legen
 Verb

βάζω Verb
(15)
θέτω Verb
(1)
τοποθετώ Verb
(0)
απλώνω Verb
(0)
βάνω Verb
(0)
γεννώ Verb
(0)
αποθέτω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.
Ähnliche Wörter
legendär

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βάζωβάζουμε, βάζομεβάζομαιβαζόμαστε
βάζειςβάζετεβάζεσαιβάζεστε, βαζόσαστε
βάζειβάζουν(ε)βάζεταιβάζονται
Imper
fekt
έβαζαβάζαμεβαζόμουν(α)βαζόμαστε, βαζόμασταν
έβαζεςβάζατεβαζόσουν(α)βαζόσαστε, βαζόσασταν
έβαζεέβαζαν, βάζαν(ε)βαζόταν(ε)βάζονταν, βαζόντανε, βαζόντουσαν
Aoristέβαλαβάλαμεβάλθηκαβαλθήκαμε
έβαλεςβάλατεβάλθηκεςβαλθήκατε
έβαλεέβαλαν, βάλαν(ε)βάλθηκεβάλθηκαν, βαλθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω βάλει
έχω βαλμένο
έχουμε βάλει
έχουμε βαλμένο
έχω βαλθεί
είμαι βαλμένος, -η
έχουμε βαλθεί
είμαστε βαλμένοι, -ες
έχεις βάλει
έχεις βαλμένο
έχετε βάλει
έχετε βαλμένο
έχεις βαλθεί
είσαι βαλμένος, -η
έχετε βαλθεί
είστε βαλμένοι, -ες
έχει βάλει
έχει βαλμένο
έχουν βάλει
έχουν βαλμένο
έχει βαλθεί
είναι βαλμένος, -η, -ο
έχουν βαλθεί
είναι βαλμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα βάλει
είχα βαλμένο
είχαμε βάλει
είχαμε βαλμένο
είχα βαλθεί
ήμουν βαλμένος, -η
είχαμε βαλθεί
ήμαστε βαλμένοι, -ες
είχες βάλει
είχες βαλμένο
είχατε βάλει
είχατε βαλμένο
είχες βαλθεί
ήσουν βαλμένος, -η
είχατε βαλθεί
ήσαστε βαλμένοι, -ες
είχε βάλει
είχε βαλμένο
είχαν βάλει
είχαν βαλμένο
είχε βαλθεί
ήταν βαλμένος, -η, -ο
είχαν βαλθεί
ήταν βαλμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βάζωθα βάζουμε, θα βάζομεθα βάζομαιθα βαζόμαστε
θα βάζειςθα βάζετεθα βάζεσαιθα βάζεστε, θα βαζόσαστε
θα βάζειθα βάζουν(ε)θα βάζεταιθα βάζονται
Fut
ur
θα βάλωθα βάλουμε, θα βάλομεθα βαλθώθα βαλθούμε
θα βάλειςθα βάλετεθα βαλθείςθα βαλθείτε
θα βάλειθα βάλουν(ε)θα βαλθείθα βαλθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βάλει
θα έχω βαλμένο
θα έχουμε βάλει
θα έχουμε βαλμένο
θα έχω βαλθεί
θα είμαι βαλμένος, -η
θα έχουμε βαλθεί
θα είμαστε βαλμένοι, -ες
θα έχεις βάλει
θα έχεις βαλμένο
θα έχετε βάλει
θα έχετε βαλμένο
θα έχεις βαλθεί
θα είσαι βαλμένος, -η
θα έχετε βάλει
θα είστε βαλμένοι, -ες
θα έχει βάλει
θα έχει βαλμένο
θα έχουν βάλει
θα έχουν βαλμένο
θα έχει βαλθεί
θα είναι βαλμένος, -η, -ο
θα έχουν βαλθεί
θα είναι βαλμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βάζωνα βάζουμε, να βάζομενα βάζομαινα βαζόμαστε
να βάζειςνα βάζετενα βάζεσαινα βάζεστε, να βαζόσαστε
να βάζεινα βάζουν(ε)να βάζεταινα βάζονται
Aoristνα βάλωνα βάλουμε, να βάλομενα βαλθώνα βαλθούμε
να βάλειςνα βάλετενα βαλθείςνα βαλθείτε
να βάλεινα βάλουν(ε)να βαλθείνα βαλθούν(ε)
Perfνα έχω βάλει
να έχω βαλμένο
να έχουμε βάλει
να έχουμε βαλμένο
να έχω βαλθεί
να είμαι βαλμένος, -η
