχωρίζειςξεχωρίζετεξεχωρίζεσαιξεχωρίζεστε, ξεχωριζόσαστε
ξεχωρίζειξεχωρίζουν(ε)ξεχωρίζεταιξεχωρίζονται
Imper
fekt
ξεχώριζαξεχωρίζαμεξεχωριζόμουν(α)ξεχωριζόμαστε, ξεχωριζόμασταν
ξεχώριζεςξεχωρίζατεξεχωριζόσουν(α)ξεχωριζόσαστε, ξεχωριζόσασταν
ξεχώριζεξεχώριζαν, ξεχωρίζαν(ε)ξεχωριζόταν(ε)ξεχωρίζονταν, ξεχωριζόντανε, ξεχωριζόντουσαν
Aoristξεχώρισαξεχωρίσαμεξεχωρίστηκαξεχωριστήκαμε
ξεχώρισεςξεχωρίσατεξεχωρίστηκεςξεχωριστήκατε
ξεχώρισεξεχώρισαν, ξεχωρίσαν(ε)ξεχωρίστηκεξεχωρίστηκαν, ξεχωριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξεχωρίσει
έχω ξεχωρισμένο
έχουμε ξεχωρίσει
έχουμε ξεχωρισμένο
έχω ξεχωριστεί
είμαι ξεχωρισμένος, -η
έχουμε ξεχωριστεί
είμαστε ξεχωρισμένοι, -ες
έχεις ξεχωρίσει
έχεις ξεχωρισμένο
έχετε ξεχωρίσει
έχετε ξεχωρισμένο
έχεις ξεχωριστεί
είσαι ξεχωρισμένος, -η
έχετε ξεχωριστεί
είστε ξεχωρισμένοι, -ες
έχει ξεχωρίσει
έχει ξεχωρισμένο
έχουν ξεχωρίσει
έχουν ξεχωρισμένο
έχει ξεχωριστεί
είναι ξεχωρισμένος, -η, -ο
έχουν ξεχωριστεί
είναι ξεχωρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξεχωρίσει
είχα ξεχωρισμένο
είχαμε ξεχωρίσει
είχαμε ξεχωρισμένο
είχα ξεχωριστεί
ήμουν ξεχωρισμένος, -η
είχαμε ξεχωριστεί
ήμαστε ξεχωρισμένοι, -ες
είχες ξεχωρίσει
είχες ξεχωρισμένο
είχατε ξεχωρίσει
είχατε ξεχωρισμένο
είχες ξεχωριστεί
ήσουν ξεχωρισμένος, -η
είχατε ξεχωριστεί
ήσαστε ξεχωρισμένοι, -ες
είχε ξεχωρίσει
είχε ξεχωρισμένο
είχαν ξεχωρίσει
είχαν ξεχωρισμένο
είχε ξεχωριστεί
ήταν ξεχωρισμένος, -η, -ο
είχαν ξεχωριστεί
ήταν ξεχωρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξεχωρίζωθα ξεχωρίζουμε, θα ξεχωρίζομεθα ξεχωρίζομαιθα ξεχωριζόμαστε
θα ξεχωρίζειςθα ξεχωρίζετεθα ξεχωρίζεσαιθα ξεχωρίζεστε, θα ξεχωριζόσαστε
θα ξεχωρίζειθα ξεχωρίζουν(ε)θα ξεχωρίζεταιθα ξεχωρίζονται
Fut
ur
θα ξεχωρίσωθα ξεχωρίσουμε, θα ξεχωρίζομεθα ξεχωριστώθα ξεχωριστούμε
θα ξεχωρίσειςθα ξεχωρίσετεθα ξεχωριστείςθα ξεχωριστείτε
θα ξεχωρίσειθα ξεχωρίσουν(ε)θα ξεχωριστείθα ξεχωριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξεχωρίσει
θα έχω ξεχωρισμένο
θα έχουμε ξεχωρίσει
θα έχουμε ξεχωρισμένο
θα έχω ξεχωριστεί
θα είμαι ξεχωρισμένος, -η
θα έχουμε ξεχωριστεί
θα είμαστε ξεχωρισμένοι, -ες
θα έχεις ξεχωρίσει
θα έχεις ξεχωρισμένο
θα έχετε ξεχωρίσει
θα έχετε ξεχωρισμένο
θα έχεις ξεχωριστεί
θα είσαι ξεχωρισμένος, -η
θα έχετε ξεχωριστεί
θα είστε ξεχωρισμένοι, -ες
θα έχει ξεχωρίσει
θα έχει ξεχωρισμένο
θα έχουν ξεχωρίσει
θα έχουν ξεχωρισμένο
θα έχει ξεχωριστεί
θα είναι ξεχωρισμένος, -η, -ο
θα έχουν ξεχωριστεί
θα είναι ξεχωρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξεχωρίζωνα ξεχωρίζουμε, να ξεχωρίζομενα ξεχωρίζομαινα ξεχωριζόμαστε
να ξεχωρίζειςνα ξεχωρίζετενα ξεχωρίζεσαινα ξεχωρίζεστε, να ξεχωριζόσαστε
να ξεχωρίζεινα ξεχωρίζουν(ε)να ξεχωρίζεταινα ξεχωρίζονται
Aoristνα ξεχωρίσωνα ξεχωρίσουμε, να ξεχωρίσομενα ξεχωριστώνα ξεχωριστούμε
να ξεχωρίσειςνα ξεχωρίσετενα ξεχωριστείςνα ξεχωριστείτε
να ξεχωρίσεινα ξεχωρίσουν(ε)να ξεχωριστείνα ξεχωριστούν(ε)
Perfνα έχω ξεχωρίσει
να έχω ξεχωρισμένο
να έχουμε ξεχωρίσει
να έχουμε ξεχωρισμένο
να έχω ξεχωριστεί
να είμαι ξεχωρισμένος, -η
να έχουμε ξεχωριστεί
να είμαστε ξεχωρισμένοι, -ες
να έχεις ξεχωρίσει
να έχεις ξεχωρισμένο
να έχετε ξεχωρίσει
να έχετε ξεχωρισμένο
να έχεις ξεχωριστεί
να είσαι ξεχωρισμένος, -η
να έχετε ξεχωριστεί
να είστε ξεχωρισμένοι, -ες
να έχει ξεχωρίσει
να έχει ξεχωρισμένο
να έχουν ξεχωρίσει
να έχουν ξεχωρισμένο
να έχει ξεχωριστεί
να είναι ξεχωρισμένος, -η, -ο
να έχουν ξεχωριστεί
να είναι ξεχωρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξεχώριζεξεχωρίζετεξεχωρίζεστε
Aoristξεχώρισεξεχωρίστεξεχωρίσουξεχωριστείτε
Part
izip
Presξεχωρίζονταςξεχωριζόμενος
Perfέχοντας ξεχωρίσει, έχοντας ξεχωρισμένοξεχωρισμένος, -η, -οξεχωρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristξεχωρίσειξεχωριστεί














Griechische Definition zu ξεχωρίζω

ξεχωρίζω [ksexorízo] -ομαι : 1.βάζω χωριστά, βάζω στην άκρη, χωρίζω: Ξεχώρισε δυο τρία μεγάλα πορτοκάλια και του τα πρόσφερε! Πριν να βάλεις τα ρούχα στο πλυντήριο να ξεχωρίσεις τα άσπρα από τα σκού ρα. ΦΡ ξεχωρίζω την ήρα* από το σιτάρι / ξεχώρισε η ήρα* από το σιτάρι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξεχωρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15