Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



σκιτσάρισμα

σκιτσάρισμα Etymologie fehlt


σκιτσάρω

σκιτσάρω italienisch schizzare Onomatopoetikum


σκίτσο

σκίτσο italienisch schizzo lateinisch schedium altgriechisch σχέδιον (αντιδάνειο)


σκιτσογραφία

σκιτσογραφία σκίτσο + -ο- + -γραφία


σκιτσογράφος

σκιτσογράφος σκίτσ(ο) + -ο- + -γράφος


σκλαβιά

σκλαβιά mittelgriechisch σκλαβιά σκλάβος + -ιά[1] Σκλαβηνός απώτατης slawischς αρχής[2]


σκλαβοπάζαρο

σκλαβοπάζαρο σκλάβ(ος) + -ο- + παζάρ(ι) + -ο


σκλαβόπουλο

σκλαβόπουλο Etymologie fehlt


σκλάβος

σκλάβος mittelgriechisch σκλᾶβος Σκλᾶβος πρωτοslawisch *Slověninъ (το εθνικό όνομα απέκτησε τη σημασία του δούλου, επειδή ίσως πολλά άτομα slawischς καταγωγής πωλούνταν ως δούλοι)[1]


σκλάβωμα

σκλάβωμα σκλαβώ(νω) + -μα


σκλαβώνω

σκλαβώνω σκλάβος


σκλήθρα

σκλήθρα Etymologie fehlt


σκληραγώγηση

σκληραγώγηση σκληραγωγώ + -ση


σκληραγωγία

σκληραγωγία Koine-Griechisch σκληραγωγία


σκληραγωγώ

σκληραγωγώ Koine-Griechisch σκληραγωγέω / σκληραγωγῶ altgriechisch σκληρός + ἄγω


σκληράδα

σκληράδα Etymologie fehlt


σκληραίνω

σκληραίνω Etymologie fehlt


σκληριά

σκληριά στριγκλίζω + -ιά (αναδρομικός σχηματισμός) (με παρετυμολόγηση von επίθετο σκληρός[1] [2])


σκληρίζω

σκληρίζω στριγκλίζω (με παρετυμολόγηση von επίθετο σκληρός[1] [2])


σκληρότητα

σκληρότητα Etymologie fehlt


σκλήρυνση

σκλήρυνση Etymologie fehlt


σκληρύνω

σκληρύνω Etymologie fehlt


σκνίπα

σκνίπα altgriechisch σκνίψ


σκοινί

σκοινί altgriechisch σχοινίον σχοῖνος


σκολειό

σκολειό σχολείο


σκολίωση

σκολίωση σκολιός


σκολόπεντρα

σκολόπεντρα Etymologie fehlt


σκολύμπρι

σκολύμπρι Etymologie fehlt


σκονάκι

σκονάκι σκόνη + υποκοριστικό επίθημα -άκι


σκόνη

σκόνη mittelgriechisch σκόνη altgriechisch κόνις


σκονίζω

σκονίζω σκόνη + -ίζω


σκόνταμμα

σκόνταμμα σκοντάφτω + -μα


σκοντάφτω

σκοντάφτω Etymologie fehlt


σκόντο

σκόντο italienisch sconto s- + conto δημώδης lateinisch *contu(s), *comptu(s) lateinisch computus computo con- + puto putus proto-italienisch *putós proto-indogermanisch *pewH- (καθαρίζω, εξαγνίζω)


σκόπευση

σκόπευση Etymologie fehlt


σκοπευτήριο

σκοπευτήριο mittelgriechisch σκοπευτήριον σκοπευτής altgriechisch σκοπεύω σκοπός


σκοπευτής

σκοπευτής Etymologie fehlt


σκοπεύω

σκοπεύω altgriechisch σκοπεύω σκοπέω (3. (Lehnbedeutung) französisch viser)


σκοπιά

σκοπιά altgriechisch σκοπιά σκοπός σκέπτομαι proto-griechisch *sképťomai proto-indogermanisch *skep-ye- (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)


σκοπιμότητα

σκοπιμότητα σκόπιμος + -ότητα


σκοποβολή

σκοποβολή σκοπός + βάλλω


σκοπός

σκοπός altgriechisch σκοπός σκέπτομαι proto-griechisch *sképťomai proto-indogermanisch *skep-ye- (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)


σκορ

σκορ englisch score


σκοράρισμα

σκοράρισμα σκοράρω + -ισμα


σκοράρω

σκοράρω σκορ + -άρω englisch score


σκορβούτο

σκορβούτο italienisch scorbuto mittellateinisch scorbutus mittelniederländisch scôrbut μέση κάτω deutsch schorbuk σουηδική skörbjug νορμανδική skyr-bjúr (skyr=πηγμένο γάλα για τυρί, bjúr=οίδημα)


σκορδαλιά

σκορδαλιά σκόρδο + αλιάδα ( mittelgriechisch αλιάδα italienisch agliata (πβ. βενετικά agiada) spätlateinisch aliatum lateinisch allium: σκόρδο)


