θέτω  Verb  [theto, thetw]


Beispielsätze θέτω

... 'Οταν το χρειαστείς, θέτω τον ευατό μου πλήρως στη διάθεσή σου. ...

Quelle: mululatv

Grammatik


ΘΕΤΩ
I put
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θέτωθέτουμε, θέτομετίθεμαιτιθέμεθα
θέτειςθέτετετίθεσαιτίθεσθε
θέτειθέτουν(ε)τίθεταιτίθενται
Imper
fekt
έθεταθέταμε
έθετεςθέτατε
έθετεέθεταν, θέταν(ε)ετίθετοετίθεντο
Aoristέθεσαθέσαμετέθηκατεθήκαμε
έθεσεςθέσατετέθηκεςτεθήκατε
έθεσεέθεσαν, θέσαν(ε)τέθηκετέθηκαν, τεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω θέσειέχουμε θέσειέχω τεθείέχουμε τεθεί
έχεις θέσειέχετε θέσειέχεις τεθείέχετε τεθεί
έχει θέσειέχουν θέσειέχει τεθείέχουν τεθεί
Plu
per
fect
είχα θέσειείχαμε θέσειείχα τεθείείχαμε τεθεί
είχες θέσειείχατε θέσειείχες τεθείείχατε τεθεί
είχε θέσειείχαν θέσειείχε τεθείείχαν τεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θέτωθα θέτουμε, θα θέτομεθα τίθεμαιθα τιθέμεθα
θα θέτειςθα θέτετεθα τίθεσαιθα τίθεσθε
θα θέτειθα θέτουν(ε)θα τίθεταιθα τίθενται
Fut
ur
θα θέσωθα θέσουμε, θα θέσομεθα τεθώθα τεθούμε
θα θέσειςθα θέσετεθα τεθείςθα τεθείτε
θα θέσειθα θέσουν(ε)θα τεθείθα τεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θέσειθα έχουμε θέσειθα έχω τεθείθα έχουμε τεθεί
θα έχεις θέσειθα έχετε θέσειθα έχεις τεθείθα έχετε τεθεί
θα έχει θέσειθα έχουν θέσειθα έχει τεθείθα έχουν τεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θέτωνα θέτουμε, να θέτομενα τίθεμαινα τιθέμεθα
να θέτειςνα θέτετενα τίθεσαινα τίθεσθε
να θέτεινα θέτουν(ε)να τίθεταινα τίθενται
Aoristνα θέσωνα θέσουμε, να θέσομενα τεθώνα τεθούμε
να θέσειςνα θέσετενα τεθείςνα τεθείτε
να θέσεινα θέσουν(ε)να τεθείνα τεθούν(ε)
Perfνα έχω θέσεινα έχουμε θέσεινα έχω τεθείνα έχουμε τεθεί
να έχεις θέσεινα έχετε θέσεινα έχεις τεθείνα έχετε τεθεί
να έχει θέσεινα έχουν θέσεινα έχει τεθείνα έχουν τεθεί
Imper
ativ
Presθέτεθέτετετίθεσθε
Aoristθέσεθέσετε, θέστεθέσουτεθείτε
Part
izip
Presθέτοντας(τιθέμενος)
Perfέχοντας θέσει(τεθειμένος)(τεθειμένοι)
InfinAoristθέσειτεθεί









Person Wortform
Präsens ich lege
du legst
er, sie, es legt
Präteritum ich legte
Konjunktiv II ich legte
Imperativ Singular lege!
leg!
Plural legt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelegt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:legen


Griechische Definition zu θέτω

θέτω [θéto] -ομαι, τίθεμαι [tíθeme] Ρ αόρ. έθεσα, απαρέμφ. θέσει, παθ. τίθεμαι, τίθεσαι, τίθεται, τιθέμεθα, τίθεστε, τίθενται, και (προφ.) θέτομαι, πρτ. γ' πρόσ. ετίθετο, ετίθεντο, αόρ. τέθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και ετέθη, ετέθησαν, απαρέμφ. τεθεί : 1. (λόγ.) βάζω, τοποθετώ. ΦΡ θέτω τον δάκτυλον* εις τον τύπον των ήλων. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θέτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15