χωρίζω  Verb  [chorizo, xwrizw]

Ähnliche Bedeutung wie χωρίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χωρίζω

... κοινωνική τάξη εξαρτάτο και το δικαίωμα ψήφου του καθενός. Οι πολίτες χωρίζονταν σε εκλογικές «φυλές», με αυτές των πλουσίων να αριθμούν λιγότερα μέλη ...

... επιπέδου Α, η απόφαση αυτή δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ο αγωνιστικός χώρος χωρίζεται σε δύο τμήματα με μία διχοτόμο γραμμή (γραμμή κέντρου), που περνά από ...

... στην εμφάνιση αξιόλογης λογοτεχνικής παραγωγής. Η λογοτεχνική παραγωγή χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη ξεκινά από τα μέσα του 14ου αι. και καταλήγει ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΧΩΡΙΖΩ
I separate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χωρίζωχωρίζουμε, χωρίζομεχωρίζομαιχωριζόμαστε
χωρίζειςχωρίζετεχωρίζεσαιχωρίζεστε, χωριζόσαστε
χωρίζειχωρίζουν(ε)χωρίζεταιχωρίζονται
Imper
fekt
χώριζαχωρίζαμεχωριζόμουν(α)χωριζόμαστε, χωριζόμασταν
χώριζεςχωρίζατεχωριζόσουν(α)χωριζόσαστε, χωριζόσασταν
χώριζεχώριζαν, χωρίζαν(ε)χωριζόταν(ε)χωρίζονταν, χωριζόντανε, χωριζόντουσαν
Aoristχώρισαχωρίσαμεχωρίστηκαχωριστήκαμε
χώρισεςχωρίσατεχωρίστηκεςχωριστήκατε
χώρισεχώρισαν, χωρίσαν(ε)χωρίστηκεχωρίστηκαν, χωριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω χωρίσει
έχω χωρισμένο
έχουμε χωρίσει
έχουμε χωρισμένο
έχω χωριστεί
είμαι χωρισμένος, -η
έχουμε χωριστεί
είμαστε χωρισμένοι, -ες
έχεις χωρίσει
έχεις χωρισμένο
έχετε χωρίσει
έχετε χωρισμένο
έχεις χωριστεί
είσαι χωρισμένος, -η
έχετε χωριστεί
είστε χωρισμένοι, -ες
έχει χωρίσει
έχει χωρισμένο
έχουν χωρίσει
έχουν χωρισμένο
έχει χωριστεί
είναι χωρισμένος, -η, -ο
έχουν χωριστεί
είναι χωρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα χωρίσει
είχα χωρισμένο
είχαμε χωρίσει
είχαμε χωρισμένο
είχα χωριστεί
ήμουν χωρισμένος, -η
είχαμε χωριστεί
ήμαστε χωρισμένοι, -ες
είχες χωρίσει
είχες χωρισμένο
είχατε χωρίσει
είχατε χωρισμένο
είχες χωριστεί
ήσουν χωρισμένος, -η
είχατε χωριστεί
ήσαστε χωρισμένοι, -ες
είχε χωρίσει
είχε χωρισμένο
είχαν χωρίσει
είχαν χωρισμένο
είχε χωριστεί
ήταν χωρισμένος, -η, -ο
είχαν χωριστεί
ήταν χωρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χωρίζωθα χωρίζουμε, θα χωρίζομεθα χωρίζομαιθα χωριζόμαστε
θα χωρίζειςθα χωρίζετεθα χωρίζεσαιθα χωρίζεστε, θα χωριζόσαστε
θα χωρίζειθα χωρίζουν(ε)θα χωρίζεταιθα χωρίζονται
Fut
ur
θα χωρίσωθα χωρίσουμε, θα χωρίζομεθα χωριστώθα χωριστούμε
θα χωρίσειςθα χωρίσετεθα χωριστείςθα χωριστείτε
θα χωρίσειθα χωρίσουν(ε)θα χωριστείθα χωριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χωρίσει
θα έχω χωρισμένο
θα έχουμε χωρίσει
θα έχουμε χωρισμένο
θα έχω χωριστεί
θα είμαι χωρισμένος, -η
θα έχουμε χωριστεί
θα είμαστε χωρισμένοι, -ες
θα έχεις χωρίσει
θα έχεις χωρισμένο
θα έχετε χωρίσει
θα έχετε χωρισμένο
θα έχεις χωριστεί
θα είσαι χωρισμένος, -η
θα έχετε χωριστεί
θα είστε χωρισμένοι, -ες
θα έχει χωρίσει
θα έχει χωρισμένο
θα έχουν χωρίσει
θα έχουν χωρισμένο
θα έχει χωριστεί
θα είναι χωρισμένος, -η, -ο
θα έχουν χωριστεί
θα είναι χωρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χωρίζωνα χωρίζουμε, να χωρίζομενα χωρίζομαινα χωριζόμαστε
να χωρίζειςνα χωρίζετενα χωρίζεσαινα χωρίζεστε, να χωριζόσαστε
να χωρίζεινα χωρίζουν(ε)να χωρίζεταινα χωρίζονται
Aoristνα χωρίσωνα χωρίσουμε, να χωρίσομενα χωριστώνα χωριστούμε
να χωρίσειςνα χωρίσετενα χωριστείςνα χωριστείτε
να χωρίσεινα χωρίσουν(ε)να χωριστείνα χωριστούν(ε)
Perfνα έχω χωρίσει
να έχω χωρισμένο
να έχουμε χωρίσει
να έχουμε χωρισμένο
να έχω χωριστεί
να είμαι χωρισμένος, -η
να έχουμε χωριστεί
να είμαστε χωρισμένοι, -ες
να έχεις χωρίσει
να έχεις χωρισμένο
να έχετε χωρίσει
να έχετε χωρισμένο
να έχεις χωριστεί
να είσαι χωρισμένος, -η
να έχετε χωριστεί
να είστε χωρισμένοι, -ες
να έχει χωρίσει
να έχει χωρισμένο
να έχουν χωρίσει
να έχουν χωρισμένο
να έχει χωριστεί
να είναι χωρισμένος, -η, -ο
να έχουν χωριστεί
να είναι χωρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχώριζεχωρίζετεχωρίζεστε
Aoristχώρισεχωρίστεχωρίσουχωριστείτε
Part
izip
Presχωρίζονταςχωριζόμενος
Perfέχοντας χωρίσει, έχοντας χωρισμένοχωρισμένος, -η, -οχωρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristχωρίσειχωριστεί











Person Wortform
Präsens ich teile
du teilst
er, sie, es teilt
Präteritum ich teilte
Konjunktiv II ich teilte
Imperativ Singular teile!
Plural teilt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geteilt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:teilen






Griechische Definition zu χωρίζω

χωρίζω [xorízo] -ομαι : 1α.απομακρύνω κτ. από κτ. άλλο ή από κάποιο σύνολο όπου ανήκει, το βάζω χωριστά: χωρίζω τα τετράδια από τα βιβλία. χωρίζω τα ώριμα φρούτα από τα άγουρα. (έκφρ.) χωρίζω τα πρόβατα* από τα ερίφια. β1. για κτ. που διασπά μια επιφάνεια σε δύο ή περισσότερα μέ ρη. ANT ενώνω: Tο ποτάμι χωρίζει την πόλη στα δύο. H ντουλάπα είναι χωρισμένη σε τρία τμήματα. β2. (χρονικά): Mας χωρίζουν 2000 χρόνια από τη γέννηση του Xριστού. γ. μοιράζω, διαιρώ, κόβω κτ. σε δύο ή σε περισσότερα κομμάτια. ANT ενώνω: Ο πατέρας μας χώρισε την περιουσία του πριν πεθάνει. Σε ένα σημείο ο δρόμος χωρίζεται στα δύο. χωρίζω το φύλ λο του χαρτιού στα τέσσερα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χωρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15