να έχουμε βαλθεί
να είμαστε βαλμένοι, -ες
να έχεις βάλει
να έχεις βαλμένο
να έχετε βάλει
να έχετε βαλμένο
να έχεις βαλθεί
να είσαι βαλμένος, -η
να έχετε βαλθεί
να είστε βαλμένοι, -ες
να έχει βάλει
να έχει βαλμένο
να έχουν βάλει
να έχουν βαλμένο
να έχει βαλθεί
να είναι βαλμένος, -η, -ο
να έχουν βαλθεί
να είναι βαλμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβάζεβάζετεβάζεστε
Aoristβάλεβάλτεβαλθείτε
Part
izip
Presβάζοντας
Perfέχοντας βάλει, έχοντας βαλμένοβαλμένος, -η, -οβαλμένοι, -ες, -α
InfinAoristβάλειβαλθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θέτωθέτουμε, θέτομετίθεμαιτιθέμεθα
θέτειςθέτετετίθεσαιτίθεσθε
θέτειθέτουν(ε)τίθεταιτίθενται
Imper
fekt
έθεταθέταμε
έθετεςθέτατε
έθετεέθεταν, θέταν(ε)ετίθετοετίθεντο
Aoristέθεσαθέσαμετέθηκατεθήκαμε
έθεσεςθέσατετέθηκεςτεθήκατε
έθεσεέθεσαν, θέσαν(ε)τέθηκετέθηκαν, τεθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω θέσειέχουμε θέσειέχω τεθείέχουμε τεθεί
έχεις θέσειέχετε θέσειέχεις τεθείέχετε τεθεί
έχει θέσειέχουν θέσειέχει τεθείέχουν τεθεί
Plu
per
fekt
είχα θέσειείχαμε θέσειείχα τεθείείχαμε τεθεί
είχες θέσειείχατε θέσειείχες τεθείείχατε τεθεί
είχε θέσειείχαν θέσειείχε τεθείείχαν τεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θέτωθα θέτουμε, θα θέτομεθα τίθεμαιθα τιθέμεθα
θα θέτειςθα θέτετεθα τίθεσαιθα τίθεσθε
θα θέτειθα θέτουν(ε)θα τίθεταιθα τίθενται
Fut
ur
θα θέσωθα θέσουμε, θα θέσομεθα τεθώθα τεθούμε
θα θέσειςθα θέσετεθα τεθείςθα τεθείτε
θα θέσειθα θέσουν(ε)θα τεθείθα τεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θέσειθα έχουμε θέσειθα έχω τεθείθα έχουμε τεθεί
θα έχεις θέσειθα έχετε θέσειθα έχεις τεθείθα έχετε τεθεί
θα έχει θέσειθα έχουν θέσειθα έχει τεθείθα έχουν τεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θέτωνα θέτουμε, να θέτομενα τίθεμαινα τιθέμεθα
να θέτειςνα θέτετενα τίθεσαινα τίθεσθε
να θέτεινα θέτουν(ε)να τίθεταινα τίθενται
Aoristνα θέσωνα θέσουμε, να θέσομενα τεθώνα τεθούμε
να θέσειςνα θέσετενα τεθείςνα τεθείτε
να θέσεινα θέσουν(ε)να τεθείνα τεθούν(ε)
Perfνα έχω θέσεινα έχουμε θέσεινα έχω τεθείνα έχουμε τεθεί
να έχεις θέσεινα έχετε θέσεινα έχεις τεθείνα έχετε τεθεί
να έχει θέσεινα έχουν θέσεινα έχει τεθείνα έχουν τεθεί
Imper
ativ
Presθέτεθέτετετίθεσθε
Aoristθέσεθέσετε, θέστεθέσουτεθείτε
Part
izip
Presθέτοντας(τιθέμενος)
Perfέχοντας θέσει(τεθειμένος)(τεθειμένοι)
InfinAoristθέσειτεθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τοποθετώτοποθετούμετοποθετούμαιτοποθετούμαστε
τοποθετείςτοποθετείτετοποθετείσαιτοποθετείστε
τοποθετείτοποθετούν(ε)τοποθετείταιτοποθετούνται
Imper
fekt
τοποθετούσατοποθετούσαμετοποθετούμουντοποθετούμαστε
τοποθετούσεςτοποθετούσατε
τοποθετούσετοποθετούσαν(ε)τοποθετούνταν, τοποθετείτοτοποθετούνταν, τοποθετούντο
Aoristτοποθέτησατοποθετήσαμετοποθετήθηκατοποθετηθήκαμε
τοποθέτησεςτοποθετήσατετοποθετήθηκεςτοποθετηθήκατε
τοποθέτησετοποθέτησαν, τοποθετήσαν(ε)τοποθετήθηκετοποθετήθηκαν, τοποθετηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω τοποθετήσει
έχω τοποθετημένο
έχουμε τοποθετήσει
έχουμε τοποθετημένο
έχω τοποθετηθεί
είμαι τοποθετημένος, -η
έχουμε τοποθετηθεί
είμαστε τοποθετημένοι, -ες
έχεις τοποθετήσει
έχεις τοποθετημένο
έχετε τοποθετήσει
έχετε τοποθετημένο
έχεις τοποθετηθεί
είσαι τοποθετημένος, -η
έχετε τοποθετηθεί
είστε τοποθετημένοι, -ες
έχει τοποθετήσει
έχει τοποθετημένο
έχουν τοποθετήσει
έχουν τοποθετημένο
έχει τοποθετηθεί
είναι τοποθετημένος, -η, -ο
έχουν τοποθετηθεί
είναι τοποθετημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα τοποθετήσει
είχα τοποθετημένο
είχαμε τοποθετήσει
είχαμε τοποθετημένο
είχα τοποθετηθεί
ήμουν τοποθετημένος, -η
είχαμε τοποθετηθεί
ήμαστε τοποθετημένοι, -ες
είχες τοποθετήσει
είχες τοποθετημένο
είχατε τοποθετήσει
είχατε τοποθετημένο
είχες τοποθετηθεί
ήσουν τοποθετημένος, -η
είχατε τοποθετηθεί
ήσαστε τοποθετημένοι, -ες
είχε τοποθετήσει
είχε τοποθετημένο
είχαν τοποθετήσει
είχαν τοποθετημένο
είχε τοποθετηθεί
ήταν τοποθετημένος, -η, -ο
είχαν τοποθετηθεί
ήταν τοποθετημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τοποθετώθα τοποθετούμεθα τοποθετούμαιθα τοποθετούμαστε
θα τοποθετείςθα τοποθετείτεθα τοποθετείσαιθα τοποθετείστε
θα τοποθετείθα τοποθετούν(ε)θα τοποθετείταιθα τοποθετούνται
Fut
ur
θα τοποθετήσωθα τοποθετήσουμεθα τοποθετηθώθα τοποθετηθούμε
θα τοποθετήσειςθα τοποθετήσετεθα τοποθετηθείςθα τοποθετηθείτε
θα τοποθετήσειθα τοποθετήσουν(ε)θα τοποθετηθείθα τοποθετηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τοποθετήσει
θα έχω τοποθετημένο
θα έχουμε τοποθετήσει
θα έχουμε τοποθετημένο
θα έχω τοποθετηθεί
θα είμαι τοποθετημένος, -η
θα έχουμε τοποθετηθεί
θα είμαστε τοποθετημένοι, -ες
θα έχεις τοποθετήσει
θα έχεις τοποθετημένο
θα έχετε τοποθετήσει
θα έχετε τοποθετημένο
θα έχεις τοποθετηθεί
θα είσαι τοποθετημένος, -η
θα έχετε τοποθετηθεί
θα είστε τοποθετημένοι, -η
θα έχει τοποθετήσει
θα έχει τοποθετημένο
θα έχουν τοποθετήσει
θα έχουν τοποθετημένο
θα έχει τοποθετηθεί
θα είναι τοποθετημένος, -η, -ο
θα έχουν τοποθετηθεί
θα είναι τοποθετημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τοποθετώνα τοποθετούμενα τοποθετούμαινα τοποθετούμαστε
να τοποθετείςνα τοποθετείτενα τοποθετείσαινα τοποθετείστε
να τοποθετείνα τοποθετούν(ε)να τοποθετείταινα τοποθετούνται
Aoristνα τοποθετήσωνα τοποθετήσουμε, να τοποθετήσομενα τοποθετηθώνα τοποθετηθούμε
να τοποθετήσειςνα τοποθετήσετενα τοποθετηθείςνα τοποθετηθείτε
να τοποθετήσεινα τοποθετήσουν(ε)να τοποθετηθείνα τοποθετηθούν(ε)
Perfνα έχω τοποθετήσει
να έχω τοποθετημένο
να έχουμε τοποθετήσει
να έχουμε τοποθετημένο
να έχω τοποθετηθεί
να είμαι τοποθετημένος, -η
να έχουμε τοποθετηθεί
να είμαστε τοποθετημένοι, -ες
να έχεις τοποθετήσει
να έχεις τοποθετημένο
να έχετε τοποθετήσει
να έχετε τοποθετημένο
να έχεις τοποθετηθεί
να είσαι τοποθετημένος, -η
να έχετε τοποθετηθεί
να είστε τοποθετημένοι, -ες
να έχει τοποθετήσει
να έχει τοποθετημένο
να έχουν τοποθετήσει
να έχουν τοποθετημένο
να έχει τοποθετηθεί
να είναι τοποθετημένος, -η, -ο
να έχουν τοποθετηθεί
να είναι τοποθετημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτοποθετείτετοποθετείστε
Aoristτοποθέτησετοποθετήστε, τοποθετήσετετοποθετήσουτοποθετηθείτε
Part
izip
Presτοποθετώντας
Perfέχοντας τοποθετήσει, έχοντας τοποθετημένοτοποθετημένος, -η, -οτοποθετημένοι, -ες, -α
InfinAoristτοποθετήσειτοποθετηθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απλώνωαπλώνουμε, απλώνομεαπλώνομαιαπλωνόμαστε
απλώνειςαπλώνετεαπλώνεσαιαπλώνεστε, απλωνόσαστε
απλώνειαπλώνουν(ε)απλώνεταιαπλώνονται
Imper
fekt
άπλωνααπλώναμεαπλωνόμουν(α)απλωνόμαστε, απλωνόμασταν
άπλωνεςαπλώνατεαπλωνόσουν(α)απλωνόσαστε, απλωνόσασταν
άπλωνεάπλωναν, απλώναν(ε)απλωνόταν(ε)απλώνονταν, απλωνόντανε, απλωνόντουσαν
Aoristάπλωσααπλώσαμεαπλώθηκααπλωθήκαμε
άπλωσεςαπλώσατεαπλώθηκεςαπλωθήκατε
άπλωσεάπλωσαν, απλώσαν(ε)απλώθηκεαπλώθηκαν, απλωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω απλώσει
έχω απλωμένο
έχουμε απλώσει
έχουμε απλωμένο
έχω απλωθεί
είμαι απλωμένος, -η
έχουμε απλωθεί
είμαστε απλωμένοι, -ες
έχεις απλώσει
έχεις απλωμένο
έχετε απλώσει
έχετε απλωμένο
έχεις απλωθεί
είσαι απλωμένος, -η
έχετε απλωθεί
είστε απλωμένοι, -ες
έχει απλώσει
έχει απλωμένο
έχουν απλώσει
έχουν απλωμένο
έχει απλωθεί
είναι απλωμένος, -η, -ο
έχουν απλωθεί
είναι απλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα απλώσει
είχα απλωμένο
είχαμε απλώσει
είχαμε απλωμένο
είχα απλωθεί
ήμουν απλωμένος, -η
είχαμε απλωθεί
ήμαστε απλωμένοι, -ες
είχες απλώσει
είχες απλωμένο
είχατε απλώσει
είχατε απλωμένο
είχες απλωθεί
ήσουν απλωμένος, -η
είχατε απλωθεί
ήσαστε απλωμένοι, -ες
είχε απλώσει
είχε απλωμένο
είχαν απλώσει
είχαν απλωμένο
είχε απλωθεί
ήταν απλωμένος, -η, -ο
είχαν απλωθεί
ήταν απλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απλώνωθα απλώνουμε, θα απλώνομεθα απλώνομαιθα απλωνόμαστε
θα απλώνειςθα απλώνετεθα απλώνεσαιθα απλώνεστε, θα απλωνόσαστε
θα απλώνειθα απλώνουν(ε)θα απλώνεταιθα απλώνονται
Fut
ur
θα απλώσωθα απλώσουμε, θα απλώσομεθα απλωθώθα απλωθούμε
θα απλώσειςθα απλώσετεθα απλωθείςθα απλωθείτε
θα απλώσειθα απλώσουνθα απλωθείθα απλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απλώσει
θα έχω απλωμένο
θα έχουμε απλώσει
θα έχουμε απλωμένο
θα έχω απλωθεί
θα είμαι απλωμένος, -η
θα έχουμε απλωθεί
θα είμαστε απλωμένοι, -ες
θα έχεις απλώσει
θα έχεις απλωμένο
θα έχετε απλώσει
θα έχετε απλωμένο
θα έχεις απλωθεί
θα είσαι απλωμένος, -η
θα έχετε απλωθεί
θα είστε απλωμένοι, -ες
θα έχει απλώσει
θα έχει απλωμένο
θα έχουν απλώσει
θα έχουν απλωμένο
θα έχει απλωθεί
θα είναι απλωμένος, -η, -ο
θα έχουν απλωθεί
θα είναι απλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απλώνωνα απλώνουμε, να απλώνομενα απλώνομαινα απλωνόμαστε
να απλώνειςνα απλώνετενα απλώνεσαινα απλώνεστε, να απλωνόσαστε
να απλώνεινα απλώνουν(ε)να απλώνεταινα απλώνονται
Aoristνα απλώσωνα απλώσουμε, να απλώσομενα απλωθώνα απλωθούμε
να απλώσειςνα απλώσετενα απλωθείςνα απλωθείτε
να απλώσεινα απλώσουν(ε)να απλωθείνα απλωθούν(ε)
Perfνα έχω απλώσει
να έχω απλωμένο
να έχουμε απλώσει
να έχουμε απλωμένο
να έχω απλωθεί
να είμαι απλωμένος, -η
να έχουμε απλωθεί
να είμαστε απλωμένοι, -ες
να έχεις απλώσει
να έχεις απλωμένο
να έχετε απλώσει
να έχετε απλωμένο
να έχεις απλωθεί
να είσαι απλωμένος, -η
να έχετε απλωθεί
να είστε απλωμένοι, -ες
να έχει απλώσει
να έχει απλωμένο
να έχουν απλώσει
να έχουν απλωμένο
να έχει απλωθεί
να είναι απλωμένος, -η, -ο
να έχουν απλωθεί
να είναι απλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάπλωνεαπλώνετεαπλώνεστε
Aoristάπλωσεαπλώστε, απλώσετεαπλώσουαπλωθείτε
Part
izip
Presαπλώνοντας
Perfέχοντας απλώσει, έχοντας απλωμένοαπλωμένος, -η, -οαπλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπλώσειαπλωθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γεννάω, γεννώγεννάμε, γεννούμεγεννιέμαιγεννιόμαστε
γεννάςγεννάτεγεννιέσαιγεννιέστε, γεννιόσαστε
γεννάει, γεννάγεννάν(ε), γεννούν(ε)γεννιέταιγεννιούνται, γεννιόνται
Imper
fekt
γεννούσα, γένναγαγεννούσαμε, γεννάγαμεγεννιόμουν(α)γεννιόμαστε, γεννιόμασταν
γεννούσες, γένναγεςγεννούσατε, γεννάγατεγεννιόσουν(α)γεννιόσαστε, γεννιόσασταν
γεννούσε, γένναγεγεννούσαν(ε), γένναγαν, γεννάγανεγεννιόταν(ε)γεννιόνταν(ε), γεννιούνταν, γεννιόντουσαν
Aoristγέννησαγεννήσαμεγεννήθηκαγεννηθήκαμε
γέννησεςγεννήσατεγεννήθηκεςγεννηθήκατε
γέννησεγέννησαν, γεννήσαν(ε)γεννήθηκεγεννήθηκαν, γεννηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω γεννήσει
έχω γεννημένο
έχουμε γεννήσει
έχουμε γεννημένο
έχω γεννηθεί
είμαι γεννημένος, -η
έχουμε γεννηθεί
είμαστε γεννημένοι, -ες
έχεις γεννήσει
έχεις γεννημένο
έχετε γεννήσει
έχετε γεννημένο
έχεις γεννηθεί
είσαι γεννημένος, -η
έχετε γεννηθεί
είστε γεννημένοι, -ες
έχει γεννήσει
έχει γεννημένο
έχουν γεννήσει
έχουν γεννημένο
έχει γεννηθεί
είναι γεννημένος, -η, -ο
έχουν γεννηθεί
είναι γεννημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα γεννήσει
είχα γεννημένο
είχαμε γεννήσει
είχαμε γεννημένο
είχα γεννηθεί
ήμουν γεννημένος, -η
είχαμε γεννηθεί
ήμαστε γεννημένοι, -ες
είχες γεννήσει
είχες γεννημένο
είχατε γεννήσει
είχατε γεννημένο
είχες γεννηθεί
ήσουν γεννημένος, -η
είχατε γεννηθεί
ήσαστε γεννημένοι, -ες
είχε γεννήσει
είχε γεννημένο
είχαν γεννήσει
είχαν γεννημένο
είχε γεννηθεί
ήταν γεννημένος, -η, -ο
είχαν γεννηθεί
ήταν γεννημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γεννάω, θα γεννώθα γεννάμε, θα γεννούμεθα γεννιέμαιθα γεννιόμαστε
θα γεννάςθα γεννάτεθα γεννιέσαιθα γεννιέστε, θα γεννιόσαστε
θα γεννάει, θα γεννάθα γεννάν(ε), θα γεννούν(ε)θα γεννιέταιθα γεννιούνται, θα γεννιόνται
Fut
ur
θα γεννήσωθα γεννήσουμε, θα γεννήσομεθα γεννηθώθα γεννηθούμε
θα γεννήσειςθα γεννήσετεθα γεννηθείςθα γεννηθείτε
θα γεννήσειθα γεννήσουν(ε)θα γεννηθείθα γεννηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γεννήσει
θα έχω γεννημένο
θα έχουμε γεννήσει
θα έχουμε γεννημένο
θα έχω γεννηθεί
θα είμαι γεννημένος, -η
θα έχουμε γεννηθεί
θα είμαστε γεννημένοι, -ες
θα έχεις γεννήσει
θα έχεις γεννημένο
θα έχετε γεννήσει
θα έχετε γεννημένο
θα έχεις γεννηθεί
θα είσαι γεννημένος, -η
θα έχετε γεννηθεί
θα είστε γεννημένοι, -ες
θα έχει γεννήσει
θα έχει γεννημένο
θα έχουν γεννήσει
θα έχουν γεννημένο
θα έχει γεννηθεί
θα είναι γεννημένος, -η, -ο
θα έχουν γεννηθεί
θα είναι γεννημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γεννάω, να γεννώνα γεννάμε, να γεννούμενα γεννιέμαινα γεννιόμαστε
να γεννάςνα γεννάτενα γεννιέσαινα γεννιέστε, να γεννιόσαστε
να γεννάει, να γεννάνα γεννάν(ε), να γεννούν(ε)να γεννιέταινα γεννιούνται, να γεννιόνται
Aoristνα γεννήσωνα γεννήσουμε, να γεννήσομενα γεννηθώνα γεννηθούμε
να γεννήσειςνα γεννήσετενα γεννηθείςνα γεννηθείτε
να γεννήσεινα γεννήσουν(ε)να γεννηθείνα γεννηθούν(ε)
Perfνα έχω γεννήσει
να έχω γεννημένο
να έχουμε γεννήσει
να έχουμε γεννημένο
να έχω γεννηθεί
να είμαι γεννημένος, -η
να έχουμε γεννηθεί
να είμαστε γεννημένοι, -ες
να έχεις γεννήσει
να έχεις γεννημένο
να έχετε γεννήσει
να έχετε γεννημένο
να έχεις γεννηθεί
να είσαι γεννημένος, -η
να έχετε γεννηθεί
να είστε γεννημένοι, -η
να έχει γεννήσει
να έχει γεννημένο
να έχουν γεννήσει
να έχουν γεννημένο
να έχει γεννηθεί
να είναι γεννημένος, -η, -ο
να έχουν γεννηθεί
να είναι γεννημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγέννα, γένναγεγεννάτεγεννιέστε
Aoristγέννησε, γένναγεννήστεγεννήσουγεννηθείτε
Part
izip
Presγεννώντας
Perfέχοντας γεννήσει, έχοντας γεννημένογεννημένος, -η, -ογεννημένοι, -ες, -α
InfinAoristγεννήσειγεννηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback