γεννώ  Verb  [genno, jenno, gennw]

Ähnliche Bedeutung wie γεννώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze γεννώ

... Ο Ερρίκος γαλλ. Henri (γενν. 14 Ιουνίου 1933) από τον Οίκο των Βουρβόνων-Ορλεάνης είναι αυτοαποκαλούμενος κόμης του Παρισιού και διεκδικητής βασιλιάς, ...

... (το δεύτερο συνθετικό -τόκος προέρχεται από το ρήμα τίκτω που σημαίνει γεννώ). Η προσαγόρευση Θεοτόκος (ως και Θεομήτωρ) χρησιμοποιήθηκαν από την πρωτοχριστιανική ...

... Ο Ροστισλάβ Ροστισλάβοβιτς, ρωσικά Ростислав Ростиславович (γενν. 1985) από τον Οίκο του Σλέσβιχ-Χολστάιν-Γκόττορπ του κλάδου Μιχαήλοβιτς, είναι πρίγκιπας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erzeugen

... Wenn Sie einen Elektroherd haben, dann stellen Sie eine kleine Auflaufform mit Wasser hinein, um Dampf zu erzeugen und das Brot so während des Backens flaumig zu machen. ...

... Dudelsäcke erzeugen einen sehr seltsamen Klang. ...

... Um Fleisch zu erzeugen braucht man sehr viel Wasser, sehr viel Land, während eine Menge Kohlendioxid in die Atmosphäre gelangt und das Klima beeinflussen kann. ...

Quelle: MUIRIEL, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΓΕΝΝΩ
I bear
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γεννάω, γεννώγεννάμε, γεννούμεγεννιέμαιγεννιόμαστε
γεννάςγεννάτεγεννιέσαιγεννιέστε, γεννιόσαστε
γεννάει, γεννάγεννάν(ε), γεννούν(ε)γεννιέταιγεννιούνται, γεννιόνται
Imper
fekt
γεννούσα, γένναγαγεννούσαμε, γεννάγαμεγεννιόμουν(α)γεννιόμαστε, γεννιόμασταν
γεννούσες, γένναγεςγεννούσατε, γεννάγατεγεννιόσουν(α)γεννιόσαστε, γεννιόσασταν
γεννούσε, γένναγεγεννούσαν(ε), γένναγαν, γεννάγανεγεννιόταν(ε)γεννιόνταν(ε), γεννιούνταν, γεννιόντουσαν
Aoristγέννησαγεννήσαμεγεννήθηκαγεννηθήκαμε
γέννησεςγεννήσατεγεννήθηκεςγεννηθήκατε
γέννησεγέννησαν, γεννήσαν(ε)γεννήθηκεγεννήθηκαν, γεννηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω γεννήσει
έχω γεννημένο
έχουμε γεννήσει
έχουμε γεννημένο
έχω γεννηθεί
είμαι γεννημένος, -η
έχουμε γεννηθεί
είμαστε γεννημένοι, -ες
έχεις γεννήσει
έχεις γεννημένο
έχετε γεννήσει
έχετε γεννημένο
έχεις γεννηθεί
είσαι γεννημένος, -η
έχετε γεννηθεί
είστε γεννημένοι, -ες
έχει γεννήσει
έχει γεννημένο
έχουν γεννήσει
έχουν γεννημένο
έχει γεννηθεί
είναι γεννημένος, -η, -ο
έχουν γεννηθεί
είναι γεννημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα γεννήσει
είχα γεννημένο
είχαμε γεννήσει
είχαμε γεννημένο
είχα γεννηθεί
ήμουν γεννημένος, -η
είχαμε γεννηθεί
ήμαστε γεννημένοι, -ες
είχες γεννήσει
είχες γεννημένο
είχατε γεννήσει
είχατε γεννημένο
είχες γεννηθεί
ήσουν γεννημένος, -η
είχατε γεννηθεί
ήσαστε γεννημένοι, -ες
είχε γεννήσει
είχε γεννημένο
είχαν γεννήσει
είχαν γεννημένο
είχε γεννηθεί
ήταν γεννημένος, -η, -ο
είχαν γεννηθεί
ήταν γεννημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γεννάω, θα γεννώθα γεννάμε, θα γεννούμεθα γεννιέμαιθα γεννιόμαστε
θα γεννάςθα γεννάτεθα γεννιέσαιθα γεννιέστε, θα γεννιόσαστε
θα γεννάει, θα γεννάθα γεννάν(ε), θα γεννούν(ε)θα γεννιέταιθα γεννιούνται, θα γεννιόνται
Fut
ur
θα γεννήσωθα γεννήσουμε, θα γεννήσομεθα γεννηθώθα γεννηθούμε
θα γεννήσειςθα γεννήσετεθα γεννηθείςθα γεννηθείτε
θα γεννήσειθα γεννήσουν(ε)θα γεννηθείθα γεννηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γεννήσει
θα έχω γεννημένο
θα έχουμε γεννήσει
θα έχουμε γεννημένο
θα έχω γεννηθεί
θα είμαι γεννημένος, -η
θα έχουμε γεννηθεί
θα είμαστε γεννημένοι, -ες
θα έχεις γεννήσει
θα έχεις γεννημένο
θα έχετε γεννήσει
θα έχετε γεννημένο
θα έχεις γεννηθεί
θα είσαι γεννημένος, -η
θα έχετε γεννηθεί
θα είστε γεννημένοι, -ες
θα έχει γεννήσει
θα έχει γεννημένο
θα έχουν γεννήσει
θα έχουν γεννημένο
θα έχει γεννηθεί
θα είναι γεννημένος, -η, -ο
θα έχουν γεννηθεί
θα είναι γεννημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γεννάω, να γεννώνα γεννάμε, να γεννούμενα γεννιέμαινα γεννιόμαστε
να γεννάςνα γεννάτενα γεννιέσαινα γεννιέστε, να γεννιόσαστε
να γεννάει, να γεννάνα γεννάν(ε), να γεννούν(ε)να γεννιέταινα γεννιούνται, να γεννιόνται
Aoristνα γεννήσωνα γεννήσουμε, να γεννήσομενα γεννηθώνα γεννηθούμε
να γεννήσειςνα γεννήσετενα γεννηθείςνα γεννηθείτε
να γεννήσεινα γεννήσουν(ε)να γεννηθείνα γεννηθούν(ε)
Perfνα έχω γεννήσει
να έχω γεννημένο
να έχουμε γεννήσει
να έχουμε γεννημένο
να έχω γεννηθεί
να είμαι γεννημένος, -η
να έχουμε γεννηθεί
να είμαστε γεννημένοι, -ες
να έχεις γεννήσει
να έχεις γεννημένο
να έχετε γεννήσει
να έχετε γεννημένο
να έχεις γεννηθεί
να είσαι γεννημένος, -η
να έχετε γεννηθεί
να είστε γεννημένοι, -η
να έχει γεννήσει
να έχει γεννημένο
να έχουν γεννήσει
να έχουν γεννημένο
να έχει γεννηθεί
να είναι γεννημένος, -η, -ο
να έχουν γεννηθεί
να είναι γεννημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγέννα, γένναγεγεννάτεγεννιέστε
Aoristγέννησε, γένναγεννήστεγεννήσουγεννηθείτε
Part
izip
Presγεννώντας
Perfέχοντας γεννήσει, έχοντας γεννημένογεννημένος, -η, -ογεννημένοι, -ες, -α
InfinAoristγεννήσειγεννηθεί







Person Wortform
Präsens ich werfe
du wirfst
er, sie, es wirft
Präteritum ich warf
Konjunktiv II ich würfe
Imperativ Singular wirf!
Plural werft!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geworfen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:werfen



Person Wortform
Präsens ich lege
du legst
er, sie, es legt
Präteritum ich legte
Konjunktiv II ich legte
Imperativ Singular lege!
leg!
Plural legt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelegt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:legen






Griechische Definition zu γεννώ

γεννώ [jenó] & -άω, -ιέμαι : 1α. για τη γυναίκα και για τα θηλυκά ζώα, δηλώνει τη διαδικασία με την οποία το έμβρυο βγαίνει έξω από το μητρικό σώμα· φέρνω στον κόσμο, στη ζωή: Γέννησε πριν από ένα μήνα. Γεννάει πολύ εύκολα. Γέννησε η αγελάδα / η γίδα / η σκύλα μας. (έκφρ.) όπως τον γέννησε η μάνα του, τελείως γυμνός. (υβρ.) …τη μάνα που σε γέννησε. || Tην πήρε όπως τη γέννησε η μάνα της, χωρίς προίκα. || ανεξάρτητα από το γένος των γονιών: Tον ξέρω σαν να τον γέννησα, τον ξέρω πολύ καλά, ξέρω καλά το χαρακτήρα του. ΠAΡ Mε λούζεις, με χτενίζεις, ξέρω ποιος με γέννησε, συνήθ. για νόθα παιδιά που η αγάπη τους στρέφεται προς τους φυσικούς γονείς. || Γεννήθηκε τυφλός. Γεννήθηκα το 1949. (έκφρ.) μια φορά γεννιέται ο άνθρωπος, για να τονιστεί η αξία της ζωής. γεννήθηκαν / είναι γεννημένοι ο ένας για τον άλλο, ταιριάζουν πολύ. β. για πουλιά και ψάρια, κάνω αυγά: Aρχίσανε να γεννάνε οι κότες. Είναι η εποχή που τα ψάρια γεννούν τα αυγά τους. ΠAΡ Aλλού τα κακαρίσματα* κι αλλού γεννούν οι κότες. Γεννούν κι οι πετεινοί του, είναι πολύ τυχερός. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γεννώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15