έρευνα  

  • Forschung
    upvotedownvote
  • Nachforschung
    upvotedownvote
  • wissenschaftliche Forschung
    upvotedownvote

Beispielsätze

Ο αρχιμηχανικός έκανε έρευνα με τον βοηθό του χέρι χέρι.

Έκανα λίγη έρευνα.

Από την έρευνα δεν προέκυψε κάτι ύποπτο.

Quelle: mstefanovits, \N, emigonza


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

erevna, ereyna


Deutsche Synonyme zu: έρευνα

Forschung Wissenschaft Erkundigung Erfassung Befragung Umfrage Nachforschung Erhebung Untersuchung (über) Enquete Ermittlung Retrieval Suche Recherche Investigation


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ έρευνα έρευνες
Genitiv έρευνας ερευνών
Akkusativ έρευνα έρευνες
Vokativ έρευνα έρευνες
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15