σκορδίλα

σκορδίλα σκόρδο + -ίλα


σκόρδο

σκόρδο altgriechisch σκόροδον


σκορδοκαΐλα

σκορδοκαΐλα σκόρδο + -ο- + καΐλα


σκορδόξιδο

σκορδόξιδο Etymologie fehlt


σκορδοστούμπι

σκορδοστούμπι σκόρδο + -ο- + στουμπώ + -ι


σκόρερ

σκόρερ englisch scorer score


σκόρος

σκόρος mittelgriechisch σκόρος altgriechisch κόρις indoeuropäisch (Wurzel) *koris


σκόρπαινα

σκόρπαινα Etymologie fehlt


σκορπίδι

σκορπίδι Etymologie fehlt


σκορπίζω

σκορπίζω altgriechisch σκορπίζω σκορπίος indoeuropäisch (Wurzel) *(s)ker- (κόβω)


σκόρπισμα

σκόρπισμα σκορπίζω + -μα


σκορποχέρης

σκορποχέρης σκορπώ + -ο- + χέρι + -ης


σκορποχώρι

σκορποχώρι σκορπώ + -ο- + χωριό + -ι


σκότα

σκότα Etymologie fehlt


σκοτάδι

σκοτάδι σκότος + -άδι


σκοταδισμός

σκοταδισμός → siehe: σκοτάδι και -ισμός


σκοταδιστής

σκοταδιστής Etymologie fehlt


σκοτεινάδα

σκοτεινάδα Etymologie fehlt


σκοτεινιά

σκοτεινιά Etymologie fehlt


σκοτεινιάζω

σκοτεινιάζω σκοτεινιά + -άζω σκοτεινός altgriechisch σκοτεινός


σκοτείνιασμα

σκοτείνιασμα σκοτεινιάζω + -μα σκοτινιά σκοτεινός altgriechisch σκοτεινός


σκοτεινότητα

σκοτεινότητα σκοτεινός + -ότητα


σκοτία

σκοτία altgriechisch σκοτία


σκοτίδι

σκοτίδι Etymologie fehlt


σκοτιδιάζω

σκοτιδιάζω Etymologie fehlt


σκοτίδιασμα

σκοτίδιασμα Etymologie fehlt


σκοτίζω

σκοτίζω Koine-Griechisch σκοτίζω


σκοτοδίνη

σκοτοδίνη altgriechisch σκοτοδινία (με επίδραση της λέξης δίνη)


σκότος

σκότος (λόγιο) altgriechisch σκότος[1]


σκοτούρα

σκοτούρα mittelgriechisch σκοτούρα σκότος + -ούρα


σκότωμα

σκότωμα Etymologie fehlt


σκοτωμός

σκοτωμός σκοτώνω+ -ωμός


σκοτώνω

σκοτώνω von σκότος. Σκοτώνω σημαίνει λοιπόν ρίχνω κάποιον στο σκότος, σε μιά κατάσταση δηλαδή όπου δεν υπάρχει φως.


σκοτώστρα

σκοτώστρα σκοτώνω


σκούδο

σκούδο Etymologie fehlt


σκούζω

σκούζω altgriechisch σκύζομαι


σκουλαρίκι

σκουλαρίκι μεσαιωνικό ελληνικό σχολαρίκιον χαρακτηριστικό στρατιωτών του πρώιμου βυζαντινού κράτους, οι οποίοι ονομάζονταν scholarii altgriechisch σχολή η πλήρης φράση: σχολαρικόν ενώτιον (το ενώτιο του σχολάριου). Σχολαρικόν > σχολαρίκιον> σκολαρίκι > σκουλαρίκι.


σκουλήκι

σκουλήκι altgriechisch σκώληξ


σκουληκιάζω

σκουληκιάζω σκουλήκι


σκουμπρί

σκουμπρί mittelgriechisch σκουμπρίον *σκομβρίον, υποκοριστικό για την altgriechisch σκόμβρος[1]


σκούνα

σκούνα italienisch scuna englisch schooner


σκούντημα

σκούντημα σκουντώ + -μα


σκουντιά

σκουντιά σκουντώ + -ιά


σκουντούφλημα

σκουντούφλημα σκουντουφλώ + -μα


σκουντουφλιάζω

σκουντουφλιάζω Etymologie fehlt


σκουντουφλώ

σκουντουφλώ Etymologie fehlt


σκουντώ

σκουντώ mittelgriechisch σκουντώ ασκοντώ / κουντώ ἀκοντίζω altgriechisch ἀκοντίζω ἄκων (Genitiv: ἄκοντος) ἀκή (ή altgriechisch κοντός: κοντάρι)


σκούξιμο

σκούξιμο Etymologie fehlt


σκούπα


σκουπιδαριό

σκουπιδαριό Etymologie fehlt


σκουπίδι

σκουπίδι σκουπ(ίζω) + -ίδι


σκουπιδιάρα

σκουπιδιάρα Femininum von σκουπιδιάρης


σκουπιδιάρης

σκουπιδιάρης σκουπίδ(ι) + -ιάρης



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback