Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



χαρτογραφία

χαρτογραφία cartographie altgriechisch χάρτης και γράφω


χαρτογράφος

χαρτογράφος Etymologie fehlt


χαρτογραφώ

χαρτογραφώ χαρτογράφος


χαρτοκιβώτιο

χαρτοκιβώτιο χαρτί +κιβώτιο


χαρτοκλέφτης

χαρτοκλέφτης χαρτοκλέπτης χαρτοκλέπτω


χαρτοκόπτης

χαρτοκόπτης χάρτης και κόπτω


χαρτοκοπτική

χαρτοκοπτική substantiviertes Femininum des Adjektivs: χαρτοκοπτικός χαρτοκόπτης [1]


χαρτομάζα

χαρτομάζα χαρτί και μάζα


χαρτομαντεία

χαρτομαντεία χαρτομάντης


χαρτομάντιλο

χαρτομάντιλο χαρτί + μαντίλι


χαρτόμουτρο

χαρτόμουτρο χαρτί + μούτρο


χαρτόνι

χαρτόνι Etymologie fehlt


χαρτονόμισμα

χαρτονόμισμα χαρτί + νόμισμα


χαρτοπαίγνιο

χαρτοπαίγνιο χαρτο- + -παίγνιο


χαρτοπαίζω

χαρτοπαίζω χαρτιά και παίζω


χαρτοπαίκτης

χαρτοπαίκτης χαρτο- + παίκτης


χαρτοπαιξία

χαρτοπαιξία χαρτοπαίκ(της) + -σία (ξ κ + σ), (Lehnübersetzung) englisch cardplaying[1]


χαρτοπετσέτα

χαρτοπετσέτα χαρτο- + πετσέτα italienisch pezzetta, υποκοριστικό του pezza ((Lehnübersetzung) (αγγλικά) paper napkin)


χαρτοποιία

χαρτοποιία χαρτο- + -ποιία


χαρτοπόλεμος

χαρτοπόλεμος χαρτί και πόλεμος


χαρτοπολτός

χαρτοπολτός χαρτί και πολτός


χαρτοπωλείο

χαρτοπωλείο χαρτοπώλης


χαρτοσακούλα

χαρτοσακούλα χαρτί και σακούλα


χαρτοσημαίνω

χαρτοσημαίνω Etymologie fehlt


χαρτοσήμανση

χαρτοσήμανση Etymologie fehlt


χαρτόσημο

χαρτόσημο χαρτόσημον χαρτο- + -σημον ((Lehnübersetzung) (γαλλικά) papier timbré) Λέξη που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1836 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ. Β, σελ. 1104)


χαρτοταινία

χαρτοταινία χαρτί + ταινία


χαρτοφύλακας

χαρτοφύλακας Koine-Griechisch χαρτοφύλαξ


χαρτοφυλάκιο

χαρτοφυλάκιο Koine-Griechisch χαρτοφυλάκιο χαρτοφύλαξ (Genitiv -κος) + -ιο


χαρχαλεύω

χαρχαλεύω Onomatopoetikum


χαρχάλω

χαρχάλω πιθανόν χαρχαλεύω (αναδρομικός σχηματισμός) Onomatopoetikum χαρχαλ- + -ω[1]


χασάπης

χασάπης türkisch kasap arabisch قصاب (qaṣṣāb) aramäisch קצבא / ܩܰܨܳܒܳܐ (qaṣṣābā)


χασαπόχαρτο

χασαπόχαρτο χασάπικο και χαρτί


χασές

χασές Etymologie fehlt


χάση

χάση χάνω (έχασα) + -ση


χασίκλας

χασίκλας Etymologie fehlt


χασικλής

χασικλής χασί(ς) + κ + -λής κατά το θεριακλ-ής: χασικλ- + -ής[1] türkisch haşiş arabisch حشيش (ḥašīš)


χάσιμο

χάσιμο χάνω


χασίς

χασίς türkisch haşiş arabisch حَشِيش (ḥašīš, χόρτο, πόα)


χασισοπότης

χασισοπότης χασίς και πότης


χασκογελώ

χασκογελώ χάσκω και γελώ


χάσκω

χάσκω altgriechisch χάσκω


χάσμα

χάσμα altgriechisch χάσμα αλλά (Lehnbedeutung) englisch chasm λατινικά chasma altgriechisch χάσμα (αντιδάνειο)


χασμούρημα

χασμούρημα χασμουριέμαι


χασμουρητό

χασμουρητό χασμουριέμαι


χασμουριέμαι

χασμουριέμαι altgriechisch χασμάομαι-χασμῶμαι


χασμωδία

χασμωδία Koine-Griechisch χασμωδία χασμώδης χάσμα χαίνω


χασομέρης

χασομέρης χασομερώ


χασομέρι

χασομέρι χασ- ( χάνω) + -ο- + -μερι ( μέρα)


χασομερώ

χασομερώ χασομέρι


χασούρα

χασούρα χάνω (συνοπτικό θέμα χασ-) + -ούρα


χαστούκι

χαστούκι Etymologie fehlt


χαστουκίζω

χαστουκίζω χαστούκι


χατίρι

χατίρι türkisch hatır "χάρη" arabisch خاطر (χātir)


χαυλιόδοντας

χαυλιόδοντας altgriechisch χαυλιόδους


χαύνωση

χαύνωση Katharevousa χαύνωσις Koine-Griechisch χαύνωσις "χαλάρωση" αρχαία σημασία "σύγχυση"


χαφιές

χαφιές türkisch hafiye arabisch خفي (χafīyat)


χάφτω

χάφτω mittelgriechisch χάπτω altgriechisch κάπτω (αρπάζω και καταπίνω πεινασμένα)


χαχανητό

χαχανητό χάχανο


χαχανίζω

χαχανίζω mittelgriechisch χάχανο άλλοι θεωρούν ότι το "χάχανο" σχηματίστηκε ηχομιμητικά το μεσαίωνα και άλλοι θεωρούν ρίζα της λέξης τα συγγενή von altgriechisch καγχάζω & κακκάζω & καχάζω & καγχαλάω που είχαν διαμορφωθεί ηχομιμητικά von χα-χα-χα ή κα-κα-κα)


χαχάνισμα

χαχάνισμα Etymologie fehlt


χάχανο

χάχανο mittelgriechisch χάχανο άλλοι θεωρούν ότι το "χάχανο" σχηματίστηκε ηχομιμητικά το μεσαίωνα και άλλοι θεωρούν ρίζα της λέξης τα συγγενή von altgriechisch καγχάζω & κακκάζω & καχάζω & καγχαλάω που είχαν διαμορφωθεί ηχομιμητικά von χα-χα-χα ή κα-κα-κα)


χάχας

χάχας χα χα (Onomatopoetikum)


χαχόλος

χαχόλος ρωσική


χεζάς

χεζάς χεσᾶς (18ου αιώνα αλλά ίσως και μεσαιωνικό)


χέζω

χέζω altgriechisch χέζω proto-indogermanisch *ǵʰéd-


χείλι

ΔΦΑ : /ˈçi.li/


χείλος

χείλος (λόγιο) altgriechisch χεῖλος (siehe auch χείλι)


χειμαδιό

χειμαδιό Koine-Griechisch χειμάδιον


χειμάζομαι

χειμάζομαι altgriechisch χειμάζω


χείμαρρος

χείμαρρος altgriechisch χειμάρροος χειμών + ροή ρέω


χειμωνανθός

χειμωνανθός χειμώνας + ανθός


χειμώνας

χειμώνας mittelgriechisch χειμώνας altgriechisch χειμών [1]


χειμωνιά

χειμωνιά mittelgriechisch χειμωνιά


χειμωνιάζει

χειμωνιάζει χειμώνας +-ιάζει


χειμωνικό

χειμωνικό χειμωνικός, χειμώνας


χειραγώγηση

χειραγώγηση mittelgriechisch χειραγώγησις Koine-Griechisch χειραγωγέω / χειραγωγῶ altgriechisch χείρ + ἄγω


χειραγωγώ

χειραγωγώ Koine-Griechisch χειραγωγέω / χειραγωγῶ altgriechisch χείρ + ἄγω


χειράμαξα

χειράμαξα Etymologie fehlt


χειραφεσία

χειραφεσία Etymologie fehlt


χειραφέτηση

χειραφέτηση χείρ + αφέτ- ( ἀφίημι) + -ησις / -ηση


χειραψία

χειραψία Koine-Griechisch χειραψία (πάλη αλλά και εντριβή) altgriechisch χειραψία (πάλη)


χειρίζομαι

χειρίζομαι altgriechisch χειρίζω χείρ


χειρισμός

χειρισμός altgriechisch χειρισμός


χειριστήριο

χειριστήριο Katharevousa χειριστήριον von επίσης λόγια λέξη χειριστής


χειριστής

χειριστής (λόγιο) Koine-Griechisch χειριστής χειρίζω, (Lehnbedeutung) französisch manipulateur[1] για τον όρο στη βιολογία: Etymologie fehlt


χειροβομβίδα

χειροβομβίδα χειρο- + Katharevousa βομβίς > βομβίδα, (Lehnübersetzung) deutsch Handgranate[1]


χειροδικία

χειροδικία χειροδικώ


χειροδικώ

χειροδικώ altgriechisch χειροδικῶ χειροδίκης χείρ + δίκη


χειροθεσία

χειροθεσία Koine-Griechisch χειροθεσία altgriechisch χείρ + τίθημι


χειροκρότημα

χειροκρότημα χειροκροτώ (Wort verwendet ab 1835)


χειροκροτητής

χειροκροτητής χειροκροτώ Wort verwendet ab 1888


χειροκροτώ

χειροκροτώ χειρο- + κροτώ (Wort verwendet ab 1856)


χειρολαβή

χειρολαβή Etymologie fehlt


χειρομάλαξη

χειρομάλαξη Etymologie fehlt


χειρομαντεία

χειρομαντεία χειρ + -μαντεία


χειρομάντης

χειρομάντης χειρ + μάντης


χειρονομία

χειρονομία altgriechisch χειρονομία


χειρονομώ

χειρονομώ altgriechisch χειρονομέω, -ῶ χείρ + νέμω


χειροπέδα

χειροπέδα χειροπέδη. Από τον πληθυντικό χειροπέδες πλάστηκε νέος ενικός



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback