Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.
Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.
Altgriechisch Mittelgriechisch Koine-Griechisch Katharevousa-Griechisch Lateinisch Spanisch Deutsch Türkisch Italienisch Norwegisch Arabisch Albanisch Sanskritisch Ägyptisch Persisch Japanischκαθίζω altgriechisch καθίζω κατά + ἵζω
καθικέτευση καθικετεύω + -ση
καθικετεύω altgriechisch καθικετεύω κατά + ἱκετεύω ἱκέτης ἱκνέομαι ἵκω proto-indogermanisch *seik-[1]
καθισιά καθίζω
καθισιό κάθομαι
κάθισμα Etymologie fehlt
καθιστός καθίζω
καθιστώ altgriechisch καθίστημι
καθοδήγηση Koine-Griechisch καθοδήγησις
καθοδηγητής καθοδηγ(ώ) + -ητής
καθοδηγώ Koine-Griechisch καθοδηγέω, -ῶ
καθοδικός κάθοδος + -ικός
κάθοδος altgriechisch κάθοδος[1] κατά (κάθ-) + ὁδός
καθοίκι mittelgriechisch καθοίκι(ν) κάθοικον (οικιακό σκεύος) συναρπαγή φράσης 'κατ' οἶκον' με δάσυνση [t > θ] χωρίς να υπάρχει δασεία στο 'οἶκος'. Ίσως von καθημερινός[1], ή von καθίζω[2]. Γι' αυτό, οι γραφές καθήκι, καθίκι
καθολίκευση καθολικεύω + -ση
καθολικεύω καθολικός + -εύω ((Lehnbedeutung) französisch généraliser)
καθολικισμός französisch catholicisme
καθολικό Maskulinum von επιθέτου καθολικός
η καθολική αντίσταση του λαού απέναντι στον κατακτητή
καθολικότητα καθολικός + -ότητα ((Lehnbedeutung) französisch universalité)
καθόλου mittelgriechisch καθόλου καθ' ὅλου
κάθομαι mittelgriechisch κάθομαι altgriechisch κάθημαι
καθομιλουμένη θηλυκή μετοχή του ελληνιστικού καθομιλοῦμαι (συνηθίζομαι) altgriechisch καθομιλῶ
καθορίζω Koine-Griechisch καθορίζω κατά + altgriechisch ὁρίζω ὅρος proto-griechisch wórwos proto-indogermanisch *werw- ((Lehnübersetzung) französisch déterminer)
καθορισμός καθορίζω + -μός
καθοσίωση Koine-Griechisch καθοσίωσις κατά + altgriechisch ὅσιος
καθόσον altgriechisch καθ' ὅσον κατά + ὅσον ὅσος ((Lehnübersetzung) französisch en tant que
καθότι altgriechisch καθ’ ὅτι ((Lehnübersetzung) französisch en tant que)
καθούμενος μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κάθομαι
καθρέφτης καθρέπτης Koine-Griechisch κάθοπτρον altgriechisch κάτοπτρον
καθρεφτίζω καθρέφτης + -ίζω
καθυπόταξη Katharevousa καθυπόταξις καθυποτάσσω
καθυποτάσσω (λόγιο) Koine-Griechisch καθυποτάσσω. Συγχρονικά αναλύεται σε (κατα-) καθ- + υποτάσσω (υπο- + τάσσω)
καθυποχρεώνω καθ- + υποχρεώνω
καθυστέρηση Etymologie fehlt
καθυστερώ Koine-Griechisch καθυστερέω / καθυστερῶ altgriechisch ὑστερέω / ὑστερῶ ὕστερος
καθώς altgriechisch καθώς
καθώς πρέπει (Lehnübersetzung) französisch comme il faut
καθωσπρεπισμός καθωσπρέπει
και altgriechisch καί
κάιζερ deutsch Kaiser
καΐκι türkisch kayık παλαιοτουρκικά kayguk prototürkisch *K(i)aj-guk
καϊκτσής türkisch kayıkçı kayık
καϊμακάμης türkisch kaymakam arabisch قائم مقام (αυτός που στέκεται στη θέση άλλου, εκπρόσωπος)
καϊμάκι türkisch kaymak
καϊμακλής καϊμάκ(ι) + -λής
καινοτομία Koine-Griechisch καινοτομία altgriechisch καινοτόμος καινός + τέμνω
καινοτομώ altgriechisch καινοτομέω / καινοτομῶ καινοτόμος καινός + τέμνω
καινούργιος mittelgriechisch καινούργιος / καινούριος Koine-Griechisch καινούργιος altgriechisch καινουργής καινός + ἔργον
καίριος altgriechisch καίριος
καιρός altgriechisch καιρός
καιροσκοπία καιροσκόπος + -ία Koine-Griechisch καιροσκόπος
καιροσκοπισμός καιροσκόπος + -ισμός ((Lehnübersetzung) französisch opportunisme)
καιροσκόπος Koine-Griechisch καιροσκόπος altgriechisch καιρός + -σκόπος (σκοπέω)
καιροσκοπώ Koine-Griechisch καιροσκοπέω / καιροσκοπῶ
καιροφυλακτώ altgriechisch καιροφυλακτῶ
καΐσι türkisch kaysı οθωμανικά τουρκικά قیصی (βερίκοκο)
καϊσιά καΐσι + -ιά türkisch kaysı οθωμανικά τουρκικά قیصی (βερίκοκο)
καίσιο neulateinisch caesium lateinisch caesius (μπλε, λόγω των γαλάζιων λωρίδων του φάσματός του)
καίτοι altgriechisch καίτοι καί + τοι
οι κατακτητές έκαψαν το χωριό μας
κακάβι Etymologie fehlt
κακάδι Etymologie fehlt
κακαδιάζω Etymologie fehlt
κακάο italienisch cacao französisch cacao spanisch cacao νάουατλ cacahuatl (κόκκος κακάου)
κακαόδεντρο κακάο + -ο- + δέντρο
κακαράντζα aromunisch kâkârédzu (πβ. ρουμανικά căcărĕadză) lateinisch cacare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος caco indoeuropäisch (Wurzel) *kakka
κακαρίζω mittelgriechisch, Onomatopoetikum von κα κα (φωνή κότας) + κατάληξη -ρίζω
κακάρισμα ρήμα κακαρίζω + επίθημα -ισμα
κακαρώνω mittelgriechisch καρώνω (ναρκώνω, ζαλίζω, βυθίζω σε βαθύ λήθαργο) altgriechisch καρῶ κάρος, αναισθησία, νάρκη
κακεντρέχεια Koine-Griechisch κακεντρέχεια κακεντρεχής altgriechisch κακός + ἐντρεχής
κακία altgriechisch κακία κακός
κακίζω Etymologie fehlt
κακιώνω κακία
κακοβάζω κακο- + βάζω
κακοβάνω κακο- + βάνω
κακοβουλία κακός + βούλομαι (: θέλω)
κακόβουλος Etymologie fehlt
κακογεννώ Etymologie fehlt
κακογλωσσεύω Etymologie fehlt
κακογλωσσιά κακο- + -γλωσσιά
κακόγλωσσος Etymologie fehlt
κακογνωμία κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακόγνωμος κακό- + γνώμ(η) -ος[1]
κακογουστιά κακόγουστος + -ιά κακο- + γούστο venezianisch gusto lateinisch gustus proto-italienisch *gustus indoeuropäisch (Wurzel) *ǵéwstus (γεύομαι) *ǵews (δοκιμάζω, γεύομαι)
κακογραμμένος mittelgriechisch κακογραμμένος. Passiv Perfekt von κακογράφω, κακο- + γραμμένος[1]
κακογραφία Etymologie fehlt
κακογράφος mittelgriechisch κακογράφος κακο- + -γράφος. Διαφορετική η σημασία της ελληνιστικής λέξης κακόγραφος (που είναι γραμμένος άσχημα)[1]
κακοδαίμων κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοδικία κακο- + -δικία ( δίκη)
κακοδιοίκηση κακο- + διοίκηση
κακοδιοικώ mittelgriechisch κακοδιοικώ κακο- + διοικώ
κακοδοξία Koine-Griechisch κακοδοξία (παρόμοια σημασία) altgriechisch κακοδοξία κακόδοξος κακός + δόξα
κακόδοξος Koine-Griechisch κακόδοξος (παρόμοια σημασία) altgriechisch κακόδοξος κακός + δόξα
κακοζώ κακο- + ζω
κακοήθεια altgriechisch κακοήθεια
Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.
Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.
Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.
Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.