beharren
  Verb

πεισμώνω  Verb
(0)
επιμένω  Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.

Deutsche Synonyme zu beharren

  • (sich) in Geduld üben
  • harren
  • (sich) gedulden
  • beharren
  • ausharren
  • warten
  • ausdauern
  • abwarten
  • abpassen
  • zuwarten
  • (sich) in Geduld fassen
  • nicht ungeduldig werden

Ähnliche Wörter zu beharren

Noch keine ähnlichen Wörter.


Grammatik




ΕΠΙΜΕΝΩ
I insist
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επιμένωεπιμένουμε, επιμένομε
επιμένειςεπιμένετε
επιμένειεπιμένουν(ε)
Imper
fekt
επέμεναεπιμέναμε
επέμενεςεπιμένατε
επέμενεεπέμεναν, επιμέναν(ε)
Aoristεπέμειναεπιμείναμε
επέμεινεςεπιμείνατε
επέμεινεεπέμειναν, επιμείναν(ε)
Per
fect
έχω επιμείνειέχουμε επιμείνει
έχεις επιμείνειέχετε επιμείνει
έχει επιμείνειέχουν επιμείνει
Plu
per
fect
είχα επιμείνειείχαμε επιμείνει
είχες επιμείνειείχατε επιμείνει
είχε επιμείνειείχαν επιμείνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επιμένωθα επιμένουμε, θα επιμένομε
θα επιμένειςθα επιμένετε
θα επιμένειθα επιμένουν(ε)
Fut
ur
θα επιμείνωθα επιμείνουμε, θα επιμείνομε
θα επιμείνειςθα επιμείνετε
θα επιμείνειθα επιμείνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επιμείνειθα έχουμε επιμείνει
θα έχεις επιμείνειθα έχετε επιμείνει
θα έχει επιμείνειθα έχουν επιμείνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επιμένωνα επιμένουμε, να επιμένομε
να επιμένειςνα επιμένετε
να επιμένεινα επιμένουν(ε)
Aoristνα επιμείνωνα επιμείνουμε, να επιμείνομε
να επιμείνειςνα επιμείνετε
να επιμείνεινα επιμείνουν(ε)
Perfνα έχω επιμείνεινα έχουμε επιμείνει
να έχεις επιμείνεινα έχετε επιμείνει
να έχει επιμείνεινα έχουν επιμείνει
Imper
ativ
Presεπίμενεεπιμένετε
Aoristεπίμεινεεπιμείνετε
Part
izip
Presεπιμένοντας
Perfέχοντας επιμείνει
InfinAoristεπιμείνει


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback