γεννώ Verb  [genno, jenno, gennw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu γεννώ

γεννώ altgriechisch γεννάω/γεννῶ


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu γεννώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γεννάω, γεννώγεννάμε, γεννούμεγεννιέμαιγεννιόμαστε
γεννάςγεννάτεγεννιέσαιγεννιέστε, γεννιόσαστε
γεννάει, γεννάγεννάν(ε), γεννούν(ε)γεννιέταιγεννιούνται, γεννιόνται
Imper
fekt
γεννούσα, γένναγαγεννούσαμε, γεννάγαμεγεννιόμουν(α)γεννιόμαστε, γεννιόμασταν
γεννούσες, γένναγεςγεννούσατε, γεννάγατεγεννιόσουν(α)γεννιόσαστε, γεννιόσασταν
γεννούσε, γένναγεγεννούσαν(ε), γένναγαν, γεννάγανεγεννιόταν(ε)γεννιόνταν(ε), γεννιούνταν, γεννιόντουσαν
Aoristγέννησαγεννήσαμεγεννήθηκαγεννηθήκαμε
γέννησεςγεννήσατεγεννήθηκεςγεννηθήκατε
γέννησεγέννησαν, γεννήσαν(ε)γεννήθηκεγεννήθηκαν, γεννηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω γεννήσει
έχω γεννημένο
έχουμε γεννήσει
έχουμε γεννημένο
έχω γεννηθεί
είμαι γεννημένος, -η
έχουμε γεννηθεί
είμαστε γεννημένοι, -ες
έχεις γεννήσει
έχεις γεννημένο
έχετε γεννήσει
έχετε γεννημένο
έχεις γεννηθεί
είσαι γεννημένος, -η
έχετε γεννηθεί
είστε γεννημένοι, -ες
έχει γεννήσει
έχει γεννημένο
έχουν γεννήσει
έχουν γεννημένο
έχει γεννηθεί
είναι γεννημένος, -η, -ο
έχουν γεννηθεί
είναι γεννημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα γεννήσει
είχα γεννημένο
είχαμε γεννήσει
είχαμε γεννημένο
είχα γεννηθεί
ήμουν γεννημένος, -η
είχαμε γεννηθεί
ήμαστε γεννημένοι, -ες
είχες γεννήσει
είχες γεννημένο
είχατε γεννήσει
είχατε γεννημένο
είχες γεννηθεί
ήσουν γεννημένος, -η
είχατε γεννηθεί
ήσαστε γεννημένοι, -ες
είχε γεννήσει
είχε γεννημένο
είχαν γεννήσει
είχαν γεννημένο
είχε γεννηθεί
ήταν γεννημένος, -η, -ο
είχαν γεννηθεί
ήταν γεννημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γεννάω, θα γεννώθα γεννάμε, θα γεννούμεθα γεννιέμαιθα γεννιόμαστε
θα γεννάςθα γεννάτεθα γεννιέσαιθα γεννιέστε, θα γεννιόσαστε
θα γεννάει, θα γεννάθα γεννάν(ε), θα γεννούν(ε)θα γεννιέταιθα γεννιούνται, θα γεννιόνται
Fut
ur
θα γεννήσωθα γεννήσουμε, θα γεννήσομεθα γεννηθώθα γεννηθούμε
θα γεννήσειςθα γεννήσετεθα γεννηθείςθα γεννηθείτε
θα γεννήσειθα γεννήσουν(ε)θα γεννηθείθα γεννηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γεννήσει
θα έχω γεννημένο
θα έχουμε γεννήσει
θα έχουμε γεννημένο
θα έχω γεννηθεί
θα είμαι γεννημένος, -η
θα έχουμε γεννηθεί
θα είμαστε γεννημένοι, -ες
θα έχεις γεννήσει
θα έχεις γεννημένο
θα έχετε γεννήσει
θα έχετε γεννημένο
θα έχεις γεννηθεί
θα είσαι γεννημένος, -η
θα έχετε γεννηθεί
θα είστε γεννημένοι, -ες
θα έχει γεννήσει
θα έχει γεννημένο
θα έχουν γεννήσει
θα έχουν γεννημένο
θα έχει γεννηθεί
θα είναι γεννημένος, -η, -ο
θα έχουν γεννηθεί
θα είναι γεννημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γεννάω, να γεννώνα γεννάμε, να γεννούμενα γεννιέμαινα γεννιόμαστε
να γεννάςνα γεννάτενα γεννιέσαινα γεννιέστε, να γεννιόσαστε
να γεννάει, να γεννάνα γεννάν(ε), να γεννούν(ε)να γεννιέταινα γεννιούνται, να γεννιόνται
Aoristνα γεννήσωνα γεννήσουμε, να γεννήσομενα γεννηθώνα γεννηθούμε
να γεννήσειςνα γεννήσετενα γεννηθείςνα γεννηθείτε
να γεννήσεινα γεννήσουν(ε)να γεννηθείνα γεννηθούν(ε)
Perfνα έχω γεννήσει
να έχω γεννημένο
να έχουμε γεννήσει
να έχουμε γεννημένο
να έχω γεννηθεί
να είμαι γεννημένος, -η
να έχουμε γεννηθεί
να είμαστε γεννημένοι, -ες
να έχεις γεννήσει
να έχεις γεννημένο
να έχετε γεννήσει
να έχετε γεννημένο
να έχεις γεννηθεί
να είσαι γεννημένος, -η
να έχετε γεννηθεί
να είστε γεννημένοι, -η
να έχει γεννήσει
να έχει γεννημένο
να έχουν γεννήσει
να έχουν γεννημένο
να έχει γεννηθεί
να είναι γεννημένος, -η, -ο
να έχουν γεννηθεί
να είναι γεννημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγέννα, γένναγεγεννάτεγεννιέστε
Aoristγέννησε, γένναγεννήστεγεννήσουγεννηθείτε
Part
izip
Presγεννώντας
Perfέχοντας γεννήσει, έχοντας γεννημένογεννημένος, -η, -ογεννημένοι, -ες, -α
InfinAoristγεννήσειγεννηθεί















Griechische Definition zu γεννώ

γεννώ [jenó] & -άω, -ιέμαι : 1α. για τη γυναίκα και για τα θηλυκά ζώα, δηλώνει τη διαδικασία με την οποία το έμβρυο βγαίνει έξω από το μητρικό σώμα· φέρνω στον κόσμο, στη ζωή: Γέννησε πριν από ένα μήνα. Γεννάει πολύ εύκολα. Γέννησε η αγελάδα / η γίδα / η σκύλα μας. (έκφρ.) όπως τον γέννησε η μάνα του, τελείως γυμνός. (υβρ.) …τη μάνα που σε γέννησε. || Tην πήρε όπως τη γέννησε η μάνα της, χωρίς προίκα. || ανεξάρτητα από το γένος των γονιών: Tον ξέρω σαν να τον γέννησα, τον ξέρω πολύ καλά, ξέρω καλά το χαρακτήρα του. ΠAΡ Mε λούζεις, με χτενίζεις, ξέρω ποιος με γέννησε, συνήθ. για νόθα παιδιά που η αγάπη τους στρέφεται προς τους φυσικούς γονείς. || Γεννήθηκε τυφλός. Γεννήθηκα το 1949. (έκφρ.) μια φορά γεννιέται ο άνθρωπος, για να τονιστεί η αξία της ζωής. γεννήθηκαν / είναι γεννημένοι ο ένας για τον άλλο, ταιριάζουν πολύ. β. για πουλιά και ψάρια, κάνω αυγά: Aρχίσανε να γεννάνε οι κότες. Είναι η εποχή που τα ψάρια γεννούν τα αυγά τους. ΠAΡ Aλλού τα κακαρίσματα* κι αλλού γεννούν οι κότες. Γεννούν κι οι πετεινοί του, είναι πολύ τυχερός. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback