ανοίγω  Verb  [anigo, aniro, anoigw]

  Verb
(42)
  Verb
(7)
  Verb
(3)
  Verb
(1)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
andrehen (ugs.)
  Verb
(0)
aufdrehen (ugs.)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu ανοίγω

ανοίγω altgriechisch ἀνοίγω


GriechischDeutsch
Απλά πρέπει να ανοίγω συνέχεια κουτιά.Ich muss die ganze Zeit Kisten öffnen.

Übersetzung nicht bestätigt


Synonyme zu ανοίγω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie ανοίγω

Ähnliche Wörter zu ανοίγω

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik


AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανοίγωανοίγουμε, ανοίγομεανοίγομαιανοιγόμαστε
ανοίγειςανοίγετεανοίγεσαιανοίγεστε, ανοιγόσαστε
ανοίγειανοίγουν(ε)ανοίγεταιανοίγονται
Imper
fekt
άνοιγαανοίγαμεανοιγόμουν(α)ανοιγόμαστε, ανοιγόμασταν
άνοιγεςανοίγατεανοιγόσουν(α)ανοιγόσαστε, ανοιγόσασταν
άνοιγεάνοιγαν, ανοίγαν(ε)ανοιγόταν(ε)ανοίγονταν, ανοιγόντανε, ανοιγόντουσαν
Aoristάνοιξαανοίξαμεανοίχτηκαανοιχτήκαμε
άνοιξεςανοίξατεανοίχτηκεςανοιχτήκατε
άνοιξεάνοιξαν, ανοίξαν(ε)ανοίχτηκεανοίχτηκαν, ανοιχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ανοίξει
έχω ανοιγμένο
έχουμε ανοίξει
έχουμε ανοιγμένο
έχω ανοιχτεί
είμαι ανοιγμένος, -η
έχουμε ανοιχτεί
είμαστε ανοιγμένοι, -ες
έχεις ανοίξει
έχεις ανοιγμένο
έχετε ανοίξει
έχετε ανοιγμένο
έχεις ανοιχτεί
είσαι ανοιγμένος, -η
έχετε ανοιχτεί
είστε ανοιγμένοι, -ες
έχει ανοίξει
έχει ανοιγμένο
έχουν ανοίξει
έχουν ανοιγμένο
έχει ανοιχτεί
είναι ανοιγμένος, -η, -ο
έχουν ανοιχτεί
είναι ανοιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ανοίξει
είχα ανοιγμένο
είχαμε ανοίξει
είχαμε ανοιγμένο
είχα ανοιχτεί
ήμουν ανοιγμένος, -η
είχαμε ανοιχτεί
ήμαστε ανοιγμένοι, -ες
είχες ανοίξει
είχες ανοιγμένο
είχατε ανοίξει
είχατε ανοιγμένο
είχες ανοιχτεί
ήσουν ανοιγμένος, -η
είχατε ανοιχτεί
ήσαστε ανοιγμένοι, -ες
είχε ανοίξει
είχε ανοιγμένο
είχαν ανοίξει
είχαν ανοιγμένο
είχε ανοιχτεί
ήταν ανοιγμένος, -η, -ο
είχαν ανοιχτεί
ήταν ανοιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανοίγωθα ανοίγουμε, θα ανοίγομεθα ανοίγομαιθα ανοιγόμαστε
θα ανοίγειςθα ανοίγετεθα ανοίγεσαιθα ανοίγεστε, θα ανοιγόσαστε
θα ανοίγειθα ανοίγουν(ε)θα ανοίγεταιθα ανοίγονται
Fut
ur
θα ανοίξωθα ανοίξουμε, θα ανοίξομεθα ανοιχτώθα ανοιχτούμε
θα ανοίξειςθα ανοίξετεθα ανοιχτείςθα ανοιχτείτε
θα ανοίξειθα ανοίξουν(ε)θα ανοιχτείθα ανοιχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανοίξει
θα έχω ανοιγμένο
θα έχουμε ανοίξει
θα έχουμε ανοιγμένο
θα έχω ανοιχτεί
θα είμαι ανοιγμένος, -η
θα έχουμε ανοιχτεί
θα είμαστε ανοιγμένοι, -ες
θα έχεις ανοίξει
θα έχεις ανοιγμένο
θα έχετε ανοίξει
θα έχετε ανοιγμένο
θα έχεις ανοιχτεί
θα είσαι ανοιγμένος, -η
θα έχετε ανοιχτεί
θα είστε ανοιγμένοι, -ες
θα έχει ανοίξει
θα έχει ανοιγμένο
θα έχουν ανοίξει
θα έχουν ανοιγμένο
θα έχει ανοιχτεί
θα είναι ανοιγμένος, -η, -ο
θα έχουν ανοιχτεί
θα είναι ανοιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανοίγωνα ανοίγουμε, να ανοίγομενα ανοίγομαινα ανοιγόμαστε
να ανοίγειςνα ανοίγετενα ανοίγεσαινα ανοίγεστε, να ανοιγόσαστε
να ανοίγεινα ανοίγουν(ε)να ανοίγεταινα ανοίγονται
Aoristνα ανοίξωνα ανοίξουμε, να ανοίξομενα ανοιχτώνα ανοιχτούμε
να ανοίξειςνα ανοίξετενα ανοιχτείςνα ανοιχτείτε
να ανοίξεινα ανοίξουν(ε)να ανοιχτείνα ανοιχτούν(ε)
Perfνα έχω ανοίξει
να έχω ανοιγμένο
να έχουμε ανοίξει
να έχουμε ανοιγμένο
να έχω ανοιχτεί
να είμαι ανοιγμένος, -η
να έχουμε ανοιχτεί
να είμαστε ανοιγμένοι, -ες
να έχεις ανοίξει
να έχεις ανοιγμένο
να έχετε ανοίξει
να έχετε ανοιγμένο
να έχεις ανοιχτεί
να είσαι ανοιγμένος, -η
να έχετε ανοιχτεί
να είστε ανοιγμένοι, -ες
να έχει ανοίξει
να έχει ανοιγμένο
να έχουν ανοίξει
να έχουν ανοιγμένο
να έχει ανοιχτεί
να είναι ανοιγμένος, -η, -ο
να έχουν ανοιχτεί
να είναι ανοιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάνοιγεανοίγετεανοίγεστε
Aoristάνοιξεανοίξτε, ανοίχτεανοίξουανοιχτείτε
Part
izip
Presανοίγοντας
Perfέχοντας ανοίξει, έχοντας ανοιγμένοανοιγμένος, -η, -οανοιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristανοίξειανοιχτεί

































Griechische Definition zu ανοίγω

ανοίγω [aníγo] -ομαι : A.(ενεργ.) I1α. μετακινώ (σύρω, τραβώ, αφαιρώ κτλ.) ό,τι κλείνει, εμποδίζει ή φράζει μια δίοδο, διάβαση. ANT κλείνω: Άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω. Άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας. Άνοιξε την κουρτίνα να μπει λίγο φως. || ανοίγω σε κπ. την πόρτα: Xτύπησα το κουδούνι, αλλά κανείς δε μου άνοιξε. Mου άνοιξε ο ίδιος. Aνοίξτε, γιατί αλλιώς θα σπάσω την πόρτα. || ξεκλειδώνω: Άνοιξαν την πόρτα με αντικλείδι. Ποιο κλειδί ανοίγει το συρτάρι; || ανοίγω την είσοδο ή την έξοδο κλειστού χώρου. ANT κλείνω: Άνοιξε την ντουλάπα και κρέμασε το παλτό της. Άνοιξε το ψυγείο και πήρε μια παγωμένη μπίρα. || τραβώ. ANT κλείνω: Άνοιξε το πρώτο συρτάρι και πήρε ένα μολύβι. β. σηκώνω, αφαιρώ κτλ. το σκέπασμα, το κάλυμμα, το περιτύλιγμα κτλ. πράγματος για να δω τι περιέχει, για να βάλω κτ. μέσα ή να βγάλω κτ. έξω. ANT κλείνω: Στο τελωνείο, του ζήτησαν ν΄ ανοίξει τη βαλίτσα του. Άνοιξε την τσάντα και τράβηξε από μέσα ένα μάτσο χαρτιά. Aν πεινάσεις, άνοιξε μια κονσέρβα. Aφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει, χωρίς ν΄ ανοίξουμε την κατσαρόλα. || ανοίγω ένα φάκελο / ένα γράμμα· (πρβ. αποσφραγίζω). ανοίγω ένα μπουκάλι, αφαιρώ το πώμα του: N΄ ανοίξω άλλη μπίρα; ανοίγω ένα πακέτο· (πρβ. ξετυλίγω). ΦΡ ανοίγω τους ασκούς* του Aιόλου. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback