{το}  τμήμα Subst.  [tmima, tmhma]

{der}    Subst.
(11975)
{der}    Subst.
(11169)
{die}    Subst.
(1789)
{das}    Subst.
(854)
{das}    Subst.
(527)
{das}    Subst.
(160)
{die}    Subst.
(68)
{der}    Subst.
(41)
{das}    Subst.
(26)
{der}    Subst.
(16)
{der}    Subst.
(0)

Etymologie zu τμήμα

τμήμα altgriechisch τμῆμα τέμνω


GriechischDeutsch
Επισημαίνεται ότι το τμήμα αυτό αφορά την παρακολούθηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των λοιπών χρήσεων των ΓΤΟ πλην της καλλιέργειας.Dieser Abschnitt bezieht sich auf die Überwachung von Umweltauswirkungen bei anderen GVO-Anwendungen als dem Anbau.

Übersetzung bestätigt

Τα επόμενα τμήματα πρέπει να συμπληρώνονται σύμφωνα με το προσάρτημα 2.Die folgenden Abschnitte müssen unter Beachtung von Anlage 2 ausgefüllt werden.

Übersetzung bestätigt

Τα επόμενα τμήματα πρέπει να συμπληρώνονται σύμφωνα με το προσάρτημα 2Die folgenden Abschnitte sollten unter Beachtung von Anlage 2 ausgefüllt werden.

Übersetzung bestätigt

Η πρόσκληση υποβολής προτάσεων θα δημοσιευτεί μετά την ολοκλήρωση της μελέτης για την αξιολόγηση της σκοπιμότητας, που αναφέρεται στο τμήμα 1.2.Die Aufforderung zur Einreichung von Vorschlägen wird nach Abschluss der Machbarkeitsstudie gemäß Abschnitt 1.2 ausgeschrieben.

Übersetzung bestätigt

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, παράλληλα με το προσχέδιο προϋπολογισμού για το 2011, έκθεση για τις πιθανές προσαρμογές που πρέπει να επέλθουν στο συνολικό δημοσιονομικό κονδύλι όσον αφορά τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων προς τους δικαιούχους που αναφέρονται στο τμήμα Β του παραρτήματος.Die Kommission legt dem Europäischen Parlament und dem Rat zusammen mit dem Vorentwurf des Haushaltsplans für 2011 einen Bericht über die möglicherweise vorzunehmenden Anpassungen der Gesamtfinanzausstattung mit Bezug auf die Verpflichtungsermächtigungen für die in Abschnitt B des Anhangs genannten Begünstigten vor.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu τμήμα






Singular

Plural

Nominativdie Abteilung

die Abteilungen

Genitivder Abteilung

der Abteilungen

Dativder Abteilung

den Abteilungen

Akkusativdie Abteilung

die Abteilungen










Singular

Plural

Nominativdie Station

die Stationen

Genitivder Station

der Stationen

Dativder Station

den Stationen

Akkusativdie Station

die Stationen












Griechische Definition zu τμήμα

τμήμα το [tmíma] : 1α. καθένα από τα στοιχεία που συγκροτούν ένα σύνολο ή που δημιουργούνται από τη διάσπασή του: τμήμα ενός σπιτιού / ενός δρόμου / ενός οικοπέδου / μιας πόλης. τμήμα ενός βιβλίου. τμήμα μιας διάλεξης. Οι αγρότες αποτελούν ένα τμήμα του λαού. || τμήμα στρατού / χωροφυλακής, ομάδα ανδρών· απόσπασμα. β. (μαθημ.) τμήμα ευθείας / ευθύγραμμο τμήμα, που περιλαμβάνεται ανάμεσα σε δύο σημεία μιας ευθείας γραμμής. τμήμα κύκλου / κυκλικό τμήμα, που βρίσκεται ανάμεσα στο τόξο ενός κύκλου και στη χορδή που αντιστοιχεί σε αυτό. τμήμα σφαίρας / σφαιρικό τμήμα, που ορίζεται από δύο παράλληλα επίπεδα τα οποία τέμνουν τη σφαίρα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback