Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



χρυσωρυχείο

χρυσωρυχείο Koine-Griechisch χρυσωρυχεῖον ((Lehnbedeutung) γαλλικά gold mine ή γαλλικά mine d'or)


χρυσωρύχος

χρυσωρύχος Koine-Griechisch χρυσωρύχος χρυσός + ὀρύσσω


χρώμα

χρώμα altgriechisch χρῶμα χρώς proto-indogermanisch *gʰrēw- ‎(αλέθω, τρίβω) *gʰer- (τρίβω)


χρωματίζω

χρωματίζω μάλλον λόγια λέξη von χρῶμα και Koine-Griechisch χρωτίζω (δίνω χρώμα)


χρωμάτισμα

χρωμάτισμα Etymologie fehlt


χρωματισμός

χρωματισμός Etymologie fehlt


χρωματολόγιο

χρωματολόγιο χρωμ(α) + -ο- + -λόγιο


χρωματοπωλείο

χρωματοπωλείο χρωματοπώλης


χρωματοπώλης

χρωματοπώλης Etymologie fehlt


χρωματόσωμα

χρωματόσωμα χρώμα + σώμα (νεολογισμός)


χρωματουργείο

χρωματουργείο Etymologie fehlt


χρωματουργία

χρωματουργία Etymologie fehlt


χρώμιο

χρώμιο neulateinisch chromium altgriechisch χρῶμα


χρωμολιθογραφία

χρωμολιθογραφία χρωμο- + λιθογραφία χρωμο- + λίθος + -γραφία


χρωμόσφαιρα

χρωμόσφαιρα Etymologie fehlt


χρωμόσωμα

χρωμόσωμα χρωμό- + σώμα (entlehnt aus) französisch chromosome ή deutsch Chromosom χρωμο- + σῶμα[1][2]


χρώση

χρώση altgriechisch χρῶσις χρώννυμι


χρωστήρας

χρωστήρας Etymologie fehlt


χρωστούμενα

χρωστούμενα Maskulinum von χρωστούμενος


χρωστώ

χρωστώ Koine-Griechisch χρεωστῶ


χταπόδι

χταπόδι mittelgriechisch ὀκταπόδιον altgriechisch ὀκτάπους ή ὀκτώπους


χτένα

χτένα altgriechisch ο κτείς, του κτενός


χτενίζω

χτενίζω mittelgriechisch χτενίζω altgriechisch κτενίζω κτείς (2. (Lehnbedeutung) englisch comb)


χτένισμα

χτένισμα χτενίζω


χτες

χτες mittelgriechisch χτές altgriechisch χθές με ανομοίωση των φθόγγων [kt] > [xθ][1]


χτίζω

χτίζω mittelgriechisch χτίζω altgriechisch κτίζω


χτικιάζω

χτικιάζω mittelgriechisch κτικιάζω Koine-Griechisch ἑκτικός (πυρετός: συνεχιζόμενος, για τον πυρετό της φυματίωσης) altgriechisch ἕξις ἔχω indoeuropäisch (Wurzel) *seǵʰ-


χτικιό

χτικιό mittelgriechisch κτικιό κτικιάζω Koine-Griechisch ἑκτικός (πυρετός) altgriechisch ἕξις ἔχω indoeuropäisch (Wurzel) *seǵʰ-


χτίσιμο

χτίσιμο χτίζω (θέμα αορίστου: χτισ) + -ιμο


χτίστης

χτίστης κτίστης


χτιστικά

χτιστικά Etymologie fehlt


χτύπημα

χτύπημα altgriechisch κτύπημα κτυπέω / κτυπῶ κτύπος


χτυπητήρι

χτυπητήρι χτυπη- (χτυπώ) + -τήρι


χτυποκάρδι

χτυποκάρδι χτυπ(ώ) + -ο- + καρδι(ά), αντιστροφή του καρδιοχτύπι[1]


χτύπος

χτύπος mittelgriechisch χτύπος altgriechisch κτύπος


χτυπώ

χτυπώ mittelgriechisch χτυπῶ altgriechisch κτυπέω / κτυπῶ κτύπος


χυδαΐζω

χυδαΐζω Etymologie fehlt


χυδαιολογία

χυδαιολογία Koine-Griechisch χυδαιολογία χυδαῖος + -λογία altgriechisch χέω + λέγω


χυδαιολόγος

χυδαιολόγος χυδαιολογία + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) Koine-Griechisch χυδαιολογία χυδαῖος + -λογία altgriechisch χέω + λέγω


χυδαιολογώ

χυδαιολογώ χυδαιολόγος + -ω χυδαιολογία + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) Koine-Griechisch χυδαιολογία χυδαῖος + -λογία altgriechisch χέω + λέγω


χυδαιότητα

χυδαιότητα Koine-Griechisch (από αιτιατική -τητα)


χυδαϊσμός

χυδαϊσμός χυδαΐζω χυδαῖος


χυδαϊστής

χυδαϊστής Etymologie fehlt


χύδην

χύδην altgriechisch χύδην χέω


χυλόπιτα

χυλόπιτα χυλ(ός) + -ό- + πίτα


χυλοπίτα


χυλός

χυλός altgriechisch χυλός


χύλωμα

χύλωμα altgriechisch χυλόω / χυλῶ + -ώνω


χυλώνω

χυλώνω altgriechisch χυλόω / χυλῶ + -ώνω


χύμα

χύμα Koine-Griechisch χύμα χέω (ομόρριζο του χυμός)


χυμοποίηση

χυμοποίηση Etymologie fehlt


χυμός

χυμός altgriechisch χυμός χέω


χύνω

χύνω altgriechisch χέω (όταν στο θέμα αορίστου χυ- αναπτύχθηκε το πρόσφυμα ν και δημιουργήθηκε το θέμα χυν-)


χύσιμο

χύσιμο χύνω (θέμα αορίστου χυσ) + -ιμο


χυτοσίδηρος

χυτοσίδηρος χυτός + σίδηρος


χύτρα

χύτρα altgriechisch χύτρα χέω


χωλαίνω

χωλαίνω altgriechisch χωλαίνω


χωλότητα

χωλότητα spätgriechisch χωλότης altgriechisch χωλός


χώμα

χώμα altgriechisch χῶμα ρήμα χώννυμι (χώνομαι)


χωματίλα

χωματίλα χώμα + -ίλα


χωματόδρομος

χωματόδρομος Etymologie fehlt


χωματουργός

χωματουργός Etymologie fehlt


χωνεύω

χωνεύω Koine-Griechisch χωνεύω (αλλά τη σημερινή σημασία την πήρε το μεσαίωνα)


χώνεψη

χώνεψη χώνευση


χωνί

χωνί Katharevousa χωνίον mittelgriechisch χωνίν και χωνίον altgriechisch χώνη χοάνη και χόανος


χώνω

χώνω spätgriechisch χώννυμι, αόριστος ἔχωσα altgriechisch χόω


χώρα

χώρα altgriechisch χώρα proto-indogermanisch *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)


χωρατατζής

χωρατατζής χωρατά + -τζής


χωρατεύω

χωρατεύω χωραϊτεύω


χωρατό

χωρατό χωρατεύω + -ό (αναδρομικός σχηματισμός) χωραϊτεύω χωραΐτης χώρα


χωράφι

χωράφι Katharevousa χωράφιον Koine-Griechisch χωράφιον υποκοριστικό von altgriechisch χώρα


χωρητικότητα

χωρητικότητα Koine-Griechisch χωρητικός + -ότητα altgriechisch χῶρος ((Lehnübersetzung) französisch capacité)


χώρια

χώρια mittelgriechisch χωριά altgriechisch χωρίς


χωριανός

χωριανός χωριό


χωριάτης

χωριάτης mittelgriechisch χωριάτης χωριό altgriechisch χωρίον χῶρος proto-indogermanisch *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)


χωριατιά

χωριατιά χωριάτης + -ιά


χωριατομάνι

χωριατομάνι χωριάτης + -ο- + -μάνι


χωριατόπαιδο

χωριατόπαιδο χωριάτης + παιδί


χωριατοπούλα

χωριατοπούλα χωριάτης + -πουλα ( -πουλος)


χωριατόπουλο

χωριατόπουλο χωριάτης + υποκοριστικό επίθημα -όπουλο


χωριατόσπιτο

χωριατόσπιτο χωριό και σπίτι


χωριατοφέρνω

χωριατοφέρνω χωριάτης και φέρνω


χωρίζω

χωρίζω altgriechisch χωρίζω χωρίς[1] ή χῶρος[1]


χωρικός

χωρικός altgriechisch χωρικός με τη σημερινή έννοια χώρα


χωρίο

χωρίο altgriechisch χωρίον


χωριό

χωριό mittelgriechisch χωριόν altgriechisch χωρίον


χωρίς

χωρίς altgriechisch χωρίς χῶρος (/ χώρα) indoeuropäisch (Wurzel) *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)


χώρισμα

χώρισμα Etymologie fehlt


χωρισμός

χωρισμός altgriechisch χωρισμός χωρίζω χωρίς[1] ή χῶρος[1]


χωρίστρα

χωρίστρα χωρίζω


χωροδεσπότης

χωροδεσπότης λόγια νεότερη λέξη, χώρος + δεσπότης


χωροθέτηση

χωροθέτηση χωροθετώ + -ση


χωροθετώ

χωροθετώ χώρος + -ο- + -θετώ


χωρομέτρηση

χωρομέτρηση χωρομετρώ


χωρομετρώ

χωρομετρώ χώρος και μετρώ


χώρος

χώρος altgriechisch χῶρος indoeuropäisch (Wurzel) *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)


χωροστάθμηση

χωροστάθμηση χώρος και στάθμη


χωροσταθμώ

χωροσταθμώ Etymologie fehlt


χωροτάκτης

χωροτάκτης χωροταξία


χωροταξία

χωροταξία χώρος + τάξη



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback