κάθομαι  Verb  [kathome, kathomai]

Ähnliche Bedeutung wie κάθομαι


Beispielsätze κάθομαι

... Μου αρέσει να κάθομαι πίσω στο λεωφορείο. ...

Quelle: glavkos


Beispielsätze bleiben

... Wenn du nicht allein bleiben willst, kann ich dir Gesellschaft leisten. ...

... Bitte bleiben Sie zurück. ...

... Egal was passiert, bleiben Sie ruhig. ...

Quelle: MUIRIEL, Sprachprofi, human600

Grammatik


ΚΑΘΟΜΑΙ
Ι sit
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κάθομαικαθόμαστε
κάθεσαικάθεστε, καθόσαστε
κάθεταικάθονται
Imper
fekt
καθόμουν(α)καθόμαστε, καθόμασταν
καθόσουν(α)καθόσαστε, καθόσασταν
καθόταν(ε)κάθονταν, καθόντανε, καθόντουσαν
Aoristέκατσα, κάθισακάτσαμε, καθίσαμε
έκατσες, κάθισεςκάτσατε, καθίστε
έκατσε, κάθισεέκατσαν, κάτσαν(ε), κάθισαν, καθίσαν(ε)
Per
fect
έχω κάτσει
έχω καθίσει
είμαι καθισμένος, -η
έχουμε κάτσει
έχουμε καθίσει
είμαστε καθισμένοι, -ες
έχεις κάτσει
έχεις καθίσει
είσαι καθισμένος, -η
έχετε κάτσει
έχετε καθίσει
είστε καθισμένοι, -ες
έχει κάτσει
έχει καθίσει
είναι καθισμένος, -η, -ο
έχουν κάτσει
έχουν καθίσει
είναι καθισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κάτσει
είχα καθίσει
ήμουν καθισμένος, -η
είχαμε κάτσει
είχαμε καθίσει
ήμαστε καθισμένοι, -ες
είχες κάτσει
είχες καθίσει
ήσουν καθισμένος, -η
είχατε κάτσει
είχατε καθίσει
ήσαστε καθισμένοι, -ες
είχε κάτσει
είχε καθίσει
ήταν καθισμένος, -η, -ο
είχαν κάτσει
είχαν καθίσει
ήταν καθισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κάθομαιθα καθόμαστε
θα κάθεσαιθα κάθεστε, θα καθόσαστε
θα κάθεταιθα κάθονται
Fut
ur
θα κάτσω, θα καθίσωθα κάτσουμε, θα καθίσουμε
θα κάτσεις, θα καθίσειςθα κάτσετε, θα καθίσετε
θα κάτσει, θα καθίσειθα κάτσουν(ε), θα καθίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κάτσει
θα έχω καθίσει
θα είμαι καθισμένος, -η
θα έχουμε κάτσει
θα έχουμε καθίσει
θα είμαστε καθισμένοι, -ες
θα έχεις κάτσει
θα έχεις καθίσει
θα είσαι καθισμένος, -η
θα έχετε κάτσει
θα έχετε καθίσει
θα είστε καθισμένοι, -ες
θα έχει κάτσει
θα έχει καθίσει
θα είναι καθισμένος, -η
θα έχουν κάτσει
θα έχουν καθίσει
θα είναι καθισμένοι, -ες
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κάθομαινα καθόμαστε
να κάθεσαινα κάθεστε, να καθόσαστε
να κάθεταινα κάθονται
Aoristνα κάτσω, να καθίσωνα κάτσουμε, να καθίσουμε
να κάτσεις, να καθίσειςνα κάτσετε, να καθίσετε
να κάτσει, να καθίσεινα κάτσουν(ε), να καθίσουν(ε)
Perfνα έχω κάτσει
να έχω καθίσει
να είμαι καθισμένος, -η
να έχουμε κάτσει
να έχουμε καθίσει
να είμαστε καθισμένοι, -ες
να έχεις κάτσει
να έχεις καθίσει
να είσαι καθισμένος, -η
να έχετε κάτσει
να έχετε καθίσει
να είστε καθισμένοι, -ες
να έχει κάτσει
να έχει καθίσει
να είναι καθισμένος, -η, -ο
να έχουν κάτσει
να έχουν καθίσει
να είναι καθισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκάθεστε
Aoristsikono#sikose">κάτσε, κάθισεκάτσετε, καθίστε
Part
izip
Presκαθόμενος
Perfκαθισμένος, -η, -οκαθισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκάτσει, καθίσει







Person Wortform
Präsens ich sitze
du sitzt
er, sie, es sitzt
Präteritum ich saß
Konjunktiv II ich säße
Imperativ Singular sitz!
Plural sitzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesessen haben, sein
Alle weiteren Formen: Flexion:sitzen




Griechische Definition zu κάθομαι

κάθομαι [káθome] Ρ αόρ. κάθισα και (προφ.) έκατσα, απαρέμφ. καθίσει και (προφ.) κάτσει, μππ. καθισμένος : 1α. ακουμπώ κάπου με τα οπίσθια, κρατώντας τη ράχη όρθια και τα πόδια λυγισμένα ή ίσια, ανάλογα με το ύψος στο οποίο βρίσκεται το στήριγμα σε σχέση με το έδαφος ή με το δάπεδο: κάθομαι στην καρέκλα / στο κρεβάτι / καταγής / σταυροπόδι. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Kαθίστε, παρακαλώ, όταν προσφέρουμε σε κπ. θέση. Kάθισε / κάτσε κάτω, επιτακτικά σε κπ. που σηκώνεται για να λάβει το λόγο. (έκφρ.) κάθομαι όρθιος, στέκομαι όρθιος. κάθισε / κάτσε ήσυχα / φρόνιμα, μην ατακτείς κυριολεκτικά και μτφ. σήκω εσύ να κάτσω εγώ, για κπ. που προσπαθεί να πάρει τη θέση κάποιου άλλου. ΦΡ κάθομαι σ΄ αναμμένα κάρβουνα* / στα καρφιά* / στ΄ αγκάθια*. κάθομαι στ΄ αυγά* μου. σήκω σήκω*, κάτσε κάτσε. καθόμαστε πάνω σ΄ ένα ηφαίστειο*. κάθομαι στο σκαμνί*. || για πουλί που στέκεται κάπου: Tα χελιδόνια κάθονται στα κλαδιά / στα σύρματα. β. βρίσκομαι σε ένα χώρο καθισμένος κάπου: κάθομαι στη βεράντα / στο δωμάτιο. || κάθομαι στο παράθυρο, κοντά στο παράθυρο. κάθομαι στο τραπέζι, κάθομαι σε καρέκλα μπροστά στο τραπέζι, κυρίως για να φάω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κάθομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15