βάζω  Verb  [vazo, bazw]

Ähnliche Wörter zu βάζω

βάζω/τρώω κατσάδα


Beispielsätze βάζω

... μερικές φορές καλείται και Τρινιδάδ) και οι Νήσοι Μάρτιμ Βαζ (επίσημα λέγονται και Μάρτιν Βαζ), που βρίσκονται περίπου 1.200 χμ ανατολικά της Βιτόρια στον ...

... Το βάζο του Άαλτο (στα φινλανδικά Aalto-maljakko) είναι ένα παγκοσμίως αναγνωρίσιμο αντικείμενο γνωστό και ως Savoy Vase και ένα υπόδειγμα του φινλανδικού ...

... Ο Γιάννης Βάζος (Σμύρνη, φθινόπωρο 1914 – Πειραιάς, 6 Νοεμβρίου 1991) ήταν Έλληνας διεθνής ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού Πειραιώς. Η σταδιοδρομία του ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze stellen

... Die sieben Fragen, die sich ein Ingenieur stellen muss, sind: wer, was, wann, wo, warum, wie und wie viel. ...

... Wenn Sie einen Elektroherd haben, dann stellen Sie eine kleine Auflaufform mit Wasser hinein, um Dampf zu erzeugen und das Brot so während des Backens flaumig zu machen. ...

... Versicherungsgesellschaften stellen gerne junge Absolventen ein. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΒΑΖΩ
bgazo">I put (in)
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βάζωβάζουμε, βάζομεβάζομαιβαζόμαστε
βάζειςβάζετεβάζεσαιβάζεστε, βαζόσαστε
βάζειβάζουν(ε)βάζεταιβάζονται
Imper
fekt
έβαζαβάζαμεβαζόμουν(α)βαζόμαστε, βαζόμασταν
έβαζεςβάζατεβαζόσουν(α)βαζόσαστε, βαζόσασταν
έβαζεέβαζαν, βάζαν(ε)βαζόταν(ε)βάζονταν, βαζόντανε, βαζόντουσαν
Aoristέβαλαβάλαμεβάλθηκαβαλθήκαμε
έβαλεςβάλατεβάλθηκεςβαλθήκατε
έβαλεέβαλαν, βάλαν(ε)βάλθηκεβάλθηκαν, βαλθήκαν(ε)
Per
fect
έχω βάλει
έχω βαλμένο
έχουμε βάλει
έχουμε βαλμένο
έχω βαλθεί
είμαι βαλμένος, -η
έχουμε βαλθεί
είμαστε βαλμένοι, -ες
έχεις βάλει
έχεις βαλμένο
έχετε βάλει
έχετε βαλμένο
έχεις βαλθεί
είσαι βαλμένος, -η
έχετε βαλθεί
είστε βαλμένοι, -ες
έχει βάλει
έχει βαλμένο
έχουν βάλει
έχουν βαλμένο
έχει βαλθεί
είναι βαλμένος, -η, -ο
έχουν βαλθεί
είναι βαλμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βάλει
είχα βαλμένο
είχαμε βάλει
είχαμε βαλμένο
είχα βαλθεί
ήμουν βαλμένος, -η
είχαμε βαλθεί
ήμαστε βαλμένοι, -ες
είχες βάλει
είχες βαλμένο
είχατε βάλει
είχατε βαλμένο
είχες βαλθεί
ήσουν βαλμένος, -η
είχατε βαλθεί
ήσαστε βαλμένοι, -ες
είχε βάλει
είχε βαλμένο
είχαν βάλει
είχαν βαλμένο
είχε βαλθεί
ήταν βαλμένος, -η, -ο
είχαν βαλθεί
ήταν βαλμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βάζωθα βάζουμε, θα βάζομεθα βάζομαιθα βαζόμαστε
θα βάζειςθα βάζετεθα βάζεσαιθα βάζεστε, θα βαζόσαστε
θα βάζειθα βάζουν(ε)θα βάζεταιθα βάζονται
Fut
ur
θα βάλωθα βάλουμε, θα βάλομεθα βαλθώθα βαλθούμε
θα βάλειςθα βάλετεθα βαλθείςθα βαλθείτε
θα βάλειθα βάλουν(ε)θα βαλθείθα βαλθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βάλει
θα έχω βαλμένο
θα έχουμε βάλει
θα έχουμε βαλμένο
θα έχω βαλθεί
θα είμαι βαλμένος, -η
θα έχουμε βαλθεί
θα είμαστε βαλμένοι, -ες
θα έχεις βάλει
θα έχεις βαλμένο
θα έχετε βάλει
θα έχετε βαλμένο
θα έχεις βαλθεί
θα είσαι βαλμένος, -η
θα έχετε βάλει
θα είστε βαλμένοι, -ες
θα έχει βάλει
θα έχει βαλμένο
θα έχουν βάλει
θα έχουν βαλμένο
θα έχει βαλθεί
θα είναι βαλμένος, -η, -ο
θα έχουν βαλθεί
θα είναι βαλμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βάζωνα βάζουμε, να βάζομενα βάζομαινα βαζόμαστε
να βάζειςνα βάζετενα βάζεσαινα βάζεστε, να βαζόσαστε
να βάζεινα βάζουν(ε)να βάζεταινα βάζονται
Aoristνα βάλωνα βάλουμε, να βάλομενα βαλθώνα βαλθούμε
να βάλειςνα βάλετενα βαλθείςνα βαλθείτε
να βάλεινα βάλουν(ε)να βαλθείνα βαλθούν(ε)
Perfνα έχω βάλει
να έχω βαλμένο
να έχουμε βάλει
να έχουμε βαλμένο
να έχω βαλθεί
να είμαι βαλμένος, -η
να έχουμε βαλθεί
να είμαστε βαλμένοι, -ες
να έχεις βάλει
να έχεις βαλμένο
να έχετε βάλει
να έχετε βαλμένο
να έχεις βαλθεί
να είσαι βαλμένος, -η
να έχετε βαλθεί
να είστε βαλμένοι, -ες
να έχει βάλει
να έχει βαλμένο
να έχουν βάλει
να έχουν βαλμένο
να έχει βαλθεί
να είναι βαλμένος, -η, -ο
να έχουν βαλθεί
να είναι βαλμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβάζεβάζετεβάζεστε
Aoristβάλεβάλτεβαλθείτε
Part
izip
Presβάζοντας
Perfέχοντας βάλει, έχοντας βαλμένοβαλμένος, -η, -οβαλμένοι, -ες, -α
InfinAoristβάλειβαλθεί





















Person Wortform
Präsens ich lege
du legst
er, sie, es legt
Präteritum ich legte
Konjunktiv II ich legte
Imperativ Singular lege!
leg!
Plural legt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelegt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:legen




Griechische Definition zu βάζω

βάζω [vázo] Ρ αόρ. έβαλα, απαρέμφ. βάλει, παθ. αόρ. βάλθηκα, απαρέμφ. βαλθεί, μππ. βαλμένος : I1. τοποθετώ κτ. σε ένα μέρος, σε μια θέση, κάπου που δεν ήταν πριν: Δε βρίσκω τα τσιγάρα μου, κάπου θα τα έβαλα. Bάλε ένα δίσκο στο πικάπ. Tα τούβλα ήταν βαλμένα το ένα πάνω στ΄ άλλο. Φεύγοντας βάλε το κλειδί κάτω από το χαλί. Ο μάρτυρας έβαλε το χέρι του στο ευαγγέλιο. || βάζω μια λέξη μέσα σε εισαγωγικά / σε παρενθέσεις. βάζω το όνομά μου / την υπογραφή μου. βάζω κρέμα στο πρόσωπό μου, αλείφω. || (μτφ.): Bάλ΄ το καλά στο μυαλό / στο κεφάλι σου, να το θυμάσαι, να το πάρεις σοβαρά υπόψη σου. ΦΡ και εκφράσεις βάζω πιπέρι* στο στόμα κάποιου. βάζω τα πράγματα στη θέση* τους. βάζω το κεφάλι μου στον τορβά* / στο στόμα του λύκου*. βάζω την ουρά* κάτω απ΄ τα σκέλια. βάζω σε κπ. τα δυο πόδια σ΄ ένα παπούτσι*. βάζω το κεφάλι κάτω*. βάζω το χέρι (βαθιά) στην τσέπη*. βάζω στην τσέπη* (μου). τον βάζω στην τσέπη* μου. βάζω κτ. στην τσέπη* μου. βάζω κτ. / κπ. στο τσεπάκι* μου. βάζω το χέρι στην καρδιά*. βάζω το νερό στ΄ αυλάκι*. βάζω στο ίδιο τσουβάλι*. βάζω κπ. στα αίματα* / στα φιτίλια* / στα λόγια*. τα βάζω με κπ., θεωρώ κπ. υπεύθυνο, υπαίτιο για κτ. βάζω μυαλό* / νιονιό* / γνώση*. βάζω μυαλό* σε κπ. βάλε ένα χεράκι*. ο Θεός να βάλει το χέρι* του. βάζω κπ. στην μπάντα*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15