αφήνω  Verb  [afino, afhnw]


Beispielsätze αφήνω

... Σας αφήνω να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα. ...

... Το αφήνω στα χέρια σου. ...

... έως το 253 μ.Χ. . Ήταν γιος του Τρεβονιανού Γάλλου από τη σύζυγό αυτού, Αφίνια Γεμίνια Βαεβιάνα. Είναι γνωστό ότι ο Βολουσιανός είχε μια αδερφή, τη Βίβια ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze überlassen

... Als ich die Ehre hatte meine Nachdichtung der Oresteia des Aischylos vorzutragen, verwahrte ich mich feierlich dagegen, dass ich etwas Wesentliches zugesetzt oder weggelassen hätte. Ich charakterisierte meine von der herkömmlichen abweichende Übersetzungweise dadurch, dass ich sagte: „Ich übersetze nicht die Worte, indem ich mich bemühe, die deutsche Sprache der griechischen anzupassen, während es dem Leser und Hörer überlassen bleibt, einen Sinn in den Worten zu finden oder auch nicht, sondern ich versuche, das griechische Original zu verstehen, und bemühe mich dann, den gefundenen Inhalt so gut ich's vermag in deutschen Versen wiederzugeben.“ ...

... Das menschliche Schicksal ist viel zu ernsthaft, als dass es dem Zufall überlassen werden darf. ...

... Den einfachen Beweis überlassen wir dem Leser als Übung. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΑΦΗΝΩ
I leave, let
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αφήνωαφήνουμε, αφήνομεαφήνομαιαφηνόμαστε
αφήνειςαφήνετεαφήνεσαιαφήνεστε, αφηνόσαστε
αφήνειαφήνουν(ε)αφήνεταιαφήνονται
Imper
fekt
άφηνααφήναμεαφηνόμουν(α)αφηνόμαστε, αφηνόμασταν
άφηνεςαφήνατεαφηνόσουν(α)αφηνόσαστε, αφηνόσασταν
άφηνεάφηναν, αφήναν(ε)αφηνόταν(ε)αφήνονταν, αφηνόντανε, αφηνόντουσαν
Aoristάφησααφήσαμεαφέθηκααφεθήκαμε
άφησεςαφήσατεαφέθηκεςαφεθήκατε
άφησεάφησαν, αφήσαν(ε)αφέθηκεαφέθηκαν, αφεθήκανε
Per
fect
έχω αφήσει
έχω αφημένο
έχουμε αφήσει
έχουμε αφημένο
έχω αφεθεί
είμαι αφημένος, -η
έχουμε αφεθεί
είμαστε αφημένοι, -ες
έχεις αφήσει
έχεις αφημένο
έχετε αφήσει
έχετε αφημένο
έχεις αφεθεί
είσαι αφημένος, -η
έχετε αφεθεί
είστε αφημένοι, -ες
έχει αφήσει
έχει αφημένο
έχουν αφήσει
έχουν αφημένο
έχει αφεθεί
είναι αφημένος, -η, -ο
έχουν αφεθεί
είναι αφημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αφήσει
είχα αφημένο
είχαμε αφήσει
είχαμε αφημένο
είχα αφεθεί
ήμουν αφημένος, -η
είχαμε αφεθεί
ήμαστε αφημένοι, -ες
είχες αφήσει
είχες αφημένο
είχατε αφήσει
είχατε αφημένο
είχες αφεθεί
ήσουν αφημένος, -η
είχατε αφεθεί
ήσαστε αφημένοι, -ες
είχε αφήσει
είχε αφημένο
είχαν αφήσει
είχαν αφημένο
είχε αφεθεί
ήταν αφημένος, -η, -ο
είχαν αφεθεί
ήταν αφημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αφήνωθα αφήνουμε, θα αφήνομεθα αφήνομαιθα αφηνόμαστε
θα αφήνειςθα αφήνετεθα αφήνεσαιθα αφήνεστε, θα αφηνόσαστε
θα αφήνειθα αφήνουν(ε)θα αφήνεταιθα αφήνονται
Fut
ur
θα αφήσωθα αφήσουμε, θα αφήσομεθα αφεθώθα αφεθούμε
θα αφήσειςθα αφήσετεθα αφεθείςθα αφεθείτε
θα αφήσειθα αφήσουν(ε)θα αφεθείθα αφεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αφήσει
θα έχω αφημένο
θα έχουμε αφήσει
θα έχουμε αφημένο
θα έχω αφεθεί
θα είμαι αφημένος, -η
θα έχουμε αφεθεί
θα είμαστε αφημένοι, -ες
θα έχεις αφήσει
θα έχεις αφημένο
θα έχετε αφήσει
θα έχετε αφημένο
θα έχεις αφεθεί
θα είσαι αφημένος, -η
θα έχετε αφεθεί
θα είστε αφημένοι, -ες
θα έχει αφήσει
θα έχει αφημένο
θα έχουν αφήσει
θα έχουν αφημένο
θα έχει αφεθεί
θα είναι αφημένος, -η, -ο
θα έχουν αφεθεί
θα είναι αφημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αφήνωνα αφήνουμε, να αφήνομενα αφήνομαινα αφηνόμαστε
να αφήνειςνα αφήνετενα αφήνεσαινα αφήνεστε, να αφηνόσαστε
να αφήνεινα αφήνουν(ε)να αφήνεταινα αφήνονται
Aoristνα αφήσωνα αφήσουμε, να αφήσομενα αφεθώνα αφεθούμε
να αφήσειςνα αφήσετενα αφεθείςνα αφεθείτε
να αφήσεινα αφήσουν(ε)να αφεθείνα αφεθούν(ε)
Perfνα έχω αφήσει
να έχω αφημένο
να έχουμε αφήσει
να έχουμε αφημένο
να έχω αφεθεί
να είμαι αφημένος, -η
να έχουμε αφεθεί
να είμαστε αφημένοι, -ες
να έχεις αφήσει
να έχεις αφημένο
να έχετε αφήσει
να έχετε αφημένο
να έχεις αφεθεί
να είσαι αφημένος, -η
να έχετε αφεθεί
να είστε αφημένοι, -ες
να έχει αφήσει
να έχει αφημένο
να έχουν αφήσει
να έχουν αφημένο
να έχει αφεθεί
να είναι αφημένος, -η, -ο
να έχουν αφεθεί
να είναι αφημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάφηνεαφήνετεαφήνεστε
Aoristάφησε, άσεαφήστε, άστεαφεθείτε
Part
izip
Presαφήνοντας
Perfέχοντας αφήσει, έχοντας αφημένοαφημένος, -η, -οαφημένοι, -ες, -α
InfinAoristαφήσειαφεθεί







Person Wortform
Präsens ich lasse
du lässt
er, sie, es lässt
Präteritum ich ließ
Konjunktiv II ich ließe
Imperativ Singular lass!
lasse!
Plural lasst!
lasset!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelassen
lassen
haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lassen










Griechische Definition zu αφήνω

αφήνω [afíno] -ομαι Ρ αόρ. άφησα και (λαϊκότρ.) άφηκα & αφήκα, προστ. άφησε και άσε, πληθ. αφήστε και άστε, παθ. αόρ. αφέθηκα, μππ. αφημένος : 1.παύω να κρατώ κτ.: Kράτησέ το γερά και μην το αφήνεις. Δεν το άφησα επίτηδες, μου ΄πεσε. Kαι ο κόρακας άνοιξε το στόμα του κι άφησε το τυρί να πέσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αφήνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15