μετέχω  Verb  [metecho, metexw]


Beispielsätze μετέχω

... συμμετάσχουν όλο και περισσότερα σωματεία, έτσι από το 1968 ορίστηκε να μετέχουν οι ομάδες που είχαν τερματίσει πίσω από την πρωταθλήτρια, ανεξάρτητα από ...

... Πρωταθλήματα Υποδομής Super League, είναι οι διοργανώσεις στις οποίες μετέχουν οι ομάδες υποδομής των συλλόγων που αγωνίζονται στην Σούπερ Λίγκα. Ιδρύθηκε ...

... αποτελείται συνήθως από 15-51 έδρες (ανάλογα με τον πληθυσμό του Δήμου). Σε αυτό μετέχουν εκλεγμένοι Δημοτικοί Σύμβουλοι και Πάρεδροι. Η κατανομή των εδρών γίνεται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze teilnehmen

... Ich bin sicher, dass er an dem Wettbewerb teilnehmen wird. ...

... Danke dafür, dass du mich an das Treffen erinnert hast, an dem ich teilnehmen muss. ...

... Ich wünschte, dass du auch an unserem kleinen Fest teilnehmen würdest. ...

Quelle: MUIRIEL, virgil, Esperantostern

Grammatik


ΜΕΤΕΧΩ
I participate
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μετέχω, exw>έχωμετέχουμε, μετέχομε
μετέχειςμετέχετε
μετέχειμετέχουν(ε)
Imper
fekt
μετείχαμετείχαμε
μετείχεςμετείχατε
μετείχεμετείχαν(ε)
Aorist(μετείχα)(μετείχαμε)
(μετείχες)(μετείχατε)
(μετείχε)(μετείχαν(ε))
Per
fect
έχω μετάσχειέχουμε μετάσχει
έχεις μετάσχειέχετε μετάσχει
έχει μετάσχειέχουν μετάσχει
Plu
per
fect
είχα μετάσχειείχαμε μετάσχει
είχες μετάσχειείχατε μετάσχει
είχε μετάσχειείχαν μετάσχει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μετέχωθα μετέχουμε, θα μετέχομε
θα μετέχειςθα μετέχετε
θα μετέχειθα μετέχουν(ε)
Fut
ur
θα μετάσχωθα μετάσχουμε, θα μετάσχομε
θα μετάσχειςθα μετάσχετε
θα μετάσχειθα μετάσχουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μετάσχειθα έχουμε μετάσχει
θα έχεις μετάσχειθα έχετε μετάσχει
θα έχει μετάσχειθα έχουν μετάσχει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μετέχωνα μετέχουμε, να μετέχομε
να μετέχειςνα μετέχετε
να μετέχεινα μετέχουν(ε)
Aoristνα μετάσχωνα μετάσχουμε, να μετάσχομε
να μετάσχειςνα μετάσχετε
να μετάσχεινα μετάσχουν(ε)
Perfνα έχω μετάσχεινα έχουμε μετάσχει
να έχεις μετάσχεινα έχετε μετάσχει
να έχει μετάσχεινα έχουν μετάσχει
Imper
ativ
Presμετέχετε
Aoristμετάσχετε
Part
izip
Presμετέχοντας
Perfέχοντας μετάσχει
InfinAoristμετάσχει





Person Wortform
Präsens ich teile
du teilst
er, sie, es teilt
Präteritum ich teilte
Konjunktiv II ich teilte
Imperativ Singular teile!
Plural teilt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geteilt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:teilen


Griechische Definition zu μετέχω

μετέχω [metéxo] Ρ πρτ. μετείχα, (λόγ.) αόρ. γ' πρόσ. μετέσχε, μετέσχον, απαρέμφ. μετάσχει : παίρνω μέρος σε κτ· συμμετέχω: Στο συνέδριο μετέχουν επίσης και τοπικοί φορείς.

[λόγ. < αρχ. μετέχω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μετέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15