πεισμώνω  Verb  [pismono, peismwnw]

Etymologie zu πεισμώνω

πεισμώνω πείσμα + -ώνω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.


Grammatik

Noch keine Grammatik zu πεισμώνω.





Griechische Definition zu πεισμώνω

πεισμώνω [pizmóno] Ρ1α μππ. πεισμωμένος : 1. υιοθετώ μια στάση υπερβολικής ή και παράλογης επιμονής, αντιδρώ με τρόπο πεισματικό: Άκου τη συμβουλή μου και μην πεισμώνεις άδικα. Έχει πεισμώσει και δεν παίρνει από λόγια. